Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιώτα Τεμπρίδου

Φιλοσοφικ’ α μπε μπα μπλομ: Η Σοφία στη χώρα των χωρατών

Σοφία Χατζοπούλου, Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι, Θράκα, Λάρισα 2023.

Αν τα αισθητήρια (και δευτερευόντως οι γνώσεις) μου δεν με απατούν, το μικροδιήγημα παραμένει ένα είδος που στην Ελλάδα δεν πολυφτουράει[1]. Μου έχει συμβεί πολλές φορές να είμαι στο βιβλιοπωλείο και να μπαίνει κάποια ζητώντας ένα όσο εκτενέστερο τόσο το καλύτερο μυθιστόρημα ή να κατευθύνεται με φανερή λαχτάρα στα ράφια της ποίησης. Ανοίκεια μου είναι όμως η διατύπωση «ψάχνω κάτι σε μικροδιήγημα» και μέχρι σήμερα δεν είμαι απολύτως σίγουρη πως δεν αστειευόταν εκείνη που στις 16 Μαρτίου μου είπε: «το μικροδιήγημα είναι το αγαπημένο μου είδος».

Το θέμα είναι πως κάποτε δεν το αναγνωρίζουμε καν ως είδος – το βαφτίζουμε ποίηση (!) και από δω παν κι άλλοι. Κάπως έτσι προκύπτουν μάλλον διατυπώσεις όπως «ένα ποιητικό βιβλίο με μικροδιήγηματα» (που άκουσα πρόσφατα από τηλεφώνου). Κάτι άλλες διατυπώσεις, όπως «μια νουβέλα από μικροδιηγήματα», ειλικρινά δεν ξέρω να σας πω πώς προκύπτουν. Σε κάποια βιβλιοπαρουσίαση είχε ακουστεί αυτό, από κάποιον που μάλλον ήθελε να πει «μια νουβέλα σπασμένη σε ενότητες». Εκ των πραγμάτων όμως μυθιστορήματα και νουβέλες δεν διαιρούνται σε διηγήματα και μικροδιηγήματα.

Πραγμάτων που τα είχαμε για αυτονόητα συνέχεια: Το μικροδιήγημα ζει, σε άλλους τόπους ευδοκιμεί και με δυο λόγια είναι η πιο μικρή φόρμα πεζού λόγου. Κυριότερο γνώρισμά του είναι προφανώς η συντομία, κατ’ επέκταση το χαρακτηρίζει και η συμπύκνωση. Η ανάγνωση ενός μικροδιηγήματος μπορεί να μην πάρει πάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Μικροδιηγήματα μπορεί να διαβάσει κανείς περιμένοντας τη γιατρό να τον δει, το φαΐ να ζεσταθεί, τον καφέ να ψηθεί. Τα λέω όλα αυτά γιατί τα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι, το πρώτο βιβλίο της Σοφίας Χατζοπούλου, μολονότι δεν το δηλώνουν ρητά (δεν το γράφουν στη σελίδα τίτλου, ας πούμε) είναι μια συλλογή μικροδιηγημάτων.

Όλα ξεκινούν με την Πέπη: «Στην Πέπη» είναι ο τίτλος του μικροδιηγήματος που ανοίγει τη συλλογή, ένας τίτλος που θυμίζει πολύ αφιέρωση. Η Πέπη δεν είναι μια παλιά συμμαθήτρια, μια μακρινή ξαδέρφη, μια συνάδελφος της αφηγήτριας, είναι μια εκκεντρική κολόνα της ΔΕΗ, μια κολόνα που εκτός από όνομα έχει και το δικό της στιλ. Δεν ξέρω πόσο συχνά δίνετε σημασία σε μια κολόνα της ΔΕΗ, αλλά η Πέπη, χάρη στη Σοφία, έχει τη δική της προσωπικότητα και ιστορία:

Η Πέπη ήταν η πιο εκκεντρική κολόνα της ΔΕΗ στη γειτονιά. Αν και ήμασταν όλοι συνηθισμένοι στα καμώματά της, μείναμε έκπληκτοι, όταν ένα πρωί την είδαμε να φοράει ένα ολοστρόγγυλο καπέλο από άχυρα και ψάθα. Ο κόσμος ψιθύριζε. Δυο πελαργοί απλώς εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση. Αργότερα βάφτισαν το ένα τους μωρό Πέπη, προς τιμήν της.

Ο άνθρωπος δεν είναι στο επίκεντρο εδώ, θα μπορούσαμε και δίχως του, και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει δραστικά στις επόμενες σελίδες. Η Σοφία επιλέγει αντικείμενα που περνάν συνήθως απαρατήρητα, τους δίνει πνοή, τα βγάζει απ’ την αφάνεια: «κάθε πέτρα», γράφει, «που παίρνει το ρίσκο να στέκεται δίπλα σε ένα φρεάτιο υπονόμου είναι μια αναβλητική αυτόχειρας» (11)· και αλλού: «κανείς δεν ξέρει τι σκέφτονται οι τσίχλες» (36). Κάποτε χρησιμοποιεί λέξεις (που ξέρει και τις χειρίζεται καλά, αν και πιο ταιριαστό μου φαίνεται να πω πως είναι φίλη τους), για να γράψει για λέξεις-μέλισσες, λέξεις που ξελογιάζονται και αφανίζονται, λέξεις κομμένες στα δύο (13)[2]. Άλλοτε καταγράφει τις «περιπέτειες μιας κουκκίδας», στην οποία απευθύνει μάλιστα τον λόγο: «Πού είσαι, κουκκιδίτσα;», «Πέρασες καλά, κουκκίδα;», «Τα λέμε πάλι αύριο, κουκκιδίτσα» (49). Ή βάζει τις άσπρες τρίχες να μιλάνε, οπότε και λέει η καθεμιά τα δικά της: «άσπρισα όταν βγήκες από εκείνο το μετρό στη Ρώμη και κατάλαβες ότι έχανες για πάντα τη Μαρίνη» η μια, «άσπρισα όταν άρχισες να τρέχεις και να μη φτάνεις» η άλλη, «άσπρισα εχθές που πήγες και ακούμπησες σ’ ένα ασβεστωμένο δέντρο» μια τρίτη (52).

Εκτός από ζωντανεμένα άψυχα, απ’ τις σελίδες του βιβλίου περνάν διάφορα έμβια: η συκιά με τα περίπου τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια μικρά πράσινα χεράκια, ψύλλοι που πηδάν από αγκαλιά σε αγκαλιά, μύγες που σώζονται και θανατώνονται. Περνάνε επίσης και μερικοί άνθρωποι, το είδος τους δεν έχει εξαφανιστεί: η Γιώτα, ο Ζαφείρης, ένας παππούς πίσω από μια κλειστή πόρτα, ένας θείος με γλυκάνισο, ο αρτοποιός-αρτίστας. Ο τίτλος της σταρ του βιβλίου όμως πάει αυτοδικαίως στη γιαγιά, που θυμιατίζει, παρακολουθεί ειδήσεις και αποκοιμιέται στον καναπέ, παθαίνει άνοια και ο κόσμος της γίνεται τόσος δα[3]. Ανθρώπινα και μη όντα αλληλεπιδρούν πότε πότε, όπως τότε που η αφηγήτρια (που την παίρνω για άνθρωπο) ταξιδεύει πάνω σ’ έναν μεγάλο πράσινο βάτραχο (56).

Μοιάζουν ίσως κάπως ανάλαφρα όλα αυτά (πράγμα που από μόνο του καθόλου δεν [με] πειράζει), η συλλογή όμως είναι καλοβουτηγμένη στη φιλοσοφία. Μια προμετωπίδα της είναι παρμένη απ’ τον Μπλεζ Πασκάλ και μια άλλη απ’ τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Ένα μικροδιήγημα έχει τίτλο «Σύγχρονη φιλοσοφία». Κάπου υπάρχει η, βγαλμένη απ’ τη ζωή, διατύπωση «Στο πανεπιστήμιο, στο μάθημα της φιλοσοφίας» (38). Σε διάφορα σημεία θίγονται ζητήματα που δεν θα ήταν άστοχο να τα πούμε φιλοσοφικά – η ενδεχομενικότητα φερειπείν. Ορισμένα διηγήματα είναι λίγο ή πολύ πιθανό να θυμίσουν φιλοσοφικούς λόγους. Παραθέτω, για να δώσω ένα παράδειγμα, το συντομότερο της συλλογής, το «Memory Game»:

Όποια καρτούλα κι αν γυρίσεις, θα βρεις πόλεμο.

Οχτώ λέξεις όλες κι όλες, δέκα μαζί με τον τίτλο, λένε μια ιστορία, που δεν διαβάζεται με έναν τρόπο μόνο. Κάποια θα αντικαθιστούσε, αυθαίρετα, μπορεί και ασυναίσθητα, την «καρτούλα» με την «πέτρα», το «γυρίσεις» με το «σηκώσεις». Η ιστορία θα έμενε τελικά στη μνήμη της ως εξής: «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις πόλεμο». Κάποιος θα φανταζόταν κάρτες τσαλαπατημένες, βρώμικες, κακοπαθημένες, με άκρες κομμένες, σκισμένες, λειψές, λες και γύρισαν απ’ τον πόλεμο των καρτών. Μια άλλη θα θυμόταν τον Ηράκλειτο ίσως και τον δικό του, πάντων πατέρα, πόλεμο.

Παραθέτω ένα μικροδιήγημα ακόμα, με αγγλικό τίτλο πάλι, παρμένο απ’ τη φιλοσοφία πάλι, συγκεκριμένα απ’ τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο τίτλος είναι «Thrownness» (πιθανή μετάφραση στα ελληνικά, που δεν τον κάνει απαραίτητα ευκολότερα κατανοητό: «ερριμενότητα»):

Μας έβαλαν μπροστά από έναν πάγκο με τυλιγμένες πιθανότητες χωρισμένες θεματικά και μας ζητήθηκε με τη σειρά να επιλέξουμε μία από κάθε ενότητα. Αφού επέλεγες το είδος σου, μεταφερόσουν στους επόμενους πάγκους για να διαλέξεις το χρώμα των ματιών σου, το σχήμα των δοντιών σου και τα λοιπά γνωρίσματα. Τότε βέβαια δε γνωρίζαμε ακόμη τι θα πει να είσαι όστρακο και τι λουλούδι, πράγμα που έκανε τη διαδικασία επιλογής να μοιάζει πιο πολύ με κλήρωση. Ακόμη κι έτσι, αν τώρα είμαι μια μικρόσωμη γαζέλα και όχι ένας γαζωτής με νανισμό υπήρξε επιλογή μου. Κάθε φορά που μας κυνηγάνε τα λιοντάρια, αναθεματίζω εκείνη την επιλογή, αλλ’ ίσως όταν τα δόντια τους θα χώνονται μια μέρα στο λαιμό μου να με παρηγορήσει η σκέψη ότι σε κάθε σειρά υπάρχουν πάντοτε κι εκείνοι που επιλέγουνε τον κύριο Ζονκ[4] και αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι το επόμενο παζάρι των πιθανοτήτων.

Φανταστείτε, αν θέλετε, τις τυλιγμένες πιθανότητες: Πώς μοιάζουν; Τι χρώμα είναι το περιτύλιγμα; Κάθε μια έχει άλλο; Κυρίως όμως: Πόσες είναι; Τι πιθανότητες υπάρχουν;

Όσον αφορά τη φιλοσοφία, δεν θα ήταν ίσως άσκοπο να πω πως η Σοφία έχει κάνει ένα μεταπτυχιακό που έκλεισε με μια διπλωματική με τίτλο Γελαστός και γελοίος άνθρωπος: Μια φιλοσοφική διερεύνηση του χιούμορ και του γέλιου[5]. Δεν ξέρω πόσο μπορεί να την καθόρισε η εργασία αυτή, αν αναζητήσετε όμως το βιογραφικάκι της στο yusra, θα τη βρείτε να συστήνεται ως «ένα πάντοτε γελοίο και μερικές φορές γελαστό κορίτσι που γράφει μικρο-διηγήματα».

Όσον αφορά τα ερωτήματα τώρα (επειδή δεν κρατήθηκα και έθεσα αρκετά μαζεμένα παραπάνω), κατά την ανάγνωση άλλων μικροδιηγημάτων του βιβλίου μού προέκυψαν και άλλα: Ο βάτραχος (που λέγαμε πριν) πόσο μεγάλος είναι; Βαστάει ολόκληρη άνθρωπο ή πρέπει να μικρύνει η άνθρωπος πριν τον ανέβει; Πώς μικραίνεις; Τι σημαίνει ο τίτλος «Είσαι το πτηνό σου»; Κάτι σαν όποια το έχει είναι; Ζώντας με παπαγάλο, παπαγάλος γίνεσαι; Ή το πράγμα πάει περισσότερο σε κάτι σαν όμοιος τον όμοιο γυρεύει;

Τι άλλο κάνει η Σοφία στα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι, πέρα απ’ το να γεννά ερωτήματα; Εικονογραφεί τον αυτοκαταστροφικό λόγο (13), γράφει μια σύντομο ιστορία του κόσμου (53), καταγράφει ένα όνειρο (57)[6], κάποια παράδοξα και μερικά, νοητικά ως επί το πλείστον, πειράματα. Μας λέει «Πώς να εξαφανίζουμε» (25) και «Πώς να εξαφανιζόμαστε». Ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να σου φανεί χρήσιμο κάτι τέτοιο· δίνει τρεις τρόπους, ο πρώτος αρέσει πολύ στον γάτο μου: «Σηκώνουμε το πάπλωμα και μπαίνουμε από κάτω. Παραμένουμε σε αυτή τη θέση, μέχρι να μας ξεχάσουν» (27). Δίνει οδηγίες – «Οδηγίες για την εξασφάλιση της υστεροφημίας» (29) συγκεκριμένα, καθώς και «Οδηγίες για τη σωστή διαρρύθμιση του οικιακού χώρου» (47). Μοιράζει επίσης απλόχερα ιδέες πώς να περάσουμε την ώρα μας. Θα έλεγα τέλος πως κάνει τη ζωή (και όχι μόνο την αναγνωστική) πιο ευχάριστη.

Είπα «ανάλαφρα» παραπάνω, είπα «ευχάριστη» μόλις τώρα, δεν έχω πει όμως ακόμα «κωμικό», δεν έχω πει «αστείο». Τα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι είναι ένα βιβλίο που θέλει (και μπορεί) να είναι αστείο[7]. Το κωμικό είναι στην πρώτη γραμμή και, αντικρίζοντάς το, θυμήθηκα το παλιό παιχνίδι-πρόκληση: «Πες ένα βιβλίο που σ’ έκανε να γελάσεις δυνατά!». Αν το παίζαμε σήμερα ξανά, εγώ σ’ αυτό το βιβλίο θα πόνταρα. Που η τελευταία λέξη του είναι «γέλια». Η τελευταία περίοδός του: «Σύντομα πεθαίνω στα γέλια».

Η Σοφία έγραψε τα Αινίγματα στο δρόμο για το σπίτι ενώ ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Αυτόν τον καιρό δεν ζει εδώ. Αν τη ρωτήσετε, λογικά θα σας πει πως δουλεύει σε ένα σχολείο σε ένα νησί. Αν αυτό είναι αλήθεια, είμαι σίγουρη πως οι μαθήτριες τη λατρεύουν και πως τις εκπλήσσει συχνά – πηγαίνοντας, π.χ., για μάθημα στη ράχη μιας φάλαινας[8], την οποία δεν μπορεί ν’ αφήσει απέξω, οπότε το μάθημα μεταφέρεται αναγκαστικά στην αυλή.

Υπάρχει όμως και η άλλη περίπτωση. Η Σοφία έχει όντως φύγει απ’ τη μεγάλη πόλη, πήγε όμως να ζήσει στη γειτονιά του Γκονσάλο Ταβάρες. Με το που πληροφορήθηκε την άφιξή της, έγινε γι’ αυτόν «μια φανταστική κυρία». Δεν άργησε να γράψει μερικές ιστορίες γι’ αυτήν, στις οποίες την αποκαλούσε κυρία Χατζοπούλου. Θα νομίζετε πως αστειεύομαι, μπορείτε όμως να πάτε να τον ρωτήσετε. Πού είναι εκείνο το υπόγειο με απέξω την παλιοταμπέλα «Εργασ ήριο δυνη ικής λογο εχνίας»; Από πάνω μένει· χτυπήστε του.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο καφέ «Ήλεκτρον», στις 29 Απριλίου 2024. Δεν του έχω κάνει καμιά ουσιαστική αλλαγή, απλώς στο προφορικό αποσιωπήθηκαν οι σημ. του, κάτι μικροοργανισμοί που αγαπούν το ημίφως, που έχουν φυσικά τη σημασία τους.]


[1] Δεν αγνοώ, όταν το λέω αυτό, το ιστολόγιο «Ιστορίες Μπονζάι» (https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/), στο οποίο μπορείτε να βρείτε πλούσιο σχετικό υλικό. Παραπέμπω επίσης στη στήλη «Μικρή κλίμακα» (https://www.hartismag.gr/dhmhtra-i-xristodoyloy) που κρατάει η Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου στον Χάρτη. Πρόσφατα εκπονήθηκε η πρώτη (βάσει των στοιχείων του ΕΑΔΔ) σχετική διδακτορική διατριβή σε ελληνικό πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του (ταγμένου στο μικροδιήγημα και τη [συλλογική] μετάφραση) Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – είναι βέβαια γραμμένη στα ισπανικά: Luisa Marisol Fuentes Bustamante, Voces femeninas en la minificción griega del siglo XXI: Una aproximación al microrrelato griego contemporáneo (https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/54706).

[2] Γράφει επίσης ένα μικροδιήγημα, «Το λάθος», για δύο «που» που είναι γραμμένα δίπλα δίπλα και έντρομα κοιτάνε τον κέρσορα να τα πλησιάζει προκειμένου να σβήσει το ένα, αλλά δεν ξέρουνε ποιο. Εκεί που προσπαθούσα να μπω στη θέση τους, το μυαλό μου άρχισε τα παιχνίδια και θυμήθηκα τότε που ήμασταν μικρά και τα καλοκαίρια στη θάλασσα είχαμε δυο γλάρους. Πολλούς γλάρους είχαμε, αλλά ξεχωρίζαμε δυο, τον Θωμά και τον Αργύρη. Από μακριά τους διακρίναμε, σηκώναμε το δάχτυλο στον ουρανό και φωνάζαμε τα ονόματά τους. Δεν είχαμε συζητήσει ποτέ τι το ιδιαίτερο είχαν και πώς τους εντοπίζαμε ανάμεσα στο πλήθος. Έτσι κι έλεγε ένας από μας «να ο Θωμάς και ο Αργύρης», το επιβεβαιώναμε και οι υπόλοιποι. Όταν μας ζητούσαν εξηγήσεις οι μεγάλοι, το παίζαμε μυστήριοι, σιγά να μη σας πούμε, κοιταζόμασταν με νόημα και γελούσαμε πονηρά. Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό, αλλά κάποτε, out of the blue (το αγγλικό, out of the blue κι αυτό), άρχισα ν’ ανησυχώ πως οι υπόλοιποι είχαν όντως έναν τρόπο ν’ αναγνωρίζουν τους γλάρους που μόνο εγώ αγνοούσα. Από τότε, όταν πλησίαζαν οι γλάροι, έκανα πως κοιτούσα αλλού, μη χρειαστεί να τους ονοματίσω και βρεθεί κάποιος να μου πει «τρελάθηκες; Δεν είναι ο Αργύρης αυτός».

[3] Ακολουθήστε, αν θέλετε, τη γιαγιά στις σελίδες 15, 16, 19 (και 52).

[4] Τον κύριο Ζονκ απόρησα πού τον ξέρει η (πολύ νεότερή μου) Σοφία. Εγώ τον έβλεπα με τη γιαγιά μου πάντως, όταν πήγαινα δημοτικό!

[5] Διαθέσιμη εδώ: https://ikee.lib.auth.gr/record/337777?ln=el.

[6] Ο ύπνος και τα τερτίπια του υπάρχουν και αλλού στη συλλογή. Ενδεικτικά είναι τα παρακάτω σημεία: «Ξυπνάει ταραγμένη και ελέγχει τη συκιά, αλλά η συκιά κοιμάται» (9), «Από μικρό παιδί ονειρευόταν τέρατα» (10), «Ξυπνάω με παραλυμένα άκρα και κομμένη ανάσα. Απέναντί μου, πάνω στο καλοριφέρ, μια σειρά από βατράχους περιμένει να κλείσω ξανά τα μάτια μου» (56). Βλ. επίσης το «Μην το δοκιμάσετε στο σπίτι», όπου ελέγχεται πειραματικά «η μεταδοτικότητα του χασμουρητού», και την «Καταγραφή ενός ονείρου», με την οποία κλείνει το βιβλίο.

[7] Δεν το έβαλε σκοπό η Σοφία να επιδείξει τα υψηλά επιτεύγματα της φαντασίας ή της γραφής της (αν και προσωπικά ούτε λίγο δεν υποτιμώ κάποια απ’ τις δυο). Το πιθανότερο είναι πως πρόθεσή της ήταν να περάσουμε διαβάζοντας όσο καλά πέρασε εκείνη γράφοντας. Μιλώντας για το κωμικό και έχοντας αναφερθεί ήδη στα του ύπνου (βλ. προηγούμενη σημ.), παραθέτω και κάτι που έχει σημειώσει η ίδια η Σοφία αλλού: «Εκείνον τον καιρό το κωμικό μού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ακόμη και στον ύπνο μου έφτιαχνα ανέκδοτα, τα οποία μου φαίνονταν τρομερά αστεία όσο ακόμη κοιμόμουν, όχι όμως και αφότου ξυπνούσα». Βλ. «Ο άνθρωπος μέσα στον καθρέφτη (δεν) είσαι εσύ», yusra 17, 2023, 53-55, 53.

[8] Το λέω αυτό λόγω του ακόλουθου «αινίγματος»: «Καμιά φορά, όταν τυχαίνει να έχει μόλις βρέξει κι εγώ γυρίζω σπίτι από κάτι παντέρημους δρόμους, μου συμβαίνει καθώς περπατάω στη μέση της βρεγμένης ασφάλτου, που φωτίζεται από μία και μόνη λάμπα, να έχω ξαφνικά την εντύπωση ότι περπατάω πάνω στην υγρή ράχη μιας τεράστιας φάλαινας που φωτίζεται από τα φεγγάρι. Όμως πολλές φορές μου συμβαίνει και το αντίθετο. Καθώς βαδίζω πάνω στη ράχη μιας μαύρης φάλαινας που φωτίζεται από το φεγγάρι, μπερδεύομαι και νομίζω ότι πατάω τη βρεγμένη άσφαλτο που λαμπυρίζει κάτω από μια λάμπα του δρόμου, γυρίζοντας σπίτι μετά τη βροχή από παντέρημους δρόμους» (32). Το λέω όμως και για να στρέψω την προσοχή στο σχέδιο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, που είναι της Τζούλια Σπιταλιέρι, όπως και τα υπόλοιπα πέντε σχέδια που διακριτικά συνοδεύουν τα μικροδιηγήματα του βιβλίου (βλ. σ. 8, 23, 30, 44, 54).

Κύλιση στην κορυφή