[Μεταξύ άλλων: Καλλιόπη Αλεξιάδου, Ευγένιος Αρανίτσης, Αννίτα Αργυροηλιοπούλου, Χρήστος Βακαλόπουλος, Νίκος Καρούζος, Εμμανουήλ Κουτσουρέλης, Ηλίας Λάγιος, Πάνος Μαμασούλας, Κωστής Παπαγιώργης, Γεωργία Σαγρή, Θάνος Σταθόπουλος, Εύα Στεφανή, Γιάννης Τζώρτζης, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Τσάκαλος, Κώστας Τσώλης, Νίκος Φατούρος]
Δεκαπενταύγουστος με τον Τζώρτζη
[Αντικριστά στο σκοτάδι, άνοιξα τον καιρό γυρεύοντας τη φωτιά της μνήμης]
Δεκαπενταύγουστος, η κατάλληλη στιγμή, έχω ξυριστεί, ύστερα Old Spice, βιταμίνες, τούρκικος καφές εν Ελλάδι, σύκα, σταφύλια, ένα μάνγκο, το αναθεματισμένο πολλαπλό σιγαρέτο, η μέριμνα για τη δέουσα playlist, ανασκαφές στις βιβλιοθήκες, πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι, σάματις κάνω τίποτις άλλο μες στις επελαύνουσες δεκαετίες, ν’ αργήσω να βάλω ζιβανία (με προειδοποιώ), τούτη τη στιγμή το Canto General στη διαπασών, θροΐζουν οι ακακίες στη Σπετσών, κλειστό το κινητό, εργαστήριο επεξεργασίας αναμνήσεων το μυαλό, το Κέρασμα του Απογεύματος στο γραφείο ανοιχτό, με το σολεξάκι στα καλντερίμια της μνημοσύνης, λιθόστρωτοι κήποι, κρύο κρέας του κρανίου, la vie est belle et facile, ό,τι κι αν λένε, τραμπάλα απ’ τη μια ο pop, ο frivolous, μεσιέ εαυτός μου, από την άλλη η αγωνία για τη φθορά και το σκότος και το γήρας, λαδί χιτώνιο φορώ, άνθη κρατώ, βερμούδα παραλλαγής, σταυρουδάκι ασημένιο, δώρο από την αδελφή μου που παραστέκεται, δεμένο σημειωματάριο με τον Dylan, Moleskine πράσινο, η Kaweco Olivine, οι εμπράγματες διδαχές του Μπαμπά για το ασορτί και το επιμελώς ατημέλητο, είμαι τα φαντάσματα όσων αγάπησα μες στα ερείπια μιας εποχής, jamais plus nous ne boirons si jeunes.
[Έχεις τόσα κεφάλια όσες κι οι ώρες της νύχτας ]
Σε βλέπω στις καλλιόπες του ηρωικού και διόλου πένθιμου Δευτέρου Γυμνασίου Αρρένων Βόλου, καπνίζουμε και φωτογραφιζόμαστε, εσύ σίγουρα την έχεις τη φωτογραφία, είσαι μανιακός αρχειοθέτης, Φίλε μου, καρελάκι ισόγειο, πρώιμος Zippo, κουβέντες, Τετάρτη Γυμνασίου, 1974, η Μεταπολίτευση σκάει κι απογειώνεται, φρενιασμένη φρενίτιδα, αντάρτικα και Genesis, οι απίθανες αντινομίες μας, Μάριος Χάκκας και Faulkner, «Time in a Bottle» και «Φωτογραφία με την Μπέλλου», σε ακούω, σε βλέπω, σε κοιτώ, δέμας καλαθοσφαιριστή, μετέπειτα αρσιβαρίστα, μάτια ολοστρόγγυλα, αδημονούντα να δούνε του σύμπαντος τα κόλπα, δάχτυλα κιθαρωδού, μυαλό ζαλωμένο μ’ έγνοιες απ’ τα δεκαπέντε, γέλιο Φάλσταφ, καρδιά Ντ’ Αρτανιάν, ώτα που ήδη παφλασμούς και συγχορδίες και αντάρες και μυκηθμούς και γλυκόλογα και ψελλίσματα και ψαλμούς ακούνε, να διαισθάνεσαι στις καλλιόπες, εκεί, μια μοίρα τεθλασμένη μα συνεπή, ένα πεπρωμένο κατακερματισμένο μα συνεκτικό, δεν είναι δυνατόν λέει κανείς – κι όμως είναι θα πεις εσύ.
[Η στιγμή με τύφλωσε κι έκανα ν’ αγγίξω τον αέρα σου, έκαψα τις παλάμες μου, έκαψα τη ζωή μου]
Κράτησε τη ζωή του, με τις χερούκλες του και πέτρες θρυμματίζει, ο Γιάννης Τζώρτζης, συμμαθητής από το εβδομήντα τέσσερα, με ντυμένα επιμελώς τετράδια, πάντα με το σπιράλ μπλοκάκι στην τσέπη του ανεπίληπτου αμπέχονου και τον Parker Jotter σε επιφυλακή, στη Μινέρβα (του πατέρα τού Θανάση Νιάρχου), στην ταβέρνα των αλιεργατών, στο Saloon κάτω από την Εξωραϊστική, στο έφηβο δωμάτιο στην οδό Οικονομάκη, στη Sanitarium (ω πόσες φορές τ’ ακούσαμε! «Time in a Bottle», «Sailing», «Oh mon amour», «Locomotive Breath»), κι αργότερα στον Μπερντέ, στη Ζωοδόχου Πηγής, και σ’ όλα τ’ αλανιάρικα στέκια (Λώρας και Au Revoir, Galaxy και Ρόδον), στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και στο Χνάρι και στον Κάουφμαν για εξερευνήσεις και απαλλοτριώσεις φιλογνωσίας και φιλαναγνωσίας φρενήρους, να διαβαίνει, ο Τζώρτζης, καθώς ο Κερουάκ, μουσηγέτης, αγνός και ανεξέλεγκτος, εποφθαλμιώντας, ένα χάραμα κρασοκατάνυξης άσπιλης και άμωμης, το άγαλμα του Johnny Walker, συνθέτοντας συνάμα μουσκεμένες ωδές στο λωλαμένο, μα πάντα σαν έτοιμο, σαν θαρραλέο του μυαλό.
[Ρίγη της υγρασίας, ρίγη της ιστορίας. Κάποτε είχες κι εσύ ένα όνομα. Τώρα ζωντανεύεις τα παιδικά μου αναγνώσματα κι οι στρατιές της νύχτας πληθαίνουν]
Εμείς τη λέμε τη ζωή, αμέ! την πιάνουμε απ’ τα χέρια, sure! χαράματα η ώρα τρεις, ακάματες περιπολίες στα θέσφατα, στον Ντοστό και στον Καρούζο, στους Velvet και στη Nico, στον Ελύτη και στον Mailer, σε μπητνίκους αγαθεμένους απ’ τα λιώματα και σε situationnistes που πέρασαν μέσα από μια σχετικά μικρή μονάδα χρόνου, ο Τζώρτζης, κι ο Τσαλής, κι ο Πινακάς, κι ο Σταθόπουλος, κι ο Μαύρος, κι ο Τσάινα, κι ο Λουδοβίκος, και τα κορίτσια μας, κι εγώ που σας τα ιστορώ, δεκανείς στης νύχτας τις στρατιές με λογισμό και μ’ όνειρο, με τις αισθήσεις πάντα σε εγρήγορση, με τις διόπτρες στραμμένες στο γύρω νυν, στης πραγματικότητας τα κελεύσματα («Yes, for all of us in the Shakespeare Squadron, writing is just that: not an escape from reality, but an attempt to change reality»), κάτι να ψιθυρίσουμε κι εμείς πασχίσαμε περνώντας από ορυμαγδούς αλλά και γλέντια, από μπουρλοτιέρηδων ερώτων στραπάτσα μα και από αγάπης αβυθομέτρητης άδολους θριάμβους, ναι, ο Γιαννάκος κι ο Ικαρούλης, μες στις λόχμες κι αν δαπανηθήκαμε, κι αν ποτέ δεν μαζέψαμε τη ζωή μας κομματάκι-κομματάκι, κι αν με σπαραγμό και γέλια αναρωτηθήκαμε, με δάκρυα στα μάτια, από ποιο μακελειό άραγες καταγόμαστε, ξέρουμε πως η ζωή δεν έχει πώμα, την κατέχουμε την τέχνη να βγάνουμε ξύγκι από τη μύγα της poésie, κι άμα λάχει γνωρίζουμε άριστα και μπρίκια να κολλάμε και τέττιγες να πεταλώνουμε.
[Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, ενώ ένας ποταμός από λέξεις με έζωνε από παντού. Είχα λέξεις για την απουσία, λέξεις για την απόσταση, έδινα ονόματα στο θάνατο, τη ζωή, τον έρωτα]
Στους λειμώνες τ’ ουρανού, δυο φίλοι, και στων εντύπων το θάλπος, και του ενός ο πατέρας, ο λεγόμενος Κίσινγκερ να αποφαίνεται, όταν διαμαρτυρηθήκατε αφού σας επέπληξε για των σπουδών σας στον κόκορα το φόρτωμα (Μα, μπαμπά, γράφουμε κι έχουμε κοινό, μας διαβάζουν), Ναι, γνωρίζω καλώς ποίοι σας διαβάζουν: αι πόρναι και οι χασισοπόται, και του αλλουνού ο πατέρας, ο λεγόμενος Στρατηγός, να καγχάζει, όταν επιμείνατε ότι έργον τελείτε ψυχωφελές, Ναι, ξεμεθύστε πρώτα και θα το βρει η Υπηρεσία τι τελείτε, ενώ ο Λαμπράκης, ο μαθηματικός σας, να υποτονθορύζει κάτου απ’ τα πελώρια μουστάκια του (δυσοίωνα), Θα τα πούμε, θα τα πούμε στο τρίμηνο, κι ο εκδότης σας, ο λεγόμενος Λεγεωνάριος, να κραυγάζει στη Ζωοδόχου Πηγής, Γιατί δεν πάτε να γράψετε, βρε κωλοπαιδαράδες!, αλλά το χαβά σας εσείς, απτόητοι και οινοβαρείς, oui!, το βιολί σας εσείς, και τι βιολί!, καψουροβιόλι, η Scarlet Rivera, είχατε τις βλέψεις σας, εσείς, είχατε το σχέδιό σας, κι ο ένας να στήνει το περιοδικό Όμως (για τη λογοτεχνία και τις απολαύσεις), ο άλλος το περιοδικό Ζάλη (για τη λογοτεχνία και τις καταδύσεις), ο ένας να γράφει βιβλίο για τη Marilyn, ο άλλος να γράφει βιβλίο για τον Dylan, και ο ένας και ο άλλος να θητεύετε στα ερτζιανά, και να παίζετε Μπαγιαντέρα και Chet Baker, και ν’ απαγγέλλετε Σαχτούρη Μίλτο και John Ashbery, κι όπως άλλοι έτρεχαν στον Ελασίτη (ο Λάγιος) σεις στον Alan Ansen να τρέχετε, και να σας σερβίρει ποτήρες, τι ποτήρες; μπότσες!, ουίσκι, και να ʼχει στον τοίχο του Μαυροφορεμένες Παναγιές που ζωγράφισε ο αλάνης Gregory Corso, και να τον βομβαρδίζετε, τον Alan, μ’ ερωτήσεις μετεφηβικές για τον Burroughs και τον Kerouac και τον Ginsberg, κι ο Alan, μ’ όλο του το δίκιο, να ξεσπάει, Τι ρωτάτε συνέχεια για το βρακί του Τζακ, έχετε τον Όμηρο, παλιόπαιδα, και κάθεστε και με ζαλίζετε με το βρακί του Τζακ, και να πιάνει από στήθους ν’ απαγγέλλει Ιλιάδα και Οδύσσεια, αποσβολώνοντάς σας και τους δύο και βάζοντας, δεόντως, στον πάγκο του τον κάθε κατεργάρη.
[Έβγαινα απ’ όνειρο μες στον πανικό και τη ζάλη. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο εφιάλτης. Μια φωνή κεντημένη απ’ τον άφατο πόνο γρύλισε υστερικά στ’ αυτί μου: Συνέχισε αυτό το μακελειό. Μην πας να στρίψεις. Κατάστρεψε τη μουσική. Σκάψε όσο μπορείς βαθύτερα – λιγότερο βάθος μένει]
Περιπλανήθηκαν, περιπόλησαν, παραλογίστηκαν, προλόγισαν, παραπλανήθηκαν, παραπλάνησαν σε αλέες της αμφιλύκης, και στης χαρμολύπης καντούνια, και σε σοκάκια της χαρμόσυνης αγγελίας, σε κάμαρες υγρές μελέτησαν και βούρκωσαν, σε αίθρια και σε ποτοσχολαστήρια έθυσαν στον Βάκχο, σε χάσματα χορταριασμένα αναγορεύτηκαν απόγονοι της νύχτας, ξέσκισαν μελοδράματα κι αγνάντεψαν ανατολές, έπιαν τον καύκον πάλι και τον νουν πάλι απώλεσαν, ξανά και ξανά, μα τον ηύραν οι παλιομακαντάσηδες, τον νουν, οι αδελφοποιτοί, σκυμμένοι πάνω από βιβλία και χαρτιά, ξεχέρσωσαν τον χρόνο και σε απογύμνωση τη σκέψη γύμνασαν (υπόκλιση στον Καρούζο χιλιοστή!), συνέχισαν πράγματι αυτό το μακελειό, με ψαλίδια και κοπίδια κείμενα τεμαχίζοντας, ναι, κείμενα, αποδιαρθρώνοντας συστήματα φιλοσοφικά, βάζοντας το κεφάλι στον ντορβά, σπαζοκεφαλιάζοντας ελεεινά καθώς ματαίως αναζητούσαν την προέλευση της ρήσης σφάξαμε φακές να φάμε τα εντόσθια, περιαυτολογώντας αναίτια και οικτρά, ενδίδοντας σ’ έναν διασαλευμένο προσκοπισμό τής συμφοράς, εγκαλούμενοι ως Heidegger του πεζοδρομίου, εμμένοντας lovers άνευ χαρτοφυλακίου, εκδίδοντας ποιητικές συνθέσεις στον βρόντο, ιερουργώντας στο κενό των ημερών και των νυχτών, συναγελαζόμενοι με τον Αρανίτση και τον Παπαγιώργη και τον Μανίκα και τον Κακουλίδη και τον Φαληρέα και τον Βακαλόπουλο, παίζοντας σκάκι μες στη μεταμεσονύχτια χλαπαταγή, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ για παρελθόντα κρίματα, χτυπώντας το κεφάλι τους στον τοίχο για ματαιωμένα εγχειρήματα, σκορπώντας το έχει και τ’ ορίζει τους στους πέντε δρόμους, σύξυλο αφήνοντας του μέλλοντος τον γυαλάκια, σε γιάφκες μπαινοβγαίνοντας, μα και σε μοναστήρια, ακούγοντας του Πεντζίκη το τριζόνι, μα και τον αμανέ του Bird, εντράδες τρώγοντας προτού να φέξει στη Βυζίτσα, γυρνώντας το από τον Kierkegaard και τον Cioran στον Rip Kirby και στο Andy & Florrie, χαζοπαζαρεύοντας ασύστολα, εμβριθώς καταπιανόμενοι με τον Wenders και τον Antonioni, Carver μεταφράζοντας και Vladimir Nabokov, παίζοντας με τις λέξεις, φίλοι μένοντας μες στη νηφάλιο μέθη μισόν αιώνα τώρα, Τζώρτζης και Μπαμπασάκης, χλιμίτζουρες ολκής, τον Χάρο χαρακώνοντας.
Κυψέλη, Δεκαπενταύγουστος 2026

