Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Διονύσιος Σκλήρης

Fides Quaerens Intellectum

Νικόλαος Ασπρούλης, Fides Quaerens Intellectum. Η διαλεκτική πίστης και λόγου στην Ορθόδοξη Θεολογία, Εκδοτική Δημητριάδος, Βόλος 2021.

Το έργο του Νικόλαου Ασπρούλη διερευνά τη σχέση πίστεως και ορθού λόγου στη Θεολογία και ποια μπορεί να είναι η μεθοδολογία της τελευταίας. Εξετάζει διαφορετικές προτάσεις κατά την ιστορία του χριστιανισμού, όπως τη γνωσιολογία της αγάπης του αποστόλου Παύλου, κατά την οποία η γνώση ταυτίζεται με την αγαπητική σχέση. Επισημαίνει τη σημασία που είχε η καταδίκη ως αίρεσης του Απολλιναρισμού, δηλαδή της θεώρησης ότι ο Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει ανθρώπινο νου, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε σχιζοείδεια με το θείο νου. Η καταδίκη αυτή είχε μεγάλη σημασία, καθώς καθιέρωσε την αρχή ότι ο ανθρώπινους νους και κατ’ επέκταση η επιστήμη προσλαμβάνονται από τον Χριστό με την Ενσάρκωση και από την Εκκλησία με τη Θεολογία της και την κατάφαση στις ανθρώπινες σπουδές. Εξετάζεται επίσης η σύνθεση με την αρχαία ελληνική σκέψη μέσω της σημασίας στην έννοια του νου, η οποία φτάνει στη Δύση στη διατύπωση του Ανσέλμου Κανταουρίας για την αναζήτησή του από την πίστη, η οποία αποτελεί και τον τίτλο του βιβλίου (fides quaerens intellectum). Η δυτική σκέψη εξελίχθηκε ραγδαία μέσα από ένα αντιθετικό δίπολο αφενός νοησιαρχίας, όπως βλέπουμε στον σχολαστικό ρεαλισμό (=η αντίληψη ότι οι γενικές ιδέες αποτελούν πραγματικές οντότητες-realia), και, αφετέρου, βουλησιαρχικής αντίθεσης στη γνώση, όπως βλέπουμε στον νομιναλισμό, ο οποίος όμως είχε τη δική του φιλοσοφική γονιμότητα. Το δίπολο αυτό θα επαναληφθεί με διαφορετικές μορφές στη μετέπειτα εξέλιξη της δυτικής σκέψης, ενώ εξαιρετικά σημαντικές είναι και οι προσπάθειες σύνθεσης, όπως αυτή του Εμμανουήλ Καντ.

Εισερχόμενοι στον 20ό αιώνα, μελετάται το πώς οι Ρώσοι της Διασποράς επέμειναν στη Θεολογία του Αγίου Πνεύματος και της Σοφίας και, κατά συνέπεια, είδαν τη Θεολογία ως ένα έργο ελευθερίας και δημιουργικότητας, ενώ ορισμένοι επιχείρησαν μία ολιστική σύνθεση όπου να υπάρχει χώρος και για τις πλέον αναλυτικές εκδοχές του ορθού λόγου. Ειδικότερα, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ προσπάθησε να διορθώσει ό,τι αντιλαμβανόταν ως κινδύνους πανθεϊσμού στο ρεύμα της Σοφιολογίας, τονίζοντας το αβυσσαλέο χάσμα μεταξύ άκτιστου Θεού και κτιστού ανθρώπου και την Ιστορία ως πεδίο της άσκησης της ελευθερίας του Θεού και του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, και θεογνωσίας. Στον Βλαντίμιρ Λόσκι η διάκριση κτιστού και ακτίστου θα λάβει περισσότερο τη μορφή της αναζήτησης για μετοχή στις ενέργειες του Θεού που αποτελούν αποκάλυψη μέσα στον κόσμο και οδό θεογνωσίας, ενώ μορφές ενορατικής γνώσης και προσέγγισης διά της αγάπης βλέπουμε και στον Παύλο Ευδοκίμωφ.

Το βιβλίο αποτελεί ένα πανόραμα της θεολογικής γνωσιολογίας και ως εκ τούτου μπορεί να αποτελέσει μία πολύ καλή εισαγωγή για όποιον θέλει να καταλάβει τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιμετώπισαν οι θεολόγοι τη γνώση και την επιστημονική μέθοδο κατά τους είκοσι αιώνες του Χριστιανισμού. Ταυτοχρόνως, διαθέτει και μία πρωτότυπη ερευνητική κατάθεση του Νικολάου Ασπρούλη και αυτή έγκειται στην προσπάθεια να υπάρξει συμβολή από πλευράς Ορθόδοξης Θεολογίας στην Αναλυτική Θεολογία. Η τελευταία εντάσσεται στο ρεύμα της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο, και επιμένει στη σημασιολογία, μετά τη λεγόμενη γλωσσολογική στροφή της φιλοσοφίας, πάντα, όμως σε διάλογο με τις θετικές επιστήμες. Ο Ασπρούλης εκθέτει λεπτομερώς όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει από αναλυτικούς φιλοσόφους και θεολόγους να προσεγγιστεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Λ.χ. στον λειτουργικό μονοθεϊσμό (functional monotheism) που υποστηρίζει ο Richard Swinburne, το καθένα από τα τρία Πρόσωπα είναι Θεός με την έννοια ότι το κάθε Πρόσωπο διαθέτει το σύνολο των θεϊκών ιδιοτήτων, με αποτέλεσμα η τριαδικότητα να μην απειλεί την ενότητα, σύμφωνα και με τη λεγόμενη «Κοινωνική Τριαδολογία» που είναι πιο κοντά στην ορθόδοξη θεώρηση. Από την άλλη, η Τριάδα ως «ομαδικός νους» υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τους John Champion, Charles Bartlett, C.J.F. Williams κ.ά., και σημαίνει ότι η Τριάδα είναι ένας ομαδικός νους, ο οποίος απαρτίζεται από τους (υπο-)νόες των τριών Προσώπων, ενώ ο Brian Leftow έχει σχετικώς αξιοποιήσει πειράματα σκέψης που περιλαμβάνουν χειρουργικές επεμβάσεις στον ανθρώπινο εγκέφαλο, ώστε να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ υπο-νόων και ομαδικού νου. Πρόκειται για μια θεώρηση, πάντως, που η λογική της ομοιάζει με αυτή θεωρήσεων που είχαν καταδικαστεί από την αρχέγονη Εκκλησία για τον ανθρωπομορφισμό τους. Μεταξύ άλλων, το μοντέλο της «υλικής συγκρότησης» (Michael Rea, Jeffrey Brower, William Hasker) θεωρεί το ομοούσιο ως ένα κοινό υπόβαθρο που εξασφαλίζει την αριθμητική ταυτότητα (numerical identity) της Τριάδας, ενώ τα τρία Πρόσωπα θεωρούνται ως διακριτές μορφές. Η θεώρηση αυτή θέτει με έναν ανανεωμένο επιστημονικώς τρόπο παραδοσιακές Τριαδολογίες τόσο της δυτικής παράδοσης, λ.χ. του Αυγουστίνου Ιππώνος, όσο και της αλεξανδρινής.

Η προσωπική πρόταση που καταθέτει ο Νίκος Ασπρούλης υιοθετεί μεν το μοντέλο της «αιτιακής» Τριαδολογίας πλην θεωρεί ως αίτιο όχι την ουσία, αλλά την υπόσταση του Πατρός, ακολουθώντας τους Καππαδόκες Πατέρες της Εκκλησίας. Η πρόταση αυτή φέρνει, εξάλλου, κοντά την Τριαδολογία του μακαριστού Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) σε αυτήν του Ριχάρδου του αγίου Βίκτωρος, που αποτελεί μία ενδοδυτική διόρθωση της αυγουστίνειας παράδοσης. Η Τριαδολογία αυτή αποτελεί μία πρωτότυπη συμβολή στη σχετική συζήτηση.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή