Χαράλαμπος Βέντης, Δοκίμια Φιλοσοφίας της Θρησκείας, Εκκρεμές, Αθήνα 2025.
Η έγνοια που συναρμόζει πέντε δοκίμια στο νέο βιβλίο του Χαράλαμπου Βέντη είναι να εκτεθούν οι υπαρξιακές συνέπειες του χριστιανικού Ευαγγελίου στο συγκείμενο μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας. Ο Βέντης θεωρεί ότι η θεολογία μπορεί να υπαχθεί στην αρχή της διαψευσιμότητας και αναζητεί όντως κριτήρια επαλήθευσης του θεολογικού λόγου, με επιστημολογική ευθύνη έναντι της σύγχρονης Φυσικής, Βιολογίας και Κοινωνιολογίας. Πρόκειται, ταυτοχρόνως, για ένα εγχείρημα ώριμου αναστοχασμού των ανηκόντων στη χριστιανική κοινότητα, οι οποίοι καλούνται να υπερβούν έναν άγονο «συλλογικό φιντεϊσμό», δηλαδή μία κοινοτική εκδοχή του ατομικού βολονταρισμού ότι η πίστη μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα. Οι σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες χρειάζονται διαλεγόμενες θρησκευτικές κοινότητες χωρίς ασφυκτικά στεγανά και, για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητη η δυνατότητα μετάφρασης των χριστιανικών αξιών σε ένα κοινό όραμα για την εκκοσμικευμένη κοινωνία.
Σε ένα πρώτο δοκίμιο εξετάζεται τι σημαίνει ο λεγόμενος «θάνατος του Θεού» ως άρνηση του μεταφυσικού τρόπου του θεολογείν. Το αντικείμενο άρνησης είναι κυρίως η δογματική και ιδρυματική επένδυση της χριστιανικής πίστης, που εργαλειοποίησαν μια προνεωτερική εκδοχή μεταφυσικής, δίνοντας μάχες οπισθοφυλακής. Αντιθέτως, η αναβίωση της μεταφυσικής στη σύγχρονη αναλυτική φιλοσοφία συμβαίνει με κριτικό τρόπο σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Αναπτύσσεται κυρίως ένας διάλογος με τον Δαρβινισμό, αποφεύγοντας τόσο την Σκύλλα ενός φονταμενταλιστικού χριστιανικού δημιουργισμού όσο και τη Χάρυβδη μιας επίσης δογματικής a priori αθεϊστικής φυσιοκρατίας. Ο Χαράλαμπος Βέντης επικεντρώνει στο «πώς» του χριστιανικού Θεού που ως Τριάδα Προσώπων με διακριτές προσωπικές υποστάσεις συνέβαλε στην έμπνευση και της ανθρώπινης διυποκειμενικότητας εξατομικευμένων προσώπων. Ανιχνεύει υπόγεια ρεύματα που άρδευσαν την έμφαση στο άτομο και τα δικαιώματά του από την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και εξής. Η πίστη στην Αγία Τριάδα θεωρείται συναφώς ως μια υπέρβαση του άκαμπτου Μονοθεϊσμού, η οποία υπέρβαση δημιουργεί χώρο για μια φιλοσοφία της πολιτικής συνύπαρξης.
Σε ένα δεύτερο δοκίμιο, η καντιανή κριτική φιλοσοφία θεωρείται ως ένας σημαντικός ορίζοντας της νεωτερικότητας που μπορεί, όμως, να συμπληρωθεί από τη φαινομενολογία. H καντιανή έννοια του Λόγου είναι αναγκαία, επειδή αξιώνει τη δεσμευτική θεμελίωση των αποφάσεών μας υπέρ του Λόγου, ως υπέρβαση κάθε σχετικισμού και ιστορικισμού. Ωστόσο, στην καντιανή άρνηση της απεικονιστικής θεωρίας της αλήθειας ελλοχεύει κάθε μεταγενέστερη σχετικοποίηση του νοήματος παρά την αντίδραση του ίδιου του Καντ στον σχετικισμό. Η ενιαιοποίηση του επιστητού, που επετεύχθη από τον Καντ εντός του ανθρωπίνου υποκειμένου, οδήγησε στη θεώρηση του τελευταίου ως μιας «εύθραυστης θεότητας», κατά την έκφραση του Βέντη, συνήθως ενάντια στις συνειδητές προθέσεις του ίδιου του Καντ, ο οποίος άφηνε εκκρεμότητες στη σκέψη του που επέτρεπαν τη διάνοιξη σε μια γνησίως χριστιανική εσχατολογία, σε αντίθεση με πολλούς επιγόνους του. Ο Βέντης προβληματίζεται από έναν μετακαντιανό μονισμό της εμμένειας και προσπαθεί να αναδιατυπώσει τα δόγματα των οικουμενικών συνόδων της Νικαίας και της Χαλκηδόνος στην κατεύθυνση μιας διάκρισης ιστορίας και εσχάτων που δεν αποτελεί διαίρεση ή ανεξαρτητοποίηση του ενός πόλου και μονότροπου πανηγυρισμού του. Διέξοδο για τον Βέντη αποτελεί η φαινομενολογία του Ζαν-Λυκ Μαριόν, η οποία τοποθετεί παράθυρα εκεί όπου οι φιλοσοφίες της εμμένειας βάζουν καθρέφτες. Ο Μαριόν εκδέχεται τα φαινόμενα ως συμβάντα και όχι ως αντικείμενα με αποτέλεσμα έναν ανανεωμένο δυναμισμό της φιλοσοφίας συμβατό με την εσχατολογική ανοικτότητα της χριστιανικής πίστης. Στην καντιανή σκέψη καταγγέλλεται κυρίως η εργαλειοποίηση του Θεού ως εκ των υστέρων εγγυητή της ορθότητας της ανθρώπινης ηθικής υποκειμενικής νομοθεσίας. Ο Βέντης επιζητεί μια υπέρβαση του υπερβατολογικού ιδεαλισμού που μένει δέσμιος της εμμενειοκρατίας και γι’ αυτό μιας οιονεί ειδωλολατρικής αποθέωσης του ανθρώπινου λόγου στην κατεύθυνση της διατύπωσης ενός νέου ρεαλισμού, ο οποίος, κατά ενδιαφέροντα τρόπο εμπνέεται από την ησυχαστική γνωσιοθεωρία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά περί ρεαλιστικής μετοχής στις ενέργειες του Θεού, πάντα όμως σε διάλογο με τη σύγχρονη ρεαλιστική φιλοσοφία της επιστήμης που βρίσκουμε λ.χ. στη σκέψη του Michael Redhead. Συναφώς, αναγνωρίζεται η σημασία της καντιανής δεοντοκρατίας, αλλά μόνο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και πιο συμπεριληπτικής οντολογίας.
Σε ένα τρίτο δοκίμιο ασκείται κριτική στην έμφαση του Φρίντριχ Σλαϊερμάχερ στο συναίσθημα ως πυρήνα της χριστιανικής εμπειρίας και θεωρείται το πώς θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια οντολογία, η οποία να αποδίδει δικαιοσύνη σε όλες τις διαφορετικές πνευματικο-σωματικές εκφάνσεις του ανθρώπινου γεγονότος, αν και ο συγγραφέας προσπαθεί ταυτοχρόνως να καταστήσει κατανοητά τα αιτήματα του Zeitgeist, στα οποία προσπαθούσε να ανταποκριθεί ο Φρίντριχ Σλαϊερμάχερ, όπως λ.χ. στην ανάγκη διαύγασης της εσωτερικότητας του ανθρώπινου υποκειμένου. Ένα πιο προκλητικό ερώτημα θέτει ο Χαράλαμπος Βέντης στο τέταρτο δοκίμιο, ήτοι στο αν έχει λόγο η Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία στη μετα-κοπερνίκεια εποχή. Απάντηση του Βέντη είναι ότι ο συμπαντικός πλουραλισμός του κοπερνίκειου κοσμοειδώλου εξυπηρετείται από τον πλουραλισμό που καταφάσκει το Άγιο Πνεύμα, συμπληρώνοντας εσχατολογικώς την ανθρωποκεντρικότητα της επίγειας διακονίας του Χριστού. Η αλληλοσυμπλήρωση Χριστολογίας και Πνευματολογίας, στην οποία είχε επιμείνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), μπορεί να είναι συμβατή με μια ενδοανθρώπινη επιστημολογική διαψευσιμότητα κατεστημένων κοσμοειδώλων, με μια ανοικτότητα προς την εσχατολογική αλήθευση. Ο Βέντης εξετάζει πάντως πλειάδα κοπερνίκειων ανατροπών στην ιστορία της δυτικής σκέψης, όπως λ.χ. την αντιστροφή του ιδεαλισμού από τον υλισμό του Καρλ Μαρξ, την κατακρήμνιση της τελεολογίας από τον δαρβινισμό στο προνομιακό πεδίο και έσχατο οχυρό της, ήτοι στη βιολογία, καθώς και τη σχετικοποίηση της συνειδήσεως από την ψυχανάλυση του ασυνειδήτου από τον Σίγκμουντ Φρόιντ και εξής. Μια χριστιανική θεολογία, αντί να είναι φοβική προς τις κοπερνίκειες ανατροπές, μπορεί να τις οικειώνεται αναστοχαστικά ως περαιτέρω εμβαθύνσεις στη σημασία του ψυχοσωματικού συναμφότερου για την ανθρώπινη σωτηρία. Ο Παράκλητος που τελειεί την ιστορία φέρνει ταυτοχρόνως ανατροπές, καθώς οι έσχατοι έσονται πρώτοι, μία θεώρηση παραδόξως συμβατή με τις μεγάλες επαναστάσεις θεωρητικών παραδειγμάτων που βλέπουμε στη νεωτερικότητα (ηλιοκεντρικότητα αντί γεωκεντρικότητας, σημασία της ύλης και του ασυνειδήτου, πολλαπλά ηλιακά συστήματα, γαλαξίες ή, ενδεχομένως, και σύμπαντα, συνέχεια ζώου και ανθρώπου κ.ο.κ.). Το βιβλίο κατακλείεται με ένα πέμπτο δοκίμιο για τη σημασία του επιστημολογικού, αλλά και πολιτικού «λόγον διδόναι». Τα χριστιανικά δόγματα θεωρούνται στην κριτική και ιστορική τους διάσταση, καθώς η πίστη στην Αγία Τριάδα καταφάσκει στον πλουραλισμό, ενώ το χριστολογικό δόγμα σημαίνει τη μέγιστη συμπερίληψη ιδιοτήτων της ανθρώπινης φύσης στο γεγονός της σωτηρίας. Ο Βέντης οραματίζεται έναν σύγχρονο χριστιανισμό οικουμενικό, κοσμοπολίτικο, εξωστρεφή και με λογοδοσία, δηλαδή, εντέλει, δημοκρατικό, αλλά και εμπνεόμενο από τα μεγάλα επιτεύγματα των θεολόγων του αρχέγονου Χριστιανισμού που ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα του ελληνορωμαϊκού κόσμου.

