Με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την επανάσταση του 1821, ο Στέλιος Ράμφος εξετάζει τη δημιουργικότητα και τις παλινδρομήσεις του Νέου Ελληνισμού κατά το διάστημα αυτό. Λαμβάνει ως θετικό παράδειγμα τον Διονύσιο Σολωμό, ο οποίος με την ποίησή του κατόρθωσε να θέσει μορφικές οριοθετήσεις στο έπος του αγώνα, το οποίο εσωτερικεύθηκε ως ψυχικό γεγονός με τρόπο που εντέλει η φαντασία και το πάθος υποτάχθηκαν στο νόημα. Στο ποιητικό έργο του Διονυσίου Σολωμού κυρίως μεταρσιώθηκαν τα πάθη του αγώνα της απελευθέρωσης. Παρατηρείται το ενδιαφέρον ότι ανέλαβε αυτήν την αποστολή ένας Έλληνας της Διασποράς, με «λειψά ελληνικά», ο οποίος, όμως, ερχόμενος έξωθεν μπορούσε να επωμισθεί το εγχείρημα της μορφής, χωρίς να είναι δέσμιος της εντόπιας επαναληπτικότητας. Η υπόταξη της συγκίνησης της απελευθέρωσης σε μορφή διάνοιξε ένα πνευματικό νόημα. Η Δόξα που μελετά τα νεκρά παλληκάρια στο ποίημα για την καταστροφή των Ψαρών μας διανοίγει στη μελέτη του θανάτου ως πραγμάτωσης και ολοκλήρωσης του ιστορικού συμβάντος. Η μορφή στον Σολωμό συνθέτει την έννοια με τη φαντασία και εισάγει μία χρονικότητα αυτόνομη από τον χώρο, η οποία βασίζεται στον ρυθμό της κινήσεως και την ένταση της δραματικής μεταβολής.

Μαζί με το θετικό αυτό παράδειγμα ο Στέλιος Ράμφος εξετάζει μια σειρά από χαρακτηριστικές παθολογίες της επαναστάσεως. Το πώς το σύστημα των προκρίτων εξελίχθηκε σε ένα πελατειακό κράτος με παρασιτικό χαρακτήρα στην υπηρεσία του μερικού και του τοπικού. Θεωρεί ότι οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να δεξιωθούν το κίνημα των Φιλελλήνων με τα απαραίτητα πολιτισμικά ερείσματα που θα το καθιστούσαν μια ιδέα αναφοράς, η οποία θα προήγαγε την ιστορική συνείδηση. Περιδιαβαίνει ποικίλες εκδοχές ατροφικής υποκειμενικότητας, όπως την «εσχατολογία της καρτερίας» και εθνικού διχασμού, όπως την αλληλοεξουδετέρωση του βουλευτικού των προκρίτων και του εκτελεστικού των πολιτικών κατά την πρώτη φάση του αγώνα. Εξετάζει επίσης το έργο περιηγητών, όπως οι Πουκεβίλ, Ληκ, Ντάγκλας, Μίλλινγκεν, Έλστερ, Αμπού και Κνος, οι οποίοι τονίζουν την πτωχαλαζονεία και τη ματαιοδοξία των Ελλήνων, που αποδίδεται από τον Ράμφο στην κοινωνική αντοψία και στην έμφαση στην κοινωνική τιμή. Πρόκειται κατά τον Ράμφο για ένα περιβάλλον που εξέθρεψε τη μνησικακία, τον φθόνο και τη μανία εκδικήσεως, οι οποίες εκδηλώθηκαν και στη συνέχεια στον εμφύλιο. Στο έργο του Στέλιου Ράμφου, οι εμφύλιοι των ετών 1823-1825 θεωρούνται ως αρχέτυπα όλων των κατοπινών διχασμών στα 200 χρόνια που ακολούθησαν. Ως πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα εσωτερικού διχασμού αναφέρεται η Πηνελόπη Δέλτα, η οποία ήταν παθιασμένη βενιζελική και ταυτοχρόνως δοσμένη σε έναν ολοκληρωτικό πλην τραγικό έρωτα προς τον εμβληματικό αντιβενιζελικό Ίωνα Δραγούμη. Τέλος, αναλύεται η γενιά του 1930 και το πώς αυτή μεταξύ άλλων με τον Γιώργο Σεφέρη επανανακάλυψε το 1821, επιμένοντας κυρίως στη λαϊκή παράδοση και την άμεση αυθορμησία της εκφράσεώς της.
Με το έργο του Στέλιου Ράμφου τίθεται εναργώς το νεοελληνικό πρόβλημα στην κατεύθυνση του πώς η φαντασία, η συγκίνηση και το αίσθημα των Νεοελλήνων θα μπορέσουν να λάβουν τις μορφικές οριοθετήσεις, οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή μια πιο γόνιμη σχέση με τη χρονικότητα.

