Πικράδα στης ζαχαροπλαστικής την πίσω όψη:
Αθηνά Βογιατζόγλου, Πορτρέτα, Κέδρος, Αθήνα 2021
Στην ποιητική αυτοβιογραφία της Αθηνάς Βογιατζόγλου, πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οι άλλοι: στενοί ή μακρινοί συγγενείς, άνθρωποι που έχουν με κάποιον τρόπο περάσει από τη ζωή της, μορφές των γραμμάτων και της τέχνης. Η ίδια τοποθετεί τον εαυτό της στον ρόλο της παρατηρήτριας, ενώ παράλληλα αυτοπαρατηρείται. Βλέπει τον εαυτό της να ξεκλειδώνει την πόρτα και να πετάει κάτω τις σακκούλες μπαίνοντας στο σπίτι της μητέρας της, καταγράφει τον αιφνιδιασμό της από τον χριστουγεννιάτικο στολισμό, συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει το πορτρέτο του προπάππου, αναστοχάζεται τη σχέση της με την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού. Δεν ζωγραφίζει, λοιπόν, απλώς πορτρέτα, αλλά εισέρχεται και η ίδια στον χώρο της προσωπογραφίας, κυκλοφορεί εντός του, ορατή ή αόρατη, και επεξεργάζεται έτσι και το δικό της πορτρέτο, καθώς δέχεται επάνω της τις πινελιές του χρόνου και ανακαλύπτει αλήθειες για την ίδια, αντικρίζοντας τη μορφή της στον καθρέφτη των άλλων. Αυτή τη διαδικασία θα παρακολουθήσουμε εδώ: τη διερεύνηση του εαυτού μέσα από το αντίκρισμα των άλλων.

Η αφήγηση ξεκινά με μια πτώση: τη βαριά πτώση ενός φθινοπωρινού φύλλου στο κεφάλι της ποιήτριας, καθώς εκείνη διαβάζει. Το σκιάξιμό της δεν αφορά απλώς την τυχαία πρόσκρουση. Το φύλλο έχει ένα βάρος που δεν οφείλεται μονάχα στο μέγεθός του (τεράστιο χαρακτηρίζεται), αλλά και στον συμβολισμό του. Σε μία μέρα μέσα/ έφτασε το πρώτο μου φθινόπωρο. Είναι το πρώτο επειδή η αφηγήτρια αποκτά αιφνιδιαστικά τη συναίσθηση της φθοράς· του χρόνου που περνά μαραίνοντας το σώμα, αλλά, κυρίως, παίρνοντας από κοντά μας ανθρώπους και ειδοποιώντας μας ότι κάποια στιγμή θα φύγουμε κι εμείς. Η αφηγήτρια βγαίνει, λοιπόν, απότομα από τον ασφαλή, άχρονο χώρο της ανάγνωσης και εισέρχεται σε εκείνον του πραγματικού χρόνου. Παύει, έτσι να ξετυλ[ίγεται] προς τα πάνω και καθίσταται γήινη – με έκδηλη αυτοειρωνεία. Ήταν σπουργίτι πληγωμένο;/ Των ουρανών προμήνυμα; διερωτάται μόλις νιώθει κάτι να πέφτει στο κεφάλι της. Το πληγωμένο σπουργίτι θα μπορούσε να το φροντίσει· η ίαση του εαυτού από την πληγή του χρόνου είναι πολύ δυσκολότερη. Το προμήνυμα των ουρανών θα σήμαινε ίσως πως το ξετύλιγμά της προς τα πάνω έβρισκε την ανταμοιβή του –ή τουλάχιστον μια απάντηση. Οι ερωτήσεις ανακαλούν το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, «Αλεξιβρόχια»: ο ποιητής βασανίζεται από τη λέξη μπαϊράκι και διερωτάται: τι να σημαίνει/ άραγες/ αυτή/ η/ καινούργια/ ταραχή// μήπως είναι/ το μήνυμα/ του θανάτου και της Χαράς/ τίποτες/ κανένα δώρο/ της θεάς/ Δήμητρας […]; Ωστόσο, δεν είναι παρά μια λέξη που ανακαλεί μνήμες παιδικές, μνήμες πρώτων ερώτων.
Το σκιάξιμο από την πτώση του φύλλου σχετίζεται με τη δήλωση, στο επόμενο ποίημα, τον «Αχινό»: κολυμπάω κοντά στην ακτή,/ γιατί τα βάθη του νερού με τρομάζουν. Η ανύψωση αναστέλλεται από την υπόμνηση της θνητότητας, το βάθος τρομάζει γιατί εκεί ο εαυτός απειλείται από κάτι άλογο: άλογο όσο και ο θάνατος ή τα γηρατειά. Εκείνο που θαυμάζει η ποιήτρια στον αχινό είναι, ακριβώς το ότι πεθαίν[ει] χωρίς ποτέ να γεράσ[ει], καθώς και το ότι βρίσκεται παρέα με πολλούς του γένους του. Αντίθετα, εκείνη έχει συναίσθηση της ατομικότητάς της, μελετά τα γηρατειά, και δεν βρίσκεται κολλημένη σε κάποιον βράχο στα ρηχά. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρασυρθεί από το κύμα. Άμυνά της οι λέξεις· και επιστρατεύει πολλές για να απευθυνθεί στον αχινό. Θα ξεκινήσει με έναν εύκολο βερμπαλισμό: Ήλιε της θάλασσας,/ του σκοτεινού πυρήνα σου σωματοφύλακες/ τ’ αγκάθια, και υπόρρητα θα αναγνωρίσει την ανεπάρκεια ενός τέτοιου εξηρμένου λόγου, αφού θα καταφύγει στον αυστηρό, επιστημονικό: ομοταξία εχινοειδών, συνομοταξία εχινόδερμων, υποσυνομοταξία ελευθερόζωων. Και αυτό το είδος του λόγου θα εγκαταλειφθεί, επειδή δεν μπορεί να δηλώσει τίποτε για το βασικό θέμα: την αιτία για την οποία ξεχωρίζει τον αχινό από άλλα πλάσματα της θάλασσας η ποιήτρια. Έτσι, ο τρίτος τρόπος που θα δοκιμαστεί (και θα επιτύχει) είναι η αμεσότητα: ένας λιτός λόγος όπου προβάλλονται οι ομοιότητες μεταξύ παρατηρήτριας και παρατηρούμενου, μεταξύ ανθρώπου και εχινοειδούς: η απόλαυση του ήχου των κυμάτων και του γέλιου των παιδιών, η αγκίστρωση ή η επιθυμία της αγκίστρωσης, η άμυνα: η οχύρωση του βαθύτερου πυρήνα του εαυτού. Εσύ τον αστερία φοβάσαι κι εγώ/ τα πεφταστέρια, καταλήγει η ποιήτρια, ανακαλώντας και πάλι την πτώση του φύλλου –την πτώση γενικά.
Έτσι σκιαγμένη, αιφνιδιασμένη και έχοντας εντοπίσει τις αιτίες του φόβου της, θα αρχίσει να φιλοτεχνεί πορτρέτα, ξεκινώντας από τους «Εξ αίματος» συγγενείς της. Βασικό θέμα είναι, βέβαια, ο χρόνος. Ο θαυμασμός για την ογδοντάχρονη μητέρα εκπηγάζει από το γεγονός ότι εκείνη διατηρεί την ορμή της και τη χαρά της ζωής· με καλά κρυμμένες τις λαβωματιές/ κάτω απ’ το κόκκινο παλτό, συνεχίζει να στολίζει το σπίτι της, να γιορτάζει τα Χριστούγεννα, να φροντίζει τα λουλούδια στη βεράντα. Πρόκειται για ένα θαύμα αντίστοιχο με εκείνο της νεογέννητης κόρης σε άλλο ποίημα. Και το βρέφος και η γιαγιά μάς θυμίζουν, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο, την ίδια αλήθεια: πως η ζωή έχει όπλα ανυπολόγιστα. Στα όπλα αυτά συγκαταλέγεται η μνήμη που, όταν συνυφαίνεται με τη στοργή, έρχεται ως αρωγός στη διαχείριση της απώλειας. Η Χλόη, η αγαπημένη γάτα, αφήνει πίσω της ένα τεράστιο κενό. Ξανάρχεται όμως στα όνειρα όταν το κορίτσι που την αγάπησε και την έκλαψε, περιμαζεύει ένα άλλο γατάκι. Η παρουσία του δεν αντικαθιστά την απουσία της Χλόης, αλλά συμφύρεται μαζί της, καθιστώντας τη ανάλαφρη. Αντίθετα, η μνήμη η αποξηραμένη απομακρύνει τον άνθρωπο από τον δικό του χρόνο. Ο αφέντης των αριθμών θυμάται χρονολογίες και ιστορικά γεγονότα, γνωρίζει όλες τις μεταβολές στις τιμές των προϊόντων, αλλά οι μετρήσεις του πάλλονται/ από αξόδευτη ζωή. Έχει καταστεί αόρατος.
Στη δική του συγκέντρωση πληροφορίας αντιπαρατίθεται, στο επόμενο ποίημα, η γιαγιά. Με την αγάπη της για το πλέξιμο, με τη σύνδεσή της με την εγγονή, με την προτίμησή της στη νουγκατίνα: αυτά τα εντελώς εφήμερα και φευγαλέα είναι εκείνα που μένουν και χαρίζουν μυρωδιές και χρώματα, ήχους και γεύσεις στη ζωή μας. Γιαγιά, πικράδα στης ζαχαροπλαστικής την πίσω όψη…, καταλήγει το ποίημα. Η ποιήτρια εισέρχεται στο πορτρέτο της γιαγιάς. Όχι μονάχα σαν εκείνη που την πηγαίνει βόλτα στην Πάρνηθα ή την επισκέπτεται στον οίκο ευγηρίας, αλλά και σαν εκείνη που φέρει εντός της τη γιαγιά της, μαζί με την πίκρα της απώλειάς της. Η γεύση της νουγκατίνας, παρά την πικράδα που έχει αποκτήσει, προσφέρει δύναμη· το ίδιο και η μυρωδιά του γλυκού της θείας Κούλας. Το τελευταίο βαζάκι τριαντάφυλλο το αφήνει άθικτο η ποιήτρια. Ανοίγω το καπάκι κι ανασαίνω/ όταν απεγνωσμένα δύναμη χρειάζομαι./ Κήποι ολόκληροι κρύβονται εδώ,/ κόποι αμέτρητοι, τρυφερότητα/ που δεν έχει τυλιγμό. Το βαζάκι, με τη μυρωδιά του γλυκού, δεν συμβολίζει απλώς: είναι η τρυφερότητα. Ανήμπορη πια να φτιάξει κάτι, να μυρίσει, να δει, η θεία Κούλα κοιτάζει με τη μνήμη παλιές φωτογραφίες. Και, παράλληλα, συνεχίζει την ύπαρξή της στη μνήμη της ανιψιάς. Μένει το έργο των χεριών της και, ακόμη περισσότερο, η πράξη της προσφοράς. Αν τα πέταλα των ρόδων τυλίγονται για να παρασκευαστεί το γλυκό, η τρυφερότητα της πράξης δεν έχει τυλιγμό: απλώνεται σε όλον τον κόσμο.
Κάπως έτσι συνεχίζονται οι ζωές των ανθρώπων. Του γερο-Δημοστή, του ψαρά ταξιδευτή του Αιγαίου, κάπου στον βυθό της θάλασσας: εκεί ναυάγια άγνωστα ερευνά/ και τις γοργόνες/ με παραμύθια αποκοιμίζει. Της Ελένης Φράγκου, που αγαπούσε την ποίηση του Καβάφη, κάπου στον άνεμο. Όπως τα χειρόγραφα των «Φωνών» του ποιητή, εκτεθειμένα στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, σκόρπισαν στον αέρα με το άνοιγμα της πόρτας, έτσι και η ζωή της φίλης (συζύγου του κουνιάδου της ποιήτριας, στην πραγματικότητα) που έφυγε χτυπημένη από τον καρκίνο, ξεφυλλίστηκε στον άνεμο,/ χειρόγραφο γεμάτο σβησίματα. Γεμάτα σβησίματα είναι και τα χειρόγραφα του ποιητή. Εκεί, στον άνεμο, σβησμένη και ξαναγραμμένη και διορθωμένη, γεμάτη αμφιβολίες, ξεφυλλισμένη αλλά ολόκληρη (ιδανική φωνή κι αγαπημένη, που θα ακούγεται στα όνειρα), συναντιέται η ζωή της φίλης με την ποίηση.
Ποιητές και ζωγράφοι κατοικούν στη δεύτερη ενότητα της συλλογής: η Helene Schjerfbeck και η Μαρία Κυρτζάκη, ο Βικέντιος Βαν Γκογκ και ο Άγγελος Σικελιανός. Αν στο τελευταίο ποίημα της προηγούμενης ενότητας το πορτρέτο του προπάππου δεν ολοκληρώνεται, επειδή η ποιήτρια νιώθει ότι κάτι της λείπει: μια αφή, μια μυρωδιά που να ενώνει τη φωτογραφία του μαζί της, εδώ η αίσθηση της ένωσης υφίσταται, είτε πρόκειται για ανθρώπους που έχει γνωρίσει προσωπικά, όπως τη Μαρία Κυρτζάκη είτε για πολύ μακρινούς, όπως τον Βαν Γκογκ. Κατά κάποιον τρόπο, είναι και αυτοί «εξ αίματος» συγγενείς –περισσότερο ίσως από τον προπάππου. Άνθρωποι από το έργο των οποίων έχει τραφεί η ποιήτρια. Οι αυτοπροσωπογραφίες της Schjerfbeck χαρακτηρίζονται από την απόλυτη απουσία ωραιοποίησης. Σε αυτό στέκεται η Αθηνά Βογιατζόγλου. Ακριβώς επειδή η ζωγράφος καταγράφει με απόλυτη εντιμότητα τις αλλαγές που επιφέρει ο χρόνος στο πρόσωπό της, τα πορτρέτα της χαρακτηρίζονται σπουδή στο άφθαρτο. Μια τέτοια σπουδή επιχειρεί να κάνει και η ποιήτρια: μελετώντας τη φθορά, να εντοπίσει το άφθαρτο, σε όσα έχει βιώσει, αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό.
Το τσαλάκωμα της μορφής, όπως και το τσαλάκωμα των φθόγγων στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη οδηγεί στην τελείωσή της ή, αλλιώς, στην αίσθηση ότι τίποτε δεν είναι τέλειο και τελειωμένο, γι’ αυτό και ο καθένας συνεχίζεται στον άλλον, καταργώντας τα όρια του χρόνου και του χώρου, και απλώνοντας αόρατες ρίζες. «Ρίζες δέντρων και κορμοί» επιγράφεται το τελευταίο έργο του Βαν Γκογκ· επιλέγεται ίσως όχι μόνο επειδή είναι το τελευταίο, αλλά και για τον τίτλο του. Πάντα τον συνάρπαζε ο αγώνας των δέντρων ν’ αντέξουν τον άνεμο, σημειώνει η ποιήτρια. Απλώνοντας ρίζες έφυγε ο ίδιος· δίχως να παραιτηθεί/ αποχώρησε. Η μη παραίτηση αφορά την αφοσίωση στην τέχνη του· την επιμονή στις ρίζες και στους κορμούς, την πάλη με τον χρόνο και με το χρώμα. Μαζί με τον χθόνιο Βαν Γκογκ, ο ιπτάμενος Λεονάρντο· κι εκείνος είχε θεωρηθεί τρελός, κι εκείνος έφυγε δημιουργώντας: στου δράκου του την πλάτη,/ έκανε το άλμα προς τον αντίπερα ουρανό. Οι καλλιτέχνες της ενότητας αυτής είναι άνθρωποι που επιμένουν: ο Άγγελος Σικελιανός στο όραμα ενός ποιητή-μύστη, ο Γιώργος Κοτζιούλας στον αγώνα των ανταρτών του Άρη, αλλά και των χωρικών για μια αξιοπρεπή ζωή. Ζωγράφοι και ποιητές πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους συναντιούνται επειδή μέχρι τέλους δεν παραιτήθηκαν· έμειναν πιστοί ο καθένας στο εσωτερικό του όραμα, διαρρηγνύοντας έτσι τον χρόνο. Η ενότητα κλείνει με μια συνάντηση της μουσικής με τον λόγο: τον Μανώλη Γαλιάτσο και τον Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ. «Το γαλήνιο όνειρο του Έιχαμπ» (ο τίτλος του έργου του συνθέτη) κάθε άλλο παρά γαλήνιο είναι. Συνιστά μια διαδικασία επίπονη, όπου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συνθέτης, «η πραγματικότητα γίνεται το βαθύ όνειρο της τέχνης, και η τέχνη το βαθύ όνειρο της πραγματικότητας». Ταγμένο σε μια τέτοια ώσμωση, η ποιήτρια βλέπει τον συνθέτη να ζει μέσα στην τέχνη του, και την τέχνη του να γίνεται κομμάτι της πραγματικότητας: Τα βράδια μια άσπρη φάλαινα πλέει στον ύπνο του,/ του τρώει και του τρέφει την καρδιά.
«Οι άλλοι», στην τρίτη ενότητα της συλλογής, επιλέγονται και πάλι επειδή έχουν, ανεπίγνωστα, θρέψει την καρδιά της ποιήτριας, από κάποια απόσταση, αυτή τη φορά· ή την έχουν βοηθήσει να κοιταχτεί στον καθρέφτη τους. Ο μαθηματικός και ο κολυμβητής τού Sandro Penna, η Γιαπωνέζα στους Δελφούς και οι γείτονες της Καισαριανής, το άγνωστο ηλικιωμένο ζευγάρι, τυχαία συναντημένο στην καφετέρια, συνθέτουν μια εικόνα διαφορετικών επιλογών, διαφορετικής στάσης απέναντι στη ζωή, διαφορετικής μοίρας, με κάποια αδιόρατα νήματα όμως που τη συνέχουν. Η βαρύτητα που περιμένει τον κολυμβητή μόλις βγει από το νερό και το βάρος των χωρισμών που κουβαλά επάνω της η Γιαπωνέζα, η αποτίναξη του βάρους του χρόνου από το αρμονικό, ερωτευμένο ζευγάρι των ηλικιωμένων, η δύσκολη σχέση με τη γυναίκα της «Ικεσίας» (σε διώχνει ικετεύοντας./ Να την αγαπάς./ Αλεξικέραυνο να κρατάς/ και πλάι της να μένεις), η εξ αποστάσεως σχέση με τον διπλανό: τον συγκάτοικο συνεπιβάτη του ασανσέρ: η ποιήτρια στέκει ανάμεσα στους «άλλους» και, παρατηρώντας τους, μελετά τον εαυτό της. Τη ζωή που θα μπορούσε να είναι δική της, τους ανθρώπους που θα μπορούσε να έχει γνωρίσει, τον φόβο της πτώσης και της μοναξιάς, την κυριαρχία του χρόνου, αλλά και την υπόσκαψή της μέσω της σιωπηρής συνομιλίας με τους «άλλους».
Στον επίλογο της συλλογής, την «Ανύψωση», μεταφερόμαστε στον χρόνο και στον χώρο των σπιτιών. Στο νησιώτικο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, που έχει πια αλλάξει. Η πόρτα η φτιαγμένη από πράσινο ξύλο πλανισμένο έχει αντικατασταθεί από μπλε αλουμίνιο: υλικό που εγγυάται αντοχή στον χρόνο, /όμως όλοι έχουν πεθάνει. Το μόνο που αντιστέκεται ουσιαστικά στον χρόνο δεν είναι, λοιπόν, το αλουμίνιο ή όποιο άλλο υλικό, αλλά η μνήμη: του παππού που τραγουδούσε αμανέδες, της γιαγιάς που διάβαζε τον καζαμία, της θέας από το μπαλκόνι. Και τι δεν θα ’δινα για μια σανίδα από την πόρτα την παλιά. Γερά πιασμένη επάνω της,/ στις τρικυμίες θα επιζούσα, καταλήγει το ποίημα, επιτρέποντάς μας ίσως να δούμε το σύνολο της συλλογής σαν μια σανίδα από την πόρτα την παλιά: πρόκειται για ποιήματα που ανακαλούν πρόσωπα που έχουν σημαδέψει το παρελθόν της ποιήτριας, η οποία αναζητεί εκεί έναν οδηγό πλεύσης.
Το παρελθόν με το παρόν ενώνονται στο τωρινό οικογενειακό σπίτι: διώροφο προσφυγικό με αυλή, παλιά, διαμέρισμα του όγδοου ορόφου τώρα. Το νέο σπίτι έχει αντικαταστήσει το παλιό, αλλά δεν το έχει καταργήσει· το φέρει εντός του, με τα τριξίματα και τις εικόνες του, το μωσαϊκό και τον καθρέφτη του. Η φράση του παλαιού καθρέπτη ανακαλεί τους στίχους του Καβάφη: μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,/ κι επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του/ την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά. Ο παλαιός καθρέπτης στο σπίτι κρατούσε στη μνήμη του την ομορφιά μιας άρτιας ζωής, η οποία περνά στο σήμερα μέσα από τα στολίδια των Χριστουγέννων, το γλυκό τριαντάφυλλο, τη γεύση της νουγκατίνας. Ο όγδοος όροφος επιτρέπει μια μεγαλύτερη εγγύτητα με τον θόλο τ’ ουρανού· το μόνο που μπορεί να μας εξιλεώσει γι’ αυτή την αντιπαροχή. Η αυλή, με τις γάτες, τις χελώνες και τα εσπεριδοειδή έχει αντικατασταθεί από ένα μπαλκόνι, κάπου ψηλά. Ανταλλάξαμε τον ουρανό με τη γη; Αν ναι, ελλοχεύει ο κίνδυνος της πτώσης, όπως και της αλαζονείας. Της λαμπερής δύσης τα ξέφτια ξετυλίγονται για μας, που κατοικούμε ψηλά. Η αυτοειρωνική έπαρση της δήλωσης, θυμίζει τους καρυωτακικούς στίχους: Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού/ τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις./ Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,/ ανεβήκαμε στ’ άστρα τ’ ουρανού. Γι’ αυτό και τα ποιήματα μελετούν τις ρίζες: τις ρίζες του καθενός στους προγόνους του, στους γνωστούς ή άγνωστους «άλλους», στους δημιουργούς που έχει αγαπήσει, στην ατύλιχτη τρυφερότητα γιαγιάδων και θειάδων. Ρίζες που δεν απλώνονται μόνο προς τα κάτω, προς το παρελθόν, αλλά διακλαδώνονται και οριζοντίως και προς τα επάνω: ας μην ξεχνάμε τα δύο πρόσωπα στα οποία είναι αφιερωμένη η συλλογή: την κόρη και τον σύζυγο της Αθηνάς: τη Δήμητρα και τον Σωκράτη.

