Η Φαγιούμ είναι μια πλούσια σε βλάστηση κοιλάδα 60 χλμ. από το Κάιρο, στη δυτική όχθη του Νείλου. Εκεί Έλληνες και εξελληνισμένοι της περιοχής έθαβαν τους νεκρούς τους, όπως και σε άλλα σημεία της Ρωμαϊκής Αιγύπτου. Τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. οι νεκροί ταριχεύονταν και στις μούμιες τους, στο ύψος του προσώπου, τοποθετούνταν προσωπογραφίες ζωγραφισμένες σε ξύλο ή σε πανί σαβάνου, όπως αναφέρει η Ευφροσύνη Δοξιάδη στο βιβλίο της Τα πορτραίτα του Φαγιούμ.
Ο Αντρέ Μαλρώ είχε γράψει ότι το βλέμμα των προσώπων που απεικονίζουν τα πορτραίτα του Φαγιούμ μοιάζει να καίει σαν ένα καντήλι αιώνιας ζωής. Πορτραίτα της ελληνικής νατουραλιστικής παράδοσης ζωγραφισμένα εκ του φυσικού, γι’ αυτό και κάνει εντύπωση η αλήθεια τους, σε πείθουν ότι είναι πορτραίτα εκ του φυσικού γιατί ανταποκρίνονται στην πεποίθηση των Αρχαίων Αιγυπτίων ότι η απεικόνιση εξασφαλίζει στον νεκρό την αθανασία.
Παρατηρώντας τα αντρικά ή γυναικεία πορτραίτα έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις αρχαία ελληνική ζωγραφική και εν πολλοίς έτσι είναι – αρκεί να παρατηρήσει κανείς πορτραίτα που βρίσκουμε στην Πομπηία ή στο Μουσείο του Βόλου, σε μακεδονικούς τάφους και όπου έχει βρεθεί αρχαιοελληνική ζωγραφική. Τα Φαγιούμ έχουν όλα τα φυλετικά γνωρίσματα των Ελλήνων που ζούσαν στην περιοχή κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Τα πορτραίτα είναι ανώνυμα και είναι γνωστά σαν ελληνικές προσωπογραφίες προορισμένες να τοποθετηθούν πάνω σε αιγυπτιακές μούμιες στην περιοχή του προσώπου. Τις συναντάμε επίσης στις ελληνορωμαϊκές ή στις κοπτικές ταφές και ανήκουν στη λεγόμενη Αλεξανδρινή Σχολή, γιατί αυτή διατηρούσε ζωντανή τη μεγάλη παράδοση της ελληνικής τέχνης με το χαρακτηριστικό της πάθος για ρεαλιστική απεικόνιση και με όλες τις ζωγραφικές της αρετές.
Ενώ στην αρχή δεν εκτιμήθηκαν όσο έπρεπε, σήμερα θεωρούνται φανταστικά πορτραίτα που πέραν της καλής ζωγραφικής αποδίδουν με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του καιρού τους. Είναι μια ζωγραφική που κανείς σήμερα δεν αμφισβητεί την καλλιτεχνική της αξία. Πολλά πορτραίτα, μάλιστα, αποδίδονται σε σημαντικούς καλλιτέχνες. Τα πρόσωπα των νεκρών αποδίδονται συνήθως μετωπικά ανφάς ή ¾. Η ματιά τους συγκλονίζει, σε καθηλώνει όπως σε κοιτάζουν με τα μεγάλα ολόμαυρά τους μάτια. Δεν σου μένει καμία αμφιβολία ότι αποδίδει την προσωπικότητα του εικονιζόμενου. Βέβαια δεν έχουν όλα τα πορτραίτα την ίδια καλλιτεχνική ικανότητα, εξαρτάται από το πόσο σημαντικός ήταν ο κάθε καλλιτέχνης.
Πολλά από τα πορτραίτα είναι ζωγραφισμένα στο ξύλο με τη μέθοδο της εγκαυστικής, άλλα με τέμπερα σε ξύλο ή σε λινό ύφασμα. Εκείνα μάλιστα που έγιναν από ζωντανό μοντέλο είναι και τα καλύτερα. Καθώς τα περισσότερα από αυτά σε κοιτούν κατάματα με το βλέμμα τους καρφωμένο επάνω σου, σε συγκλονίζουν. Τα σμιχτά και καγκελωτά φρύδια, το γένι, τα αμυγδαλόσχημα μεγάλα μάτια, τα σγουρά μαλλιά, τα στολίδια, ειδικά στις γυναίκες, τα κάνουν εξωτικά. Τα πορτραίτα ήταν προσαρμοσμένα στις μούμιες των νεκρών, αλλά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίαζε ολόκληρη η μούμια. Αριστοτεχνικό ήταν το πλέξιμο του σάβανου, τα γεωμετρικά σχήματα που παρουσίαζαν οι χρωματικές συνθέσεις που δημιουργούσαν. Εκεί διακρίνει κανείς τις επιρροές από την ελληνική και την αιγυπτιακή τέχνη.
Τα βασικά χρώματα που συνήθως χρησιμοποιούσαν ήταν το λευκό, το μαύρο, το κίτρινο και το κόκκινο, τα ίδια που χρησιμοποιούσαν και στην αρχαιότητα. Το κερί που χρησιμοποιούσαν στην εγκαυστική ήταν καρχηδονικό.
Στα Φαγιούμ δεν βλέπουμε να απεικονίζονται γέροι, είναι ως επί το πλείστον νέοι στολισμένοι με κοσμήματα, ειδικά οι γυναίκες όπως προείπα, και προφανώς ανήκαν σε ευκατάστατες οικογένειες. Πολλοί από αυτούς είναι αθλητές ή στρατιωτικοί. Οι μούμιες ήταν αντικείμενο λατρείας, αποτελούσαν υποκατάστατο ιερό του νεκρού που ήθελαν να διατηρήσουν γιατί ήταν απαραίτητο για τη μετά θάνατον ζωή του και ανήκει στο τελετουργικό της αιγυπτιακής θρησκείας, ενώ το πορτραίτο ανήκει στη νατουραλιστική παράδοση της ελληνικής ζωγραφικής που έφεραν οι Μακεδόνες έποικοι και γίνονταν για να εξασφαλίσουν τη μεταθανάτια ζωή.
Τα Φαγιούμ έχουν αναφορές στον Απελλή και τους συγχρόνους του. Τα χαρακτηριστικά τους είναι μίγμα από ανθρώπους που ζούσαν στην Αίγυπτο, γι’ αυτό συνιστούν πάντρεμα δύο πολιτισμών.
Τα πορτρέτα του Φαγιούμ επηρέασαν πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους. Ο Κόντογλου, ο Τσαρούχης είναι κάποιοι από αυτούς. Ο Τσαρούχης μάλιστα έχει εκφράσει και σε κείμενά του τον θαυμασμό του. Πολλά από τα πορτραίτα αυτά θυμίζουν βυζαντινές φορητές εικόνες και σίγουρα πρόδρομοί τους είναι τα Φαγιούμ. Άλλο χαρακτηριστικό ήταν οι επιχρυσώσεις, όπως και το ασήμι ή τα μεγάλα μάτια που καθρέφτιζαν την ψυχή του νεκρού.
Από τον Πλίνιο μαθαίνουμε ότι στην εγκαυστική χρησιμοποιούσαν κόλλα, αυγό, γόμμα, κερί, ρητίνες και λάδια ως συνδετικά μέσα και πινέλα.
Το μικρό αυτό κείμενο δεν μπορεί να εκφράσει το μεγαλείο αυτών των πορτρέτων ούτε τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι καλλιτέχνες της εποχής.
⸙⸙⸙
[Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης είναι γλύπτης, Ομότ. Καθηγητής Α.Σ.Κ.Τ Αθηνών.]

