Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Δήμητρα Κολλιάκου

Γι’ αυτές που παίζουν μπάλα

Δεν θα γράψω για όσους και όσες είχαμε πει πως θα μποϊκοτάραμε το Μουντιάλ στο Κατάρ, αλλά δεν το κάναμε μέχρι τέλους. Το πρώτο ματς που είδαμε στο σπίτι ήταν Αγγλία-Γαλλία για την πρόκριση στα ημιτελικά. Οι κόρες μας ήταν με την Αγγλία (μας υπενθύμισαν ότι εκεί γεννήθηκαν), εμείς με τη Γαλλία για λόγους μάλλον άσχετους, μεταξύ άλλων το Brexit. Ζούμε όμως πλέον στη Γαλλία, και η εθνική Γαλλίας είναι μια πρόκληση για την Ακροδεξιά –κάθε της νίκη είναι συμβολικά μια νίκη ενάντια στον ρατσισμό.

Όλοι όμως ξέρουμε πως το ποδόσφαιρο παραμένει μια βρόμικη ιστορία, όπως επίσης ξέρουμε, κι ας μην το λέμε, ότι το μόνο «καθαρό» ποδόσφαιρο είναι τώρα πια το γυναικείο. Κάποιοι θα πουν πως τη μέρα που οι παίκτριες θα αμείβονται όσο και οι άνδρες παίκτες, τη μέρα που το γυναικείο ποδόσφαιρο θα είναι τόσο δημοφιλές όσο το ανδρικό, θα έχει πάψει προ πολλού να είναι «καθαρό». Αυτό είναι το πιθανότερο, αν και πάμπολλες χώρες θα χρειαστεί ν’ αλλάξουν πρόσωπο, πριν επενδύσουν στη γυναικεία μπάλα. Aκόμα και στον δυτικό κόσμο, πολλά στερεότυπα θα πρέπει να αποδομηθούν. Μια τέτοια στροφή θα ήταν οπωσδήποτε πολύ ευπρόσδεκτη, ακόμη κι αν δεν συνοδεύεται από «καθαρότερο» παιχνίδι (ανάμεσα σ’ αυτούς που πλαισιώνουν το άθλημα), ακόμη κι αν δεν συνεπάγεται μια αλλαγή ήθους πιο γενικευμένη, που, έστω κι αν σε κάποια μέρη έχει ξεκινήσει, σίγουρα προχωράει με πολύ αργούς ρυθμούς.

Γιατί όμως είναι λιγότερο δημοφιλές το γυναικείο ποδόσφαιρο; Είναι μια ιστορία που πρωτάκουσα απ’ τη Μάγια, την ποδοσφαιρίστρια κόρη μου, και θα υπάρχουν ίσως κι άλλοι που την αγνοούν.

Το γυναικείο ποδόσφαιρο έχει πίσω του μεγάλη ιστορία, κι ούτε ήταν πάντα λιγότερο δημοφιλές. Ξεκίνησε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν πολλοί άνδρες παίκτες έφυγαν στρατιώτες. Στην Αγγλία γρήγορα αναδείχτηκαν γυναικείες ομάδες που έπαιζαν ποδόσφαιρο, προσελκύοντας πλήθος θεατών και συγκεντρώνοντας χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Οι παίκτριες ήταν συχνά εργάτριες που δούλευαν σε εργοστάσια και προπονούνταν στο μεσημεριανό τους διάλειμμα. Κάποιες ομάδες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς, όπως η Dick, Kerr Ladies Football Club και η St Helens Women’s Football Club.

Το κοινό που συγκέντρωναν οι Dick, Kerr Ladies ήταν συχνά μεγαλύτερο απ’ αυτό που παρακολουθούσε τους αγώνες των ανδρών που γίνονταν την ίδια μέρα. Το 1920 κατατρόπωσαν μια γαλλική ομάδα, παίζοντας μπροστά σε 25.000 θεατές. Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων την ίδια χρονιά, 53.000 θεατές συγκεντρώθηκαν να δουν το ματς ανάμεσα στις Dick, Kerr Ladies και St Helens W.F.C. στο γήπεδο Goodison Park του Λίβερπουλ, κάτι που δείχνει πόσο δημοφιλείς ήταν οι γυναικείοι αγώνες εκείνη την εποχή. Όμως λιγότερο από έναν χρόνο μετά, στις 5 Δεκεμβρίου 1921, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία απαγόρευσε το γυναικείο ποδόσφαιρο στα γήπεδά της. Ο πραγματικός λόγος ήταν η μεγάλη δημοτικότητα των γυναικείων ομάδων, αλλά η ανακοίνωση της Ομοσπονδίας έγραφε πως το ποδόσφαιρο είναι εντελώς ακατάλληλο για γυναίκες (sic) και πρότεινε να απαγορευτεί. Διατυπωμένη σε παθητική σύνταξη, η ανακοίνωση έκανε επίσης λόγο για τα έσοδα των γυναικείων ομάδων απ’ αυτούς τους αγώνες: «Έχουν γίνει παράπονα πως μόνο ένα μικρό μέρος των εσόδων διατίθεται για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ τα υπόλοιπα πηγαίνουν σε δαπάνες» [για την προπόνηση και τη διοργάνωση αγώνων]. Έτσι η Dick, Kerr Ladies, η St Helens W.F.C. κι όλες οι άλλες γυναικείες ομάδες έπαψαν να έχουν υποστήριξη.

Η απαγόρευση της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας παρέμεινε σε ισχύ για πενήντα χρόνια (καταργήθηκε το 1971) και αποτέλεσε μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη του γυναικείου ποδοσφαίρου στην Αγγλία. Τα γήπεδα της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας ήταν τα μόνα με αρκετή χωρητικότητα για να καλύψουν τη ζήτηση που είχαν οι γυναικείοι αγώνες στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Λόγω της απαγόρευσης, οι γυναικείες ομάδες άρχισαν πλέον να παίζουν σε μικρά γήπεδα, και δεν είχαν προώθηση ούτε πόρους. Το γυναικείο παιχνίδι στην Αγγλία έμεινε χωρίς στήριξη μέχρι το 1993, οπότε η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ανέλαβε ξανά τη διοίκηση και τη χρηματοδότησή του.

Εκατό χρόνια και κάτι μετά από κείνη τη μοιραία απόφαση, το γυναικείο ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα που αναπτύσσεται γρήγορα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, σήμερα είκοσι εννιά εκατομμύρια γυναίκες και κορίτσια παίζουν μπάλα σε ολόκληρο τον κόσμο, και στόχος είναι να φτάσουν τα εξήντα εκατομμύρια μέχρι το 2026. Παρ’ όλ’ αυτά, πόσοι δεν εξακολουθούν να θεωρούν πως το παιχνίδι με γυναικείες ομάδες δεν έχει ενδιαφέρον, πόσοι δεν βρίσκουν δικαιολογημένο το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε παίκτριες και παίκτες, όσον αφορά τις επενδύσεις, τις συνθήκες και τις αμοιβές; Άλλος ένας τομέας όπου, το να είσαι γυναίκα, περίπου αυτομάτως συνεπάγεται πως θα ζημιωθείς.

Τρεις μέρες μετά τον τελικό του Μουντιάλ, και στο Παρίσι σαν να σέρνεται μια θλίψη γιατί έχασαν οι Μπλε. Στη γειτονιά μου (στο ενδέκατο διαμέρισμα, κοντά στο Κοιμητήριο Περ Λασαίζ) μετράω ακόμη τέσσερις τοίχους με συνθήματα για μποϊκοτάζ στα ματωμένα γήπεδα του Κατάρ. Από τα γράμματα (το κάθε γράμμα σχεδιασμένο σ’ ένα φύλλο A4) αναγνωρίζω τις «Colleuses», ακτιβίστριες που, κολλώντας μηνύματα στους τοίχους, εδώ και μερικά χρόνια ασκούν πίεση για να ενισχυθεί η προστασία των γυναικών, καταγγέλλοντας τη σεξουαλική βία και τις γυναικοκτονίες. Ανάμεσα στα συνθήματα, βλέπω και τη φράση (που έχω δει και στον ιστότοπο της Amnesty International) «Ramenez la coupe à la raison». Διαφέρει μόνο σ’ ένα γράμμα (raison/maison) από τον στίχο του τραγουδιού του ράπερ Vegedream, τον «ύμνο» για τη νίκη της Γαλλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018. Εδώ, αντί να λέει «Φέρτε το κύπελλο σπίτι», όπως τραγούδησε ο Vegedream, λέει «Φέρτε το κύπελλο στα συγκαλά του».

Γυρίζω σπίτι, κι ανοίγοντας στο ίντερνετ την Guardian πέφτω στις Εκατό Καλύτερες Παίκτριες Ποδοσφαίρου για τη χρονιά που φεύγει –σε μια λίστα αντίστροφης μέτρησης, που σήμερα (21.12.22) περιορίζεται στα νούμερα 100 με 71. Σ’ ένα άλλο άρθρο, πάλι σημερινό, διαβάζω για τη δράση της οργάνωσης Girls United, που ιδρύθηκε το 2017 στο Μεξικό κι έχει επεκταθεί και στο Λονδίνο. Τα μέλη της περιλαμβάνουν πάνω από τεσσερισήμισι χιλιάδες παίκτριες και εκατόν τριάντα πέντε προπονητές, ενώ στόχος της είναι να δημιουργήσει μια κοινότητα γι’ αυτές που τους αρέσει η μπάλα. Μπορεί το γυναικείο ποδόσφαιρο να βρίσκεται σε άνοδο και η απήχησή του να έχει μεγαλώσει, όμως ακόμη έχει ανάγκη από ένα ισχυρό δίκτυο βάσης, που θα ενθαρρύνει τα κορίτσια να ασχοληθούν μ’ αυτό το άθλημα απ’ το οποίο –παγκοσμίως– είχαν κατά παράδοση αποκλειστεί.

Αυτά είναι καλά σημάδια. Κι ίσως να έφτασε η στιγμή να αντιδράσουμε, τουλάχιστον όσοι και όσες παρακολουθήσαμε λίγο απ’ το τελευταίο Μουντιάλ, έστω κι αν είχαμε δηλώσει πως θα το μποϊκοτάρουμε. Και τι καλύτερη αρχή απ’ το να δούμε τι γινόταν στο γυναικείο ποδόσφαιρο εκατό χρόνια πριν; Κι ακόμη περισσότερο, τι γίνεται τώρα.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή