Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Νικόλας Σεβαστάκης

Φιλελεύθερη δημοκρατία και οικολογία.
Τα όρια μιας συνύπαρξης

Με τον ένα ή άλλο τρόπο, όλες σχεδόν οι τάσεις της σύγχρονης πολιτικής οικολογίας συνομολογούν πλέον μια αίσθηση (του) επείγοντος. Είναι ήδη αργά, λένε, για τις μεγάλες αλλαγές στα οικονομικά πρότυπα και στους τρόπους ζωής των κοινωνιών μας. Πολλά έπρεπε να συντελεστούν πιο γρήγορα, με συντονισμένο τρόπο, σε κλίμακα ευρωπαϊκή ή ακόμη και παγκόσμια. Ο Βορράς και ο Νότος, οι πλούσιες χώρες και εκείνες με βασικά προβλήματα επιβίωσης, όλος ο κόσμος, θα έπρεπε να έχει προχωρήσει πέρα από τις συμβατικές όχθες της τεχνοβιομηχανικής νεωτερικότητας. Θα έπρεπε να είχε προνοήσει για την αποτροπή της υπερθέρμανσης, της κλιματικής απορρύθμισης, των συνεπειών που δύσκολα μαζεύονται.

Ακόμα και οι μετριοπαθέστεροι πολιτικά οικολόγοι, έχουν αυτή την αίσθηση του επείγοντος διαβάζοντας τις εξελίξεις πάντα από τη σκοπιά ενός «αυτό δεν είναι αρκετό». Στη Γαλλία, για παράδειγμα, μια από τις κύριες κατηγορίες εναντίον του Προέδρου Μακρόν αφορά αυτό που οι Γάλλοι οικολόγοι ονομάζουν inaction (αδράνεια) σε σχέση με τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και των άλλων διαστάσεων της περιβαλλοντικής κρίσης.

Νομίζω όμως πως αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς υπάρχει ένα θέμα σε σχέση με αυτή την καταγγελία των «ανεπαρκών», «δειλών», «αργοπορημένων» μέτρων και της στάσης των κυβερνήσεων έναντι των προβλημάτων που αφορούν το βιώσιμο μέλλον του πλανήτη. Το πρόβλημα βρίσκεται στην εσωτερική λογική των φιλελεύθερων δημοκρατικών συστημάτων. Εκεί προσκρούουν οι φωνές συναγερμού και οι συναγερμικές ιαχές. Ανεξάρτητα από τη συζήτηση για την αλλοίωση των κανονιστικών και θεσμικών χαρακτηριστικών τους (συζήτηση που συνεχίζεται επί δεκαετίες), οι υπαρκτές φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι «καθεστώτα» δύσπιστα σε απότομες και ριζικές μεταβολές που απαντούν στα επείγοντα. Αν μάλιστα οι νέες μορφές καπιταλισμού εδώ και τριάντα-σαράντα χρόνια ενσωματώνουν τα σοκ, τις δυναμικές τομές και την ίδια την ιδέα της ρήξης –λόγου χάρη με συνήθειες και τρόπους ζωής παλαιότερων καιρών–, η φιλελεύθερη δημοκρατία ως πολιτική μορφή αντιστέκεται στην ιδέα της επιτάχυνσης και της ριζοσπαστικοποίησης. Μοιάζει με ένα σύστημα προώθησης και φρεναρίσματος, με μια μηχανή που φροντίζει πάντα να επιβραδύνει, ακόμα κι όταν επιταχύνει και ανοίγεται σε καινοτομίες. Η πολιτική της αρχιτεκτονική είναι μίνιμαλ, το κοινωνικό της περιβάλλον και οι υποκειμενικές προσδοκίες που ενθαρρύνει αγγίζουν συχνά τα άκρα.

Φυσικά, στη δημόσια ζωή των περισσότερων φιλελεύθερων κρατών βλέπουμε να έχει εμφανιστεί και μια διαφορετική τάση. Εκεί που ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός δίσταζε να απαρνηθεί τη λεγόμενη ουδετερότητα του κράτους προωθώντας ευθέως ένα ιδεώδες του καλού και χρηστού βίου, ένα ηθικό όραμα για τη (δι)αγωγή του πολίτη, οι σύγχρονες φιλελευθεροπροοδευτικές ελίτ πιάνουν το νήμα ενός έντονου νομοθετικού και ηθικού ακτιβισμού που αποζητά, εκ νέου, να «ισιώσει» το στραβό ξύλο της ανθρωπότητας. Και αν σκεφτούμε πως μέσα σε αυτό το στραβό ξύλο πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις βλαπτικές συμπεριφορές απέναντι στα φυσικά οικοσυστήματα, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες υιοθετούν πλέον καθορισμένους σκοπούς που επιδιώκουν να τους εγχαράξουν στη ζωή των πολιτών μέσα από νόμους και ηθικές παραινέσεις. Στον βαθμό που στις περισσότερες προηγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες των ημερών μας, ο ακτιβισμός για τη δικαιοσύνη, το περιβάλλον ή τις άλλες ανισότητες τείνει να γίνει μέρος της επίσημης σκηνής των θεσμών, τότε φαίνεται πως έχει αρθεί η κλασική αιτία που έκανε τις φιλελεύθερες δημοκρατίες σκεπτικές για τολμηρούς πειραματισμούς ως προς τις προσωπικές αξίες των πολιτών. Η πολιτική έχει προ πολλού προχωρήσει στα «άδυτα» του ιδιωτικού χώρου, ελέγχοντας ας πούμε τις κακοποιητικές συμπεριφορές στις οικογένειες και προσφέροντας προστασία σε ομάδες που μειονεκτούν ή υφίστανται αδικοπραγίες. Τουλάχιστον, αυτή είναι η τάση, έστω και αν η πραγματική ζωή υπολείπεται των στόχων και των κανόνων που θεσπίζονται καθημερινά. Η σκεπτικιστική ματιά που χαρακτηριζόταν από φόβο για την παρεμβατική ή θεραπευτική δραστηριότητα του κράτους δεν είναι πλέον καθόλου στη μόδα. Για την ακρίβεια, αυτός ο σκεπτικισμός παρουσιάζεται πλέον σαν ένα κατάλοιπο των ολιγαρχικών και αριστοκρατικών αντιλήψεων, όπου η διάκριση μεταξύ ενός κατεξοχήν πολιτικού τομέα και διαφόρων «απολιτικών» ή ιδιωτικών πλευρών της ζωής δικαιολογούσε τεχνηέντως μορφές χειραγώγησης και βίας που περνούσαν απαρατήρητες από τις δημόσιες εξουσίες.

**

Με την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και την εν γένει πολεμική ατμόσφαιρα του τελευταίου καιρού, η ιδέα ότι οι δημόσιες Αρχές και οι μηχανισμοί πολιτικής διακυβέρνησης πρέπει να πυκνώσουν και να εντείνουν τις ‘προσπάθειές τους’, είναι μια ιδέα που βρίσκεται στο στόμα όλο και περισσότερων πολιτών και πολιτικών. Αυτό το στοιχείο θα έλεγε κανείς πως «λύνει» τα χέρια των κυβερνήσεων ή άλλων δημόσιων οργανισμών που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την περιβαλλοντική καταστροφή. Στο εξής, διευρύνονται τα περιθώρια παρεμβάσεων σε όλο το μήκος και το πλάτος της κοινωνίας, στην οικονομική ζωή μα και στην πρακτική καθημερινότητα: η ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων και υποδομών, οι περιορισμοί στην κατανάλωση φυσικού αερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος, η ενθάρρυνση συμπεριφορών φειδωλής χρήσης, ανακύκλωσης και «επανάχρησης», η αξιακή ενθάρρυνση ενός πνεύματος που δεν καταναλώνει άγρια αλλά ανακαλύπτει νέες εκδοχές υπευθυνότητας, όλα αυτά δείχνουν πως έχουμε μπει σε μια φάση αναθεωρητισμού.

Φυσικά, οι λόγοι που ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση είναι (και) οι ανάγκες και οι εξωτερικές πιέσεις της δύσκολης διεθνούς συγκυρίας: οι ρωσικοί εκβιασμοί για το φυσικό αέριο, η ενεργειακή εξάρτηση των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών, η διαφαινόμενη ύφεση στη διεθνή οικονομία. Παράλληλα όμως έχει αναπτυχθεί και μια συνείδηση αυξημένης επαγρύπνησης για τη δομική ανάγκη του υλικού μας πολιτισμού να μεταβεί από τα ορυκτά καύσιμα σε άλλες μορφές ενέργειας και φυσικά σε διαφορετικούς τρόπους «κατοίκησης στη γη» (για να θυμηθούμε την ορολογία του Heidegger).

***

Λύθηκε λοιπόν το ζήτημα; Οι ιδεολογικές εξελίξεις και οι πολιτισμικές επαναστάσεις των τελευταίων δεκαετιών, έχουν εξοπλίσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία με εργαλεία που ξεπερνούν κατά πολύ τις θεσπισμένες παραδόσεις της; Με μια έννοια, ναι. Η εμφάνιση των πολιτικών της ταυτότητας και από εκεί και πέρα, η διεύρυνση του πεδίου των κρατικών δράσεων για την επανόρθωση αδικιών και την αντιμετώπιση κρίσεων, αποκάλυψε καινούργιες δυνατότητες για την άσκηση πολιτικής. Η νεοφιλελεύθερη κριτική του κράτους και των θετικών πολιτικών του, έχει χάσει την ελκυστικότητά της, ακόμα και σε χώρους όπου η μεσοαστική άνοδος είχε δημιουργήσει εικόνες αέναης προόδου και απογειωμένης ευημερίας. Από την άλλη, ωστόσο, ισχύει πάντα το γεγονός πως η φιλελεύθερη δημοκρατία συνδέεται με χρόνους ωρίμανσης και θεσμικές τελετουργίες που δεν μπορούν να αποκριθούν στην «κρισιμότητα». Μπορούμε δηλαδή να πούμε πως η φιλελεύθερη δημοκρατία συνιστά ένα πολιτικό και θεσμικό κατασκεύασμα το οποίο δεν αντέχει το πνεύμα της άμεσης, γενικής κινητοποίησης για δημόσια προβλήματα. Με άλλα λόγια, ακόμα και η σοσιαλδημοκρατικά εκπαιδευμένη και πλαισιωμένη φιλελεύθερη δημοκρατία, δυσκολεύεται να «διατάξει» τα ήθη και τις συμπεριφορές να συντονιστούν σε ένα πλαίσιο σωτηρίας της γης, ανάταξης των οικοσυστημάτων ή συνεργασιών με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Τα κράτη βεβαίως νομοθετούν, οι διοικήσεις τους ορίζουν στόχους, πολιτικές εξαγγέλλονται και ασκούνται –όμως η σφαίρα της ατομικής επιλογής και οι προτιμήσεις των ατόμων διαθέτουν πάντα τεράστια περιθώρια ανυπακοής και αδιαφορίας. Η σφαίρα της κοινωνικής συνειδητοποίησης παραμένει ισχνή και εύθραυστη απέναντι στην ισχύ της αδράνειας. Όταν ακόμα και ανώδυνες αλλαγές, όπως η αντικατάσταση των πλαστικών ποτηριών μιας χρήσης και τα «χάρτινα» καλαμάκια του καφέ κάνουν χρόνια για να εμπεδωθούν στην πράξη, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο πιο επισφαλής είναι η αλλαγή στη γενική κουλτούρα της κατανάλωσης, στα πρότυπα ευτυχίας και αυτοπραγμάτωσης εκατομμυρίων ανθρώπινων όντων.

Αυτό μου φαίνεται πως παραμένει το σοβαρότερο εμπόδιο για κάθε μεταρρυθμιστική πολιτική οικολογία της εποχής μας: πολλά δεδομένα την ωθούν στη στροφή προς αυταρχικές και αντιφιλελεύθερες κατευθύνσεις, την ίδια στιγμή όμως, η οικολογική αυτεπίγνωση των κοινωνιών μας θα αποτύχει πλήρως αν εκλείψουν οι δυνατότητες πειθούς για μεγάλο αριθμό πολιτών και ιδίως για τους νεότερους. Ο χρόνος της πειθούς, της ενημέρωσης και του αναστοχασμού είναι πάντα αργός και πολύτιμος. Διότι δεν μπορεί να απαλλαχτεί από λεπτές συγκρούσεις ερμηνειών και από τριβές ως προς τις αξίες και την πρακτική τους μετάφραση σε τρόπους του βίου. Πιθανότατα, η φιλελεύθερη δημοκρατία να πρέπει να μεταρρυθμιστεί άμεσα σε μια ρεπουμπλικανική δημοκρατία των μεγάλων στόχων, σε μια πολιτεία όπου το κοινό καλό θα διαθέτει μεγαλύτερη αίγλη από τις μοριακές, ατομικές επιθυμίες που αδυνατούν να συντονιστούν μεταξύ τους. Μπορεί αυτή η μεγάλη στροφή να ξετυλιχτεί μέσα στις αργόστροφες, αντιφατικές και γεμάτες πισωγυρίσματα δημοκρατίες μας; Ή η πολιτική οικολογία θα αναγκάζεται σε πολιτικές συμμαχίες με συντηρητικούς αντιμοντέρνους ή ριζοσπαστικούς αριστερούς «πειραματιστές» που έχουν απελπιστεί από τα πίσω-μπρος των δημοκρατιών του Κέντρου;

Μακάρι, στα επόμενα χρόνια, να βρεθεί μια αποτελεσματική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Χρόνος πάντως δεν περισσεύει. Μια νέα συνθήκη αμοιβαίας δέσμευσης από τα πολιτικά συστήματα στους πολίτες μπορεί να δώσει λύση στο δράμα που ζούμε ήδη, αλλά δεν έχει ακόμα ξεδιπλωθεί στις έσχατες συνέπειές του. Η πολιτική οικολογία, όπου βεβαίως υπάρχει ως αξιόλογο μέγεθος, είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δυνάμεις που καθησυχάζουν τον πολίτη αργοπορώντας και σε εκείνες τις φωνές που προφητεύουν καταρρεύσεις ή μια ακόμα ριζική επανάσταση. Ανάμεσα στους εφησυχάζοντες της ρουτίνας και στους πωλητές εξεγέρσεων που δεν μπορούν να σταθούν με δημοκρατικά μέσα, η πολιτική οικολογία καλείται να βρει τα δικά της πατήματα και τις αντίστοιχες πνευματικές της αξιώσεις.

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή