Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Αντώνης Μακρυδημήτρης

Για μια ποίηση που (δεν;) θεολογεί

1. Έχει λεχθεί πως όταν τα χείλη δεν φιλούν, τραγουδούν. Κάτι ανάλογο ισχύει ίσως και για τους ποιητές –αντί να μιλούν με στίχους και ποιήματα, αναλύουν φιλολογικά, φιλοσοφικά ή και θεολογικά ποιητικά νοήματα. Μοιάζουν τότε με τα αιχμαλωτισμένα «Albatros» στο ωραίο ποίημα του Baudelaire, αν το θυμάστε.

Ανταποκρινόμενος, ωστόσο, στην ευγενική πρόσκληση της καθηγήτριας κ. Κεφαλέα, θα επιχειρήσω, αδέξια σίγουρα, όπως εκείνα τα θαλασσινά πτηνά, να καταθέσω ορισμένες σκέψεις ή προβληματισμούς, μάλλον, και να προσφέρω την μαρτυρία μου· λέγω «μαρτυρία», καθότι δεν ομιλώ ως επιστήμων επί του θέματος, αλλά κυρίως ως εμπειροτέχνης, έχοντας ασχοληθεί κάμποσα χρόνια με τη λογοτεχνία, εκδίδοντας και κάποια βιβλιαράκια, μάλιστα δε στο ιδιάζον μέρος ή σκέλος της γνωστό ως «ποίηση”.

2. Η εισήγησή μου φέρει ως τίτλο ή προμετωπίδα την πρόταση «Για μια ποίηση που (δεν;) θεολογεί». Ας προσεχθεί ότι το αρνητικό μόριο «δεν» τίθεται εντός παρενθέσεως και συνοδεύεται από ερωτηματικό. Ενώ το ρήμα περιβάλλεται από απλά εισαγωγικά. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο καλοπροαίρετος αναγνώστης ή ακροατής των λεγομένων μου ίσως αναρωτηθεί –«μα τι, επιτέλους, ισχυρίζεσαι, ευλογημένε άνθρωπε, η ποίηση θεολογεί ή δεν θεολογεί;». Η απλούστερη απάντηση στο εύλογο τούτο ερώτημα θα ήταν «ναι και όχι», αλλά τούτο δεν διαφωτίζει πολύ τα πράγματα, ίσως τα περιπλέκει, κιόλας. Πράγμα όχι ασύνηθες ως τεχνική και τέχνασμα επιχειρηματολογίας – η ποίηση που προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «δεν θεολογεί», μήπως τελικά υπηρετεί εμμέσως πλην σαφώς εκείνο που αρνείται ότι πράττει;

Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να θέσω υπόψη σας κάποιες γενικότερες αναλυτικές διακρίσεις επί του ζητήματος, αναφερόμενος και σε ορισμένα γνωστά παραδείγματα. Ξεκινώντας από τις αναλυτικές ή σχηματικές διακρίσεις, θα λέγαμε ότι μπορούμε να επισημάνουμε τρεις διαφορετικές εκδοχές ή προσεγγίσεις επί του υπό διερεύνηση ζητήματος. Κατά την πρώτη από αυτές (ας την αποκαλέσουμε «θέση α»), η ποίηση δεν μπορεί να αποφύγει την ενασχόληση και την εντρύφησή της με το θείον και το ιερόν αρχήθεν έως και τώρα. Οπότε, ποίηση και πίστη συγκλίνουν, συμπίπτουν και συνεφέλκονται.

Κατά τη δεύτερη αντίληψη (ας την αποκαλέσουμε «θέση β» ή «αντίθεση» της πρώτης), η ποίηση είναι μια αυτόνομη και ανεξάρτητη σφαίρα εκδήλωσης και εκδίπλωσης της ανθρώπινης πνευματικότητας και αισθαντικότητας, που δεν θα πρέπει να κρίνεται με φιλοσοφικά, θεολογικά, ηθικά, πολιτικά ή ιδεολογικά κριτήρια ξένα προς την ιδιαίτερη αυτής φύση και αποστολή.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την εγελιανή μεθοδολογία για να εικάσει ότι ανάμεσα στις δύο προηγούμενες αναλυτικές «θέσεις» ή παραδοχές δεν μπορεί παρά να υπάρχει και να ανιχνευθεί και μια τρίτη, ενδιάμεση ή συνθετική – ας την αποκαλέσουμε «μέση οδό» (via media).

3. Αναφορικά με την πρώτη ως άνω αναλυτική προσέγγιση ή εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η ποίηση δεν μπορεί να διακριθεί ουσιωδώς από τη θεολογία, ένα κορυφαίο παράδειγμα από την αρχαιοελληνική γραμματεία είναι, φυσικά, ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Ως γνωστόν, εκείνες οι κορυφαίες ποιητικές μορφές δεν υπήρξαν μόνο οι θεμελιωτές του ποιητικώς λέγειν και εκφράζεσθαι στον ελληνικό κόσμο, αλλά και οι ιδρυτές ουσιαστικά της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Ό,τι γνωρίζουμε για το περίφημο «δωδεκάθεο» προέρχεται από τα δικά τους έπη, τα οποία διαμόρφωσαν όχι μόνο την ποιητική, αλλά και τη θεολογική και ευρύτερα πολιτισμική συνείδηση στην αρχαία Ελλάδα.

Η ισχύς του επιχειρήματος περί της συγκλίσεως του ποιητικού και θεολογικού λόγου δεν περιορίζεται στις ελληνικές ακτές, αλλά απαντά, θαρρώ, και στον αρχαίο ιουδαϊκό κόσμο. Αν από τον Όμηρο (Ιλιάς και Οδύσσεια) και τον Ησίοδο (Θεογονία, Έργα και Ημέραι) ξεχειλίζει η ελληνική ποίηση και φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη, δεν απαντά άραγε κάτι ανάλογο πολύ συχνά στα 49 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης; Οι 864 σελίδες της έκδοσης των Εβδομήκοντα, την οποία διαθέτω, πολύτιμη πατρική δωρεά, «θεόθεν οικονομηθείσα», είναι τόσο πλούσιες και μεστές από θεολογικά νοήματα ποιητικά δοσμένα και δεμένα, που σαγηνεύουν ακόμα κι εκείνον που δεν ασπάζεται άκριτα, ούτε «πιστεύει» φανατικά τα ιουδαϊκά δόγματα. Κατά τα θεολογικά όσο και ποιητικά τους νοήματα και την αξία, υπερέχουν νομίζω οι 150 Ψαλμοί του Δαβίδ, τους οποίους σημειωθήτω απέδωσε στη νεοελληνική μας γλώσσα ο Ανδρέας Κάλβος. Ας μου επιτραπεί σε τούτη τη συνάφεια να σημειώσω ότι ένας άλλος μείζων ποιητής, που εκτιμώ και θαυμάζω, ο Τσέσλαφ Μίλος, ικανό μέρος του έργου του οποίου έχω μεταφράσει στη γλώσσα μας, προς το τέλος της ζωής του απέδωσε τους Ψαλμούς στα πολωνικά.

Εκτός των Ψαλμών, υψηλής ποιότητας ποιητικά cum θεολογικά κείμενα είναι, εκτιμώ, ο Εκκλησιαστής, το Άσμα Ασμάτων και βέβαια η Αποκάλυψις του Ιωάννου, από την Καινή Διαθήκη. Δεν είναι, ως εκ τούτου, τυχαίο ότι και οι δύο νομπελίστες μας ποιητές, ο Σεφέρης και ο Ελύτης, δοκίμασαν την πένα τους σε τέτοια κείμενα.     

4. Αν κατά την πρώτη από τις ως άνω αναλυτικές διακρίσεις, ποιητική και θεολογία συγκλίνουν και να εναρμονίζονται, κατά τη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο· τείνουν μάλλον να διακρίνονται, να διαφοροποιούνται ή ακόμα και να αντιτίθενται. Αν πρόκειται η τέχνη, γενικώς, της ποιήσεως μη εξαιρουμένης, να αναπτυχθεί, να καλλιεργηθεί και να αναδείξει τις ιδιαιτερότητές της, θα πρέπει να αυτονομηθεί από αρχές, νόμους, κριτήρια και δεσμεύσεις εξω-καλλιτεχνικές ή εξω-ποιητικές. Τούτο διότι υπάρχει μια ένταση και αντινομία, «φιλονικία» θα έλεγε ο Πλάτων, ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική, τη φιλοσοφία και την ποιητική (Πολιτεία 607 d 5). Η ποίηση και η θρησκεία, η πίστη στα θεία και η λογοτεχνία θα πρέπει να κρατηθούν σε απόσταση μεταξύ τους, υποστήριζε στη νεότερη εποχή ο Νίτσε, θεωρώντας ότι η αυθεντική και πρωτότυπη ποίηση ή λογοτεχνία, γενικότερα, ριζώνει πιο βαθιά στα ένστικτα και τις συγκινήσεις της ψυχής, στα πάθη της ζωής, ακόμα και αν αυτά είναι ακραία, παρά στη λογική ανάλυση ή τους ηθικούς ενδοιασμούς και τις συνειδησιακές αναστολές. Κατά δε τον Baudelaire, ακόμα και τα υποτιθέμενα «άνθη του κακού» μπορεί να διαθέτουν ποιητικό ενδιαφέρον και αξία. Αλλά και ο ίδιος ο Άντον Τσέχωφ δεν παρατήρησε κάποτε πως ακόμα και οι σωροί κοπριάς μπορεί να έχουν αξία σε έναν κήπο, προκειμένου να καλλιεργηθούν και να καρποφορήσουν τα φυτά;

Τουτέστιν, και εντελώς επιγραμματικά, το αισθητικά ή καλλιτεχνικά «ωραίο» είναι αυτόνομο και αυτοτελές, ώστε πρέπει να αποσυνδεθεί από ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές ή πολιτικές προϊδεάσεις και καταναγκασμούς. Μπορεί, μάλιστα, να βρίσκεται ακόμα και μέσα στο κακό, το φρικώδες, το άσχημο ή το απεχθές. Ας θυμηθούμε ότι στο περίφημο Άγραφον του Άγγελου Σικελιανού ο Ιησούς δεν φάνηκε να ενοχλείται από τη «φοβερήν οσμή» και σήψη από τον σωρό των σκουπιδιών έξω από τα τείχη της Σιών, αλλά έμεινε να θαυμάζει «τα δόντια του σκοτωμένου σκύλου πώς λάμπουνε στον ήλιο» – «ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,/ αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα/ σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!».  

Στο σημείο τούτο ίσως δεν παρέλκει μια αναφορά στο περιστατικό με τον Λεόντιο από την πλατωνική Πολιτεία (Δ΄ βιβλίο, 439 e 7 επ.). Σε αυτό εμφανίζεται ένας νεαρός να διακατέχεται από την επιθυμία να δει τον χώρο ή το βάραθρο, μάλλον, όπου κείτονταν τα πτώματα θανατοποινιτών. Μη αντιστεκόμενος σε αυτόν τον «πειρασμό», βρέθηκε εκεί κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια, αναφωνώντας, «ιδού υμίν, ώ κακοδαίμονες, εμπλήσθητε του καλού θεάματος» («χορτάστε το υπέροχο θέαμα», φυσικά η διατύπωση έχει ειρωνική υποδήλωση και σημασία).

Ας μου επιτραπεί να σημειώσω, εν παρόδω, ότι επί του θέματος αυτού, και στο πνεύμα της πλατωνικής αποστροφής, υπάρχει κι ένα μικρό δικό μου ποίημα – περιλαμβάνεται στη συλλογή Μώλυ (2017) και είναι το 4ο μέρος της σύνθεσης υπό τον τίτλο «Μικρή Αγρυπνία»:

δ΄

Ως ενύπνια πεπλανημένα
Θέλησες να γνωρίσεις κι εσύ την ασχήμια του κόσμου, Λεόντιε,
παρά τους δισταγμούς που έφραζαν το βλέμμα
Δες τα, λοιπόν, πώς χάσκουν σαν πτώματα ξαπλωμένα
δαίμονες άθλιοι με τα σκέλια ανοιχτά πάνω στο χώμα
«δίχως ελπίδα ούτε για να πεθάνουν»
Τι μπορούν αυτοί να διδάξουν εσένα
που έχεις στρέψει αλλού τη ζωή σου;
Guarda, λοιπόν, e passa, γοργά
Στίχος πυκνός σαν κισσός στο φύλλωμα του δέντρου
τυλιγμένος, ρεύμα βαθύ εκτρέφει την έμπνευσή σου
Μη γυρεύεις να βρεις άλλο άστρο πιο λαμπρό,
στον διάφανο ουρανό τίκτεται η μέρα.

ΙΙ.

5. Η ποιητική όσο και φιλοσοφική ιδιοφυΐα του Πλάτωνος αντελήφθη ότι είναι δυνατόν η ασχήμια ή το κακό να ασκεί μια παράδοξη έλξη και γοητεία σε αυτούς που αποζητούν την ένταση και το πάθος πάση θυσία, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και της υφής του. «Η ωραιότητα αρχίζει εκεί που η λογική υποχωρεί», θα έλεγε σ’ έναν από τους προκλητικούς αφορισμούς του ο Νίτσε, ο λογοτεχνικότερος των φιλοσόφων με την εξαίρεση του Πλάτωνος, προφανώς. Ας σημειωθεί, επίσης ενδεικτικά, ότι ο Dorian Gray στο ομώνυμο έργο του Oscar Wilde «έβλεπε το κακό απλώς ως έναν τρόπο για να ικανοποιήσει την αντίληψή του για το ωραίο».

Το ωραίο μέσα από το άσχημο και το κακό; Δεν εγείρεται εδώ μια παραδοξότητα και αντινομία; Μπορεί το τερατώδες να είναι «ελκυστικό» από «καλλιτεχνικής», ας πούμε, σκοπιάς; Μια σκοπιά στο πνεύμα και το πλαίσιο της οποίας «καλό» και «κακό», άσχημο και ωραίο τείνουν να γίνονται αδιακρίτως αποδεκτά, αρκεί να παράγουν αισθητικό ή καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Και χάριν αυτού του αποτελέσματος άλλοι περιορισμοί ή ευαισθησίες (ηθικού, πολιτικού, ιδεολογικού ή θεολογικού και θρησκευτικού χαρακτήρα) μπορεί ή και πρέπει να παραμερίζονται. Η αυτονομία της τέχνης και η «λογική» της υπερέχουν παντός άλλου προβληματισμού. Fiat ars et pereat mundus (και deus), λοιπόν. Κατά τη σχετική ομολογία του Rimbaud, ο καλλιτέχνης «δεν έχει αίσθηση της ηθικής, είναι ένα κτήνος».

Έως πού, όμως, μπορεί να φτάσει η αντίληψη ότι η τέχνη κινείται «πέραν του καλού και του κακού»; Ακόμα και στις πύλες του Άουσβιτς ή και μέσα από αυτές; Ποια είναι το όρια κι οι επιπτώσεις του αξιώματος της αυτονομίας της τέχνης; «L’ art pour l’ art», «η τέχνη για την τέχνη», κατά το σχετικό ρητό. Ώστε δεν θα πρέπει να διαμαρτύρεται κανείς αν παρίσταται, φερ’ ειπείν, ο προφήτης Μωάμεθ γυμνός ή με γνώμονα την ελευθερία της έμπνευσης και της τέχνης εμφανίζεται μια ενέργεια ηδονισμού επί του Σταυρού… So the argument runs… «Χαίρετε, δαίμονες», λοιπόν· η επικράτεια της τέχνης έχει και για εσάς τις πύλες της ανοιχτές. Στη ζώνη αυτή όλα επιτρέπονται, ο «θεός έχει πεθάνει» και μαζί του όλες οι αναστολές και οι ενδοιασμοί· η τέχνη δεν έχει όρια και περιορισμούς, η ελευθερία και η ελευθεριότης παντού βασιλεύει.

6. Είναι εμφανές ότι μια τέτοια αντίληψη περί τέχνης, της ποιήσεως περιλαμβανομένης, δεν θα συναντούσε την πλατωνική επιδοκιμασία. Έτσι, ο μέγιστος των φιλοσόφων, και άριστος ποιητής, στο 3ο βιβλίο της Πολιτείας προβαίνει στον ισχυρισμό ότι η καλή τέχνη δεν μπορεί μόνο να ερεθίζει και να δελεάζει, να οξύνει τα σκοτεινά ένστικτα, αλλά πρέπει να ωφελεί, υπό την έννοια να καλλιεργεί την αισθητική και πνευματική συγκρότηση του ανθρώπου. Παρομοίως ο Λατίνος ποιητής Οράτιος, στη δική του Ars Poetica, δεχόταν ότι ποιητές οφείλουν να ευφραίνουν και να επωφελούν ηθικά και πνευματικά τον αναγνώστη – «volunt aut delectare poetae».

Δεν γίνεται ανεκτή η ποίηση εκείνη, θα επιχειρηματολογήσει ο Πλάτων, ακόμα και αν προέρχεται από τη γραφίδα του Ομήρου, που σε περισσότερο από 200 στίχους στην 14η ραψωδία της Ιλιάδος παρουσιάζει σκηνές της ερωτικής αποπλάνησης του κορυφαίου των αθανάτων από τη σύζυγο και αδελφή του (Ήρα). Ούτε όταν δείχνει τον μέγιστο των ηρώων (Αχιλλεύς), που η μητέρα του ήταν θεά, να μη μπορεί να συγκρατήσει τον πόνο και τον θυμό του για την απώλεια του φίλου του και να σκοτώνει δεκάδες αθώων αιχμαλώτων.

Τέτοια τέχνη, όσο όμορφη και δελεαστική κι αν φαίνεται πως είναι, δεν έχει θέση στην αγωγή των νέων, ιδίως, ανθρώπων. Όπως δε αναφέρει ο ίδιος στο σχετικό χωρίο της Πολιτείας, «αν ερχόταν στην πολιτεία μας ένας τέτοιος καλλιτέχνης, αοιδός, ζωγράφος ή ποιητής, ένας μίμος παντοδαπός, ικανός να παρασταίνει και να εξεικονίζει τα πάντα, ακόμα και τα άσχημα και στρεβλά, κάνοντας μάλιστα αυτά να φανούν ωραία και ερεθιστικά, θα διαμηνύαμε ευγενικά αλλά αποφασιστικά να αφήσει τον τόπο τον δικό μας, σε άλλα μέρη και λαούς να επιδεικνύει την τέχνη και τις αρετές του (για τα «άνθη του κακού»). Εμείς προτιμούμε ένα άλλο είδος τέχνης και ποίησης, πιο λιτής και αυστηρής, πνευματικά και ηθικά στραμμένης»[1].

Στο ποίημά του υπό τον τίτλο «Ars Poetica», που γράφτηκε το 1968, ο νομπελίστας ποιητής Τσέσλαφ Μίλος, στον οποίον ήδη αναφέρθηκα, θα γράψει: «Τα ποιήματα πρέπει να γράφονται σπάνια και δίχως ευκολία/ Κάτω από αφόρητη πίεση και μόνο με την προσδοκία/ Ότι πνεύματα αγαθά, όχι κακά, μας διάλεξαν για όργανό τους». «Di bene in meglio», όπως θα έλεγε επιγραμματικά ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία (Paradiso, X, 38) – «απ’ το καλό στο καλύτερο». Αυτός είναι ο δρόμος του αγαθού.

 Έστω ότι η ποίηση, η τέχνη γενικώς, δεν ταυτίζεται ούτε συμπίπτει με την «πολιτεία του Θεού» (Civitas Dei, κατά την αυγουστίνεια ορολογία). Είναι όμως ανάγκη να υποτάσσεται εντελώς σε εκείνη του διαβόλου (Civitas Diaboli); Δεν μπορεί να κινείται στην ενδιάμεση ή μεταβατική ζώνη, της επικράτειας του ανθρώπου – Civitas Humana; Μπορεί ο άνθρωπος να αποκτά επίγνωση της ταυτότητάς του («γνώθι σαυτόν», κατά το δελφικό ρητό), όταν συνειδητοποιεί ότι είναι θνητός και όχι αθάνατος, θεός. Τούτο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται eo ipso ότι η θνητότητα συμπίπτει απολύτως και εξαντλείται στη «διαβολικότητα», την κακία, τη βία, τη σκληρότητα, την ασχήμια και τη μοχθηρία. Η ανθρωπινότητα είναι κάτι το ουσιωδώς διαφορετικό, προς αλλού τείνει και σε άλλο τι αποβλέπει και αποσκοπεί. 

7. Προφανώς με τα στοιχεία αυτά διανοίγεται η προοπτική μιας τρίτης, συνθετικής ή ενδιάμεσης προσέγγισης στο ζήτημα που μας απασχολεί· αυτήν που χαρακτήρισα ως «μέση οδό» (via media). Κατ’ αυτή την εκδοχή (που «αρνείται την άρνηση», όπως θα λέγαμε εγελιανιστί), η αντίληψη του θείου ή του ιερού δεν μπορεί να απουσιάσει από την τέχνη, γενικώς, της ποιήσεως περιλαμβανομένης. Διαφορετικά, στη μεν μουσική δεν θα υπήρχε ο J. S. Bach, στη δε ζωγραφική όλη η αναγεννησιακή τέχνη, ούτε φυσικά ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή El Greco, για να περιοριστούμε στα απολύτως ουσιώδη. Η ποίηση, επίσης, έστω στις υψηλές εκδοχές της, ψαύει την αναζήτηση του θείου, που εμπνέει τη σπουδή της, χωρίς να υποτάσσεται δογματικώς σε κάποιες αναφορές, ούτε να καταλήγει στην παραδοχή ενός είδους index librorum prohibitorum.

Μια ποίηση υποψιασμένη για το ζήτημα αυτό και τις σχετικές διακυβεύσεις αποστρέφεται τον κυνισμό και την ειδωλολατρία του ηδονισμού, ούτε προσχωρεί στην απατηλή έλξη και σαγήνη του κακού και τρομακτικού. Δεν το εξετάζει ποτέ; Μπορεί και να το εξετάζει, ανάλογα με τη φύση και την ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη, αλλά από τη σκοπιά και με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του σχετικά με τον καθαρτήριο λόγο της τραγωδίας[2].

Ως γνωστόν, κατά την αριστοτελική ερμηνεία της υψηλής ποίησης που απαντά στην τραγωδία, αυτή μπορεί να ανατέμνει εξεταστικά τη φύση πράξεων βίαιων, φρικωδών, ακόμα και αποτρόπαιων, αλλά με κριτική απόσταση από αυτές και προκειμένου να υπάρξει «καθάρσις». Όπως θα αποδώσει ο ίδιος κατά τρόπο άκρως περιεκτικό, το νόημα της τραγωδίας, αυτό που επιδιώκεται, δεν είναι άλλο από την καθαρτήριο απαλλαγή από το κακό – «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Έτσι, η απεικόνιση της Σταυρώσεως ή του αποκεφαλισμού του Ιωάννη του Προδρόμου, παρά τη σκληρότητά τους, εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία και την έννοια του τραγικού. Όχι, όμως, η ωμή έκθεση πράξεων βιασμού, βεβήλωσης, λαγνείας ή και ασύστολης τρομοκράτησης, που όχι σπάνια αυτονομούνται και σχεδόν «εξαίρονται» για λόγους εντυπωσιασμού χρησιμοποιώντας την τέχνη ως υποχείριό τους. Δεν υπηρετείται τότε η «τέχνη ως τέχνη», αλλά μάλλον αυτή αποτελεί το πρόσχημα για αλλότριους σκοπούς και επιδιώξεις, που απέχουν παρασάγγας από το ουσιαστικό νόημά της.

ΙΙΙ.

8. Διαγράφοντας συνοπτικά το στίγμα της «μέσης οδού» (via media), θα έλεγε κανείς ότι αυτή διέπεται από δύο κατευθυντήριες παραδοχές. Από τη μία πλευρά, μια κάποια δοσολογία ηθικής, φιλοσοφικής ίσως και θεολογικής διάστασης και προσοχής στην ποίηση βοηθά ώστε αυτή να διασωθεί από την «ανοησία», όπως υποστήριζε ο Γάλλος Χριστιανός φιλόσοφος Jacques Maritain, να υποκρίνεται ότι μπορεί αυτή η ίδια να μεταμορφώσει την ηθική και τη ζωή στην ολότητά της. Αν το κάνει αυτό, πάσχει από υπέρμετρη και αφόρητη αλαζονεία.

Από την άλλη πάλι πλευρά, όταν η θρησκεία εκφυλίζεται σε ένα είδος παγανισμού και τυπολατρίας, μακριά από την εναγώνια πνευματική εγρήγορση και απορία, ίσως στην τέχνη εναπόκειται πλέον να αναλάβει το ουσιώδες έργο για την εμψύχωση και την πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Χωρίς το φιλοσοφείν δεν υπάρχει μεγάλη ποίηση, σημείωνε ο Byron. Όπως έγραφε στον Δον Ζουάν (άσμα 16ο), «το φιλοσοφείν είναι το μέγα καταφύγιον του κόσμου». Αν στη θέση του ενός απαρεμφάτου («φιλοσοφείν») θέσουμε ένα άλλο, με το οποίο εξάλλου συγγενεύει ουσιαστικά, το «θεολογείν», τότε καθίσταται πιο εμφανής ο συλλογισμός που εκθέτω. Τούτο δεν οδηγεί, όμως, κατ’ ανάγκην στο άλλο άκρο, ώστε να καταλήγει να «υπερθεολογεί» ο ποιητής. Το θείον επιτάσσει την οικονομία και δεν αγαπά τις υπερβολές «των θεών μηδέν αγάζειν», θύμιζε από την αρχαιότητα ο Αισχύλος, ένας άνθρωπος αληθινά θεοσεβής.

Στο μέγα ερώτημα πώς διασώζεται πνευματικά κανείς, η απάντηση δεν είναι εύκολη ή απλή. Επιστήμη, τέχνη ή και θεολογία μπορεί να μην αρκούν. Θυμάστε τη διαπίστωση του Δόκτορος Faust στο πρώτο μέρος του ομώνυμου έργου του Γκαίτε; «Ιατρική, Νομική και Φιλοσοφία/ πέρασες απ’ όλα τα σχολεία/ ακόμα, θεός φυλάξοι, και από την Θεολογία/ ιδρώνοντας σαν τον τρελό./ Μη παιδεύεσαι άλλο πια/ δεν έγινες καθόλου σοφότερος από ό,τι ήσουν δίχως αυτά». Η αναζήτηση του αυθεντικά αληθινού προϋποθέτει αμφισβήτηση και απομάκρυνση από κάθε συνηθισμένη απάντηση σε αυτό που μοιάζει με ανεξάντλητο ερώτημα και ασίγαστη απορία.

Η απάντηση που δίνει ο Tolstoy στην Άννα Καρένινα είναι γνωστή: «μόνο η πίστη και η απλή ζωή σώζουν, τα άλλα είναι περιττά». Ως «πίστη» ο Tolstoy, που δεν ήταν αγράμματος ούτε αφελής, δεν εννοούσε κάποια φανατική υποταγή σε ένα κλειστό δόγμα ή μια απαρέγκλιτη «αλήθεια». Αντιθέτως, όπως ρητά δηλώνει ο Κονσταντίν Λέβιν στο τελευταίο μέρος του κορυφαίου μυθιστορήματος, η «πίστη» αναφέρεται στην πεποίθηση πως το καλό οφείλει να είναι ο μοναδικός οδηγός και προορισμός του ανθρώπου· κι αυτή η προσήλωση στην καλοσύνη περιλαμβάνει την αληθολογία, την αλληλεγγύη και τη συνδρομή προς τους άλλους. Τότε «οι νόμοι του καλού» εναρμονίζονται με τις αρχές του απλού και φυσικού, ώστε μέσα από αυτή την οδό αρχίζει κανείς να προσεγγίζει την ευτυχία και τη γαλήνη. Και η ζωή μοιάζει τότε ολοένα και περισσότερο με ένα έργο τέχνης, που ο κάθε άνθρωπος καλείται να συνθέσει εξαρχής και αυτοπροσώπως.

9. Στο συναφές ερώτημα αν η ποίηση γίνεται, «κατασκευάζεται» με τις ιδέες ή τις συγκινήσεις, τα πάθη ή τις πεποιθήσεις, η προτιμότερη απάντηση νομίζω βρίσκεται προς την κατεύθυνση της «μέσης οδού». Ως γνωστόν, ο σημαντικός Γάλλος ποιητής Stéphane Mallarmé, ένας από τους λεγόμενους «καταραμένους ποιητές» (Les poètes maudits), υποστήριζε ότι η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες, αλλά με πάθη, συναισθήματα έντονα και συγκινήσεις, καλές η κακές αδιακρίτως, αρκεί να είναι έντονες και ζωτικές. Οι ιδέες ανήκουν στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, τη θεολογία, αν θέλετε, αλλ’ όχι τη λογοτεχνία. Αυτή περίπου ήταν η γενική παραδοχή του, όπως και της ποιητικής σχολής που εκπροσωπούσε και δέχονταν το αξίωμα της «τέχνης για την τέχνη» («l’art pour l’ art»).

Κάτι ανάλογο είχε ακούσει ο νεαρός Σολωμός να διατυπώνεται από τον Vincenzo Monti, τον σπουδαίο Ιταλό ποιητή της εποχής του – «Να αισθάνεσαι, να αισθάνεσαι, τούτο προέχει». Τόλμησε, εν τούτοις, ο ίδιος να διαφωνήσει, όπως πληροφορεί ο Πολυλάς στα Προλεγόμενα, και να υποστηρίξει κάτι διαφορετικό – «πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβη ο νους κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθή ό,τι ο νους εσυνέλαβε». Το ίδιο θα υποστηρίξει αργότερα ο εθνικός μας ποιητής στους εισαγωγικούς Στοχασμούς του στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, εγκαινιάζοντας τη μεγάλη παράδοση του στοχαστικού λυρισμού στη νεότερη ποίησή μας.

Νομίζω ότι την οδό αυτή ακολούθησαν στη συνέχεια και πολλοί από τους κορυφαίους ποιητές μας – ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος. Φυσικά και ο παρακαθήμενος επιφανής ποιητής Γιώργος Βέης.

10. Εδώ ολοκληρώνεται ουσιαστικά η εισήγησή μου. Αν υπάρχει ο χρόνος ή το ενδιαφέρον να δείξω κάποια δείγματα από τη δική μου ποιητική ελαχιστότητα, θα περιοριστώ σε μερικά ποιήματα που αξιώθηκα να συνθέσω και θέτω υπό την κρίση σας.      

α΄

(Πώς αντιλαμβάνονταν οι πρώτοι άνθρωποι το θείον)

DEL SOLE, DELLA LUNA E DELLE STELE

Μόλις άρχισε να πέφτει το σκοτάδι
Κι ένα αστέρι φάνηκε να προβάλει στον ουρανό
Χάρηκε πολύ κι αμέσως είπε – «ιδού, θεά, σε προσκυνώ»
Αλλ’ όταν εκείνο χάθηκε, «αλίμονο», ψέλλισε με συντριβή
Όταν άλλοτε φάνηκε η σελήνη γυμνή να κατακτά το στερέωμα
«Ιδού», σκέφτηκε, «αυτή κι αν είναι θεά – άγαλμα νυκτός»
Μα όταν κι εκείνη έφυγε κάποια στιγμή, έκλαψε πικρά
Κι είπε ξανά «αλίμονο και τρισαλίμονό μου»
Ένα πρωί καθώς ο ήλιος καταλάμβανε όλο τον κόσμο
«Ιδού», μονολόγησε, «δεν λαθεύω πια, αυτός είναι αληθινός θεός»
Αλλ’ όταν κι εκείνος έσβησε προς το βράδυ
Έπεσε στη γη κι «αλίμονο», είπε ξανά, «και τρισαλίμονό μου»
Τη νύχτα άκουσε στο όνειρο μια φωνή
Να αποφεύγεις την πλάνη τέκνο μου, είπε,
Και να γυρέψεις αλλού τον Θεό.

[Από τη συλλογή Νίπτρα (υπό έκδοση), Περισπωμένη, 2026.]

β΄

(Κάπως σαν προσευχή)

ΚΑΣΣΙΑΝΗ

Σαν έπεσε στα γόνατα για ένα προσκύνημα συντριβής
Αφοσιώθηκε απερίσπαστα στο έργο της προσευχής
Τρέμοντας από άφατη αγαλλίαση
Στο τέλος ένιωσε ένα χέρι απαλό στα μαλλιά
Σηκώθηκε με βουρκωμένα μάτια
Σα να είχε λάβει κάτι από τη χαρά
Που τόσο αφειδώλευτα είχε δωρίσει.

[Από τη συλλογή Το Πυρ της Ποίησης, Γαβριηλίδης, 2011. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση, Σπουδές στην Ποίηση, ΣΩΒ, 2025.]

γ΄

(Μια εξομολόγηση)

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Κύριε, αμάρτησα πολύ στη ζωή μου,
Μα τώρα σέρνω τον πόνο πάνω στα ίχνη από τα βήματά σου
Λίγα λουλούδια δροσερά να αποθέσω στο μνήμα
Προτού με τυλίξει για πάντα το πέπλο της νύχτας
Βαθύ σκοτάδι και χαμός βρίσκονται μέσα μας
Η έλξη της αμαρτίας, το ασίγαστο πάθος έλκει
Όπως την πέτρα ο βυθός
Αλλά τα δάκρυα της μετανοίας μάταια πάνε;
Εσύ που το νερό της θάλασσας στα σύννεφα υψώνεις
Τον ουρανό με τη γη μπορείς και ενώνεις
Δεν θα νιώσεις τον στεναγμό της φτωχής μου καρδιάς;
Αν η Εύα στον Κήπο ακούσει το κλάμα
Ας θυμηθεί ότι κι εγώ πονώ και είμαι μόνη.

[Από τη συλλογή Το Πυρ της Ποίησης, Γαβριηλίδης, 2011. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση Σπουδές στην Ποίηση, ΣΩΒ, 2025.]

δ΄

(Ο πειρασμός του μοναχού)

IV.

Μέσα στο σκοτάδι ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα
Ποιος είναι; Τέτοια ώρα μεσάνυχτα περασμένα
Ο άνεμος, ο αέρας και τίποτε άλλο
Είμαι εσύ, ο παλιός σου εαυτός, ήρθα να σε επισκεφθώ
Να ξεδιαλύνω μαζί σου κάποια ζητήματα που μας απασχολούν ακόμη,
Άνοιξε, λοιπόν, τη θύρα, μη με αφήνεις να περιμένω έξω στη σκοτεινιά
Άπελθε απ’ εμού, πνεύμα του Σατανά,
Δεν επιθυμώ να έχω καμμιά σχέση μαζί σου
Ό,τι κι αν τάξεις και υποσχεθείς, αδιάφορα όλα, απόμακρα, περιττά
Έλα, τώρα, μην κρύβεσαι από ʼμένα. Σε γνωρίζω πολύ καλά
Κατέφυγες εδώ στην ερημιά, υποκριτή, γιατί φοβάσαι τον εαυτό σου
Αυτά που λες πως δεν θέλεις, αυτά φέρνουν τη χαρά, οι άθλοι της ζωής
Ανάμεσα σε ανθρώπους, ο στέφανος της νίκης μετά τον αγώνα,
Δεν υπάρχει πιο μεγάλη τιμή, αρκεί να προσπαθείς, να μη φυγομαχείς
Φύγε, φύγε, πνεύμα κακό, μην ταράζεις την ησυχία του τόπου
Προτιμώ να βρίσκομαι εδώ, ανάμεσα στα δέντρα και τα πουλιά
Παρά να είμαι «κάποιος» πεθαμένος μέσα σε έργα αλλότρια
Ξένα στην αληθινή μου φύση, τη βαθύτερη ανάγκη και αξία
Καλά, καλά, να δω πόσο θ’ αντέξεις να υποκρίνεσαι πως σου αρέσει
Σου αξίζει αυτό το ψέμα… Άνοιξε να συζητήσουμε, ο θάνατος
Δεν έρχεται μ’ εμένα· αντίθετα, ήρθα να σε βοηθήσω να βρεις την αθανασία
Σε πράγματα ζεστά, ποθητά, τιμημένα, σε πάθη ανάλωτα κι έργα σπουδαία
Φύγε, άπελθε, φύγε, πνεύμα κακό, σκανδαλώδες
Ήρθα εδώ για να γλιτώσω από ʼσένα. Η πόρτα θα μείνει κλειστή
Είδα κι έπαθα από του δόκτορος τα δεινά — εριθεία, θήρα της έμπνευσης, μανία
Φύγε, λοιπόν, φύγε, δεν θέλω να σε δω εδώ ξανά
Μετά σιωπή για ώρα κι έπειτα καταιγίδα με βροντές, κεραυνούς
Αστραπές και πολλά νερά, σχεδόν πλημμύρα στη Χώρα.

[Από τη συλλογή Νίπτρα (υπό έκδοση), Περισπωμένη 2026. Συνθετικό ποίημα Σπουδή στη Χώρα.]

ε΄

(Επιφάνεια, Ανάληψη)

ΙΙΙ. Ave, Beata, gratia plena

3

Καθώς τα ξέφτια του σκοταδιού έπεφταν ένα ένα,
Η νύχτα έφευγε κι η μέρα ξεδιπλωνόταν πλησίστια ex oriente,
Μάθαινε πως η μεγάλη φλόγα από σπίθα μικρή ξεπηδά
Η καταβύθιση στου ουρανού το απύθμενο φρέαρ
Σκόρπισε ιλαρότητα και πρωτόγνωρη αίσθηση ευτυχίας·
Φανερωνόταν σιγά σιγά το νόημα που αναζητούσε
Μια αθέατη πύλη σαν να πρόβαλε προς το άπειρο της χαράς
Που δεν μαραίνεται και δεν σβήνει με τον καιρό·
Η δέηση ήρθε αυθόρμητα και ψέλλισαν ευθύς τα χείλη
‘Ελέησον, Κύριε, δώσε, Κύριε, να μην αποστρέψει Εκείνη
Το βλέμμα από τον κόσμο, παρά τη φρικτή του οσμή,
Υπό την σκέπη των πτερύγων της ας σταθούμε
Τη φεγγοβολή της να δεχθούμε, την ηλιοσύνη και νυν απολύεις μετά·
Και ιδού, το τάμα έφερε το δώρημα, της επιφανείας το θαύμα –
Αναδύθηκε πανσέληνος στην αυγουστιάτικη νύχτα
Γαλήνια, ονειροτόκος, ελεoύσα, φιλόστοργη φίλη σεμνή
Του ωραίου μεστή χαρά και αρμονία, ελαία γλαυκή, χλοερή,
Σαν κρίνος ανθισμένος πρόβαλε στην παννυχίδα του νου
Πνοή αέρα της άνοιξης που μεταγγίζει ανεπαίσθητα μύρο
Άρωμα απ’ άκρων ορέων, φτερούγησε και συνεπήρε τον νηστεύοντα
Νυμφίο της ποίησης στο περιβόλι του άπειρου ουρανού.

4

Όπως ο ήλιος φωτίζει την πλάση και τ’ ασύλητα, φιλέρημα άστρα
Παύουν να φαίνονται πια, έτσι του πάθους η έλευση και η όψη
Κάνει πέρα άλλες φροντίδες, έγνοιες και σκέψεις ρηχές
Μέσα στο φως Αγάπη εσύ καλά φωλιάζεις, φαντάζεις
Σαν να έχεις γεννηθεί σ’ αυτό, σε θάλασσα, γη και ουρανό,
Χαίρεσαι, γελάς, αστράφτεις, σπίθες πετάς ομορφιάς
Όλβιος όποιος σε κοιτάζει, Κόρη που θάλλεις αγλαή
Κι ας μένει άφωνος μετά, καθώς στίλβοντας χάρη
Ωραία αιωρείσαι και αίρεσαι έως τρίτου ουρανού
Πλέεις ελεύθερα στο εράσμιο γαλάζιο σε βάθος φωταγωγό
Απροσμέτρητο που σε καλεί και σε δέχεται εντός του,
Λάμνοντας ήρεμα εκεί, σαν να ήταν το δικό σου προαύλιο
Φως το χέρι, φως το πόδι κι όλα γύρω σου γίνονται φως – fiat lux!
Καταλύθηκε ο θάνατος; Ηττήθηκε το σκότος για πάντα;
Καινούρια ωδή σε σκεύος ψαλμού τερπνού αντηχεί
Ω γλυκιά Βεατρίκη, Λάουρα, Άλκηστη, Αρετούσα, Λυρίμα
Φωτόπλαστη, φωτόκτιστη και φωτοκυκλωμένη
Όνομα γλυκύτατο, ουσία υπερβατική – έρωτος έαρ αεί και αιέν.   

6

Ω μέρα λυπητερή, του αποχωρισμού ημέρα
Τόσα και τόσα χώρεσες μέσα σ’ ελάχιστη ώρα!
Πώς να σε ονομάσω τώρα; Συννεφιασμένη Μεγάλη Παρασκευή;
Ωραιότητα άσπιλη, αγαθότητα καθολική, διδαχή ακακίας;
Ελέους έλαιο, νίπτρο, βάπτισμα και λουτρό ευσπλαχνίας;
Όαση της ερήμου αλάθευτη, ικμάδα δρόσου ανέκκλητη;
Ό,τι άγγιξες μετατράπηκε σε ενιδρυτική χορηγία
Όπου βάδισες, άνθισαν αγριολούλουδα, του έαρος αριστούργημα,
Ποίημα ζωής, μνηστεία ρυθμού, άρση μνησιπήμονος πόνου
Συν χάριν μετακινήθηκαν όρη αμετάθετα δυσπιστίας
Ως θνητό εμφανίστηκε μαζί σου το αθάνατο και θείο –
Δέξου την ευχαριστία εκ βάθους τεθλιμμένης καρδίας
Φίλη ψυχή στη σφαίρα των μετακοσμίων ανέρχεσαι τώρα
Περιβαλλόμενη πανταχόθεν από άστρα με ανέσπερο θάμπος
Κι αγγέλων στρατιές άδοντας ωδές άφατου κάλλους
Υπάρχει ελπίδα να προσεγγίσεις εδώ ξανά;
«Αυτό που ζητάς αδύνατον να γίνει, ό,τι έζησε πεθαίνει,
Πνεύμα εκπορευόμενο ανεπίστρεπτο μένει» – πορευτέα η οδός
Απόφθεγμα, προφητεία φωνής και ομιλίας προσφιλούς –
Σταγόνες δακρύων κύλησαν στο χώμα σαν αίμα
Ένιωθα πως έχανα ώρα την ώρα, αποδημούσε το φως μου.

[Από την πλέον πρόσφατη συλλογή Αναζητώντας τη Βεατρίκη. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση Σπουδές στην Ποίηση, ΣΩΒ, 2025.]

IV.

Συμπέρασμα

11. Ως γνωστόν δεν είναι ορθό να σχολιάζει κανείς τα ποιήματά του, γιατί έτσι ανακύπτει ο κίνδυνος να κατευθύνει ή να επηρεάσει την πρόσληψη και την ερμηνεία τους. Αν επιτρέπονται, ωστόσο, εν κατακλείδι, μια ή δυο συμπερασματικές σκέψεις, θα έλεγα ότι το σημαντικότερο ‘πράγμα’ που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος στην πορεία του χρόνου δεν είναι τα υλικά αντικείμενα γύρω του, ούτε οι διάφορες κατασκευές, όσο εντυπωσιακές και αν είναι αυτές. Ίσως δεν είναι ούτε η αντίληψη που έχει για τον εαυτό του, αν και πολλοί δέχονται ότι ο λεγόμενος «ανθρωποκεντρισμός» (homo mensura) συνιστά το κορυφαίο επίτευγμα – «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», κατά την πρωταγόρειο απόφανση.

Κατά τη γνώμη μου, από όλα τα έργα του ανθρώπου δύο είναι εκείνα που ξεχωρίζουν και υπερέχουν. Το ένα είναι η γλώσσα στις ποικίλες ανά τον πλανήτη εκδοχές και εκφάνσεις της· σπουδαία δε εκδήλωση του γλωσσικού φαινομένου και της ανάλογης ικανότητας του ανθρώπου είναι όχι μόνο η πολιτική, η επιστήμη, η φιλοσοφία, αλλά και η λογοτεχνία (της ποιήσεως περιλαμβανομένης).

Το έτερον και ίσως ακόμα σημαντικότερο είναι η αντίληψη που σχηματίζουν ανά τους τόπους και τις εποχές οι θνητοί για τον ιερόν και το θείον. Μάλιστα, κατά τον Πλάτωνα το «θεϊκό μέτρο» (deus mensura) είναι αυτό που έχει πρώτιστη αξία, καθότι υπερβαίνει τη θνητότητα με αναφορά σε μια οντολογία υπεράνω αυτής. Η θρησκευτική υπερβατικότητα ασκεί μεγάλη, διαμορφωτική, επίδραση στην πνευματικότητα και την ηθικοστοχαστική συγκρότηση του ανθρώπινου όντος, που δεν εξαντλεί το ενδιαφέρον του στον περιβάλλοντα φυσικό του κόσμο, ούτε στις συγκινησιακές του καταστάσεις και μεταπτώσεις. Όταν δε η λογοτεχνία στρέφεται προς την αντίληψη του ιερού και του θείου, αυτή εμπλουτίζεται πνευματικά και αναβαθμίζεται ποιοτικά. Η αισχύλεια τραγωδία, οι πινδαρικές ωδές, η χριστιανική υμνωδία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Αλλ’ αν ο θεός έχει «πεθάνει», δεν μιλά σ’ εκείνους που τον «σκότωσαν», ακόμα κι αν είναι ποιητές.

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η ραγδαία επικράτηση κατά τη νεότερη εποχή ενός είδους «εργαλειακού ορθολογισμού» (Zweckrationalität, κατά τον Max Weber) σε διάφορες εκφάνσεις του ανθρώπινου βίου με τον «υλισμό» και την πεζότητα, που τον συνοδεύουν, επιφέρει αναπόδραστα και σε ανάλογη έκταση και ένταση την «απομάγευση» (Entzauberung, κατά τη βεμπεριανή και πάλι ορολογία) της ανθρώπινης κατάστασης. Τούτη η τάση μοιραία επιδρά και στη λογοτεχνία, που εμφανίζει ολοένα και περισσότερο αντίστοιχα γνωρίσματα. Απομακρύνεται, όμως, τότε αυτή από τον βασικό της ρόλο και την αποστολή, που δεν είναι άλλος από την «αναμάγευση» (Bezauberung) και την καλλιέργεια της αισθαντικότητας του ανθρώπου.

Το αίνιγμα του κόσμου είναι ίσως ανεξάντλητο και ανεπίλυτο. Όσο όμως ο άνθρωπος το προσεγγίζει εκστατικά, αενάως απορώντας και θαυμάζοντας, μοιάζει να επανεισέρχεται στην «ιερά οδό» (via sacra) και να βιώνει ανάλογα συναισθήματα και συγκινήσεις, που εξισορροπούν κάπως την ισχυρή τάση της εκκοσμίκευσης, ανοσιότητας και ασέβειας (profanum), που πλεονάζουν. Όπως και της αυθάδειας, της αλαζονείας και της ψευδαίσθησης πως όλα είναι όχι μόνον εφικτά, αλλά και επιτρέπονται, ακόμα και τα άσχημα ή αισχρά.

Δεν ξέρω αν με την εισήγησή μου έψαυσα στοιχειωδώς το ερώτημα που τέθηκε εξαρχής. Εκείνο που ξέρω είναι ότι αν χαθεί και απουσιάσει εντελώς το «ιερόν χεύμα» (ρεύμα, ο όρος προέρχεται από τον Αισχύλο), από τη ζωή μας, αυτή θα στεγνώσει, θα εκπέσει, θα πτωχεύσει και θα υποβαθμιστεί κατά πολύ, περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει κανείς

Το έσχατο σύντομο ποίημα που έγραψε ο Τσέσλαφ Μίλος λίγο προτού φύγει από τη ζωή, τον Αύγουστο 2004, φέρει τον τίτλο «Αν δεν υπάρχει θεός». Επιτρέψτε μου να το αναγνώσω, ευχαριστώντας για την ευγένεια και την υπομονή σας:

Ακόμα και αν δεν υπάρχει θεός/ Ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει/ Οφείλει να μεριμνά για τον συνάνθρωπό του/ Δεν μπορεί να αδικεί τον αδελφό του,/ Με το πρόσχημα πως δεν υπάρχει θεός.

⸙⸙⸙
[Ο Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ.


[1] Εκτενέστερα, βλ. Αντ. Μακρυδημήτρης, Είναι ηθική η πολιτική; Τύποι ηγεσίας στον Πολιτικό του Πλάτωνος και άλλα ερωτήματα, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, γ΄ έκδ. 2023, σελ. 364 επ.

[2] Εκτενέστερα, βλ. Αντ. Μακρυδημήτρης, Μικρές δοκιμές, εκδ. Νίκας, Αθήνα 2024, σελ. 251 επ..

Κύλιση στην κορυφή