Αλέξιος Μάινας, Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2021
Με τον επίκαιρο τίτλο της ποιητικής του συλλογής, στον οποίον υφέρπει μία νιτσεϊκή φιλοσοφία της Ιστορίας, ο Αλέξιος Μάινας μας εισάγει σε έναν ενοπτρισμό του ανθρώπινου δράματος μέσα στον χρόνο με την αφορμή της πανδημίας του κορονοϊού. Η πανδημία είναι μια μεταφορά για την ποίηση, η οποία ως περιέχον, κατά τον Καρλ Γιάσπερς, μπορεί να ενσωματώσει τα πάντα, σε αντίθεση ίσως με τη φιλοσοφία όπου ο στοχαστής καλείται να κάνει τις θεμελιώδεις επιλογές του, λ.χ. αν θα είναι συγκεκριμένος ή καθολικός, αφηρημένος ή υπαρξιακός κ.ο.κ. Η επικαιρότητα της πανδημίας είναι η αφορμή για μια εμβάθυνση στις πιο υπαρξιακές θεματικές της μοναξιάς, του εγκλεισμού και του θανάτου. Και η ποίηση, που μπορεί να υπομνηματίσει τα πάντα, βρίσκει στην πανδημία τη μνήμη θανάτου του καιρού μας και άρα τη δική μας σχέση με την Ιστορία και τη χρονικότητα.

Σε έναν ποιητικό σχολιασμό στον Χάιντεγγερ, ο Μάινας θα γράψει: «Ιστορία/ είναι η διάσταση./ Που γίνεται εργαλείο/ για τη διάσταση./ Κάνει τη δυσαρέσκεια/ διαφορά./ Κάνει τη διαφορά/ ταυτότητα./ Κάνει την ανασφάλεια/ Ιδέα» (σ. 123). Αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, για τον Μάινα η Ιστορία είναι το «αψέντι των μεγαλομανών» και ταυτοχρόνως η «νόσος της αγέλης». Υπάρχει μία διαλεκτική της Ιστορίας, και δεν είναι μόνο αυτή ανάμεσα στα «προσκόμματα» και τις «ποιμαντικές λύσεις». Είναι ότι η Ιστορία αποτελεί την εμπειρία που θα χρειαζόταν η «αγέλη», δηλαδή η κάθε κοινωνία, λαός, έθνος κ.ο.κ. για να μη συλλέξει την πάρα πολύ τραγική εκδοχή της Ιστορίας, ειδικά του 20ού αιώνα, με τους μεγάλους πολέμους, τις γενοκτονίες και τον ναζισμό, όλα δηλαδή όσα σχολιάζει ο όψιμος Χάιντεγγερ που είχε προφανώς αναθεωρήσει τη σχέση του με τον ναζισμό, χωρίς ουδέποτε να το παραδεχτεί ρητά για λόγους περηφάνειας. Οπότε τα όποια μαθήματα της Ιστορίας ματαιώνονται και η Ιστορία προχωρά εις πείσμα τους από όσους εντέλει μαζεύουν την αγέλη της ανθρωπότητας, ενδυναμώνονται μέσα από τα προσκόμματα και βρίσκουν τις ποιμαντικές λύσεις στις δύσκολες περιπτώσεις αντάρας όπως αναμφισβήτητα και αυτή της πανδημίας. Ίσως μια νιτσεϊκή κριτική στη χριστιανική (αλλά και πλατωνική και σοσιαλιστική) «ποιμαντική» να ανιχνεύεται στην υπόρρητη ειρωνεία του Μάινα προς τους βιοπολιτικούς ποιμένες του ανθρώπινου ζώου.
Το πρώτο μέρος της συλλογής τιτλοφορείται «Θεωρία» και όμως σύμφωνα με τη ρήση του Mονταινίου «ζητούμενο είναι η ερμηνεία των πραγμάτων» πέρα από τη μεταμοντέρνα ερμηνεία των ερμηνειών. Ο Μάινας κάνει μια ποιητική της καθημερινής ζωής και των ενσταντανέ της, τα οποία, όμως, σκηνοθετεί, ώστε να εκβάλλουν σε ένα υπαρξιακό σχόλιο για τις ματαιώσεις του νοήματος, με το γλυκόπικρο μειδίαμα της ειρωνείας ενός έμπειρου της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.
Αναγόμαστε στις καταγωγικές αρχές της ανθρωπότητας και του κόσμου με αναφορές στην «κληρονομική ενοχή» και την «Παγγαία». Η στέρηση του νοήματος είναι προδρομική, συνέβη εξαρχής, σε «τρένα στις διαβάσεις που δεν σφύριξαν», σε «πιστολιές ασαφείς και διφορούμενες». Οπότε ο ποιητής ως φωτογραφικός ερμηνευτής πραγμάτων καλείται να αντιμετωπίσει μία προκαταβολική απουσία μηνυμάτων ενός σύμπαντος που του εξαπολύει πληθώρα εικόνων από γεγονότα. Το ρήμα «ανυπάρχτηκε» (σ. 27), μία πρωτότυπη εφεύρεση του ποιητή, δηλώνει αυτήν την εκκρεμή υπόσχεση ύπαρξης που έχει ήδη ματαιωθεί στο παρελθόν, όπως διαψευσμένη είναι και η επαγγελία ευτυχίας στον «απολογισμό και επισχόλιο»: «Μοιάζει πως παραλίγο/ να ʼχαμε ευτυχήσει. / Πως ήμασταν και γέλιο/ στον παλιό μας θώρακα. Που τώρα κατωθείται.» (σ. 19). Tα δε γράμματα των προπατόρων από τον πρώτο πόλεμο έχουν παραπέσει, η ρίζα συνδέεται με την απελπισία, μια «άσκηση στο βιολί» έγινε «όταν λείπαν» (σ. 26-27). Η Παγγαία ως το πριν από τη διάσπαση της Βαβέλ αποτελεί μία αξίωση παμπεριεκτικής ολοκληρίας η οποία παραμένει ανεπίδοτη, καθώς δεν υπήρχαν τότε συνειδήσεις ποιητών, ενώ τώρα που ο ποιητής κινηματογραφεί με φιλάρεσκη επιμονή σε αποκαλυπτικά τετριμμένα της καθημερινής σκηνογραφίας μας, η Παγγαία όχι μόνο έχει χαθεί, αλλά είναι και αβέβαιο αν ποτέ υπήρξε. Το τέλος, όμως, της «Θεωρίας» δεν είναι μια απόληξη στην ανελπιστία, αλλά, όλως αντιθέτως, μια ανάληψη αυτής της νιτσεϊκής, θα έλεγε κανείς, συνθήκης, με επίκληση στη «συνεχή δημιουργία του ανυπεράσπιστου».
To δεύτερο μέρος τιτλοφορείται «Πράξη» και είναι προγραμματικά και ρητά πιο θεατρικό, καθώς περιλαμβάνει μία σειρά από πράξεις που δραματοποιούν τις σκέψεις του ποιητή και τις καταστάσεις που επιθυμεί να περιγράψει. Άλλωστε, για τον Μάινα, η ίδια η πανδημία αποτελεί μία σημαντική δραματοποίηση, καθώς καθιστά πιο ορατά ορισμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συνθήκης που υπάρχουν ούτως ή άλλως, αλλά μας διαφεύγουν τον καιρό της όποιας κανονικότητας. Η πανδημία αποτελεί αλληγορία για μια ζωή όπου δεν υπάρχει τίποτα που ο ανθρώπινος υποδοχέας να μην μπορεί να το θεωρήσει και εντέλει να το καταστήσει (μια νέα) κανονικότητα. Μόνο στις μεταβατικές συνθήκες μπορεί να αναδυθεί ο τρόμος, αλλά αρκετά γρήγορα η ανθρώπινη πρόσληψη οδηγεί σε μία επανοικείωσή του που τον εντάσσει στη γνώριμη καθημερινότητα. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται πρωτεϊκά στο ο,τιδήποτε, αλλά και η ίδια η «πραγματικότητα» προσαρμόζεται στις ανάγκες επιβίωσης ενός πολύ δυναμικού όντος που προχωρά μέσα από ζωτικά ψεύδη και αλήθειες.
Το δεύτερο μέρος της «Πράξεως» αρχίζει με ένα παράθεμα του Τσέσλαφ Μίλος που φαίνεται να αρνείται την ερμηνεία, εκλαμβάνοντας ένα πουλί σε ένα κλαδί ως αυτό που είναι και όχι ως ένα σημείο προς ένα υπερβατικό σημαινόμενο. Η πρώτη πράξη, το «Κοπάδι των Τέφρων» εκκινείται, όμως, παράδοξα από υπομνήσεις θανάτου που θίγουν το ερώτημα του Θεού, όπως όμως αυτό τίθεται μέσα σε ένα πλήρες πλέγμα σχέσεων που περιλαμβάνει τους ανθρώπους, την τεχνολογία και τα ζώα. Η γραφή του Μάινα αποτελεί μια Βίβλο της καθημερινότητας, όπου σαρκαστικές τροπές αγιογραφικών απηχημάτων διασπείρονται σε ένα σύμπαν όπου το φυσικό διαπλέκεται με το τεχνολογικό, σαν ένα καλώδιο τηλεόρασης που μοιάζει με αγιόκλημα, ενώ τα ζώα ως έσχατοι του κοσμικού δράματος μένουν θεατές των ανθρώπων που δεν μπορούν να είναι κριτές.
Το χαρακτηριστικό ποίημα «η μετά θάνατον ζωή» (σ. 55) αναφέρεται στην κοινότητα των περιλειπομένων που ζουν πλέον σε ένα μεσοδιάστημα «ανακωχής» ανάμεσα στο τραύμα του πρώτου ενοπτρισμού του θανάτου και σε ένα μελλοντικό φάσμα του που αναστέλλεται. Ο θάνατος παγιώνει μεν μια αποτυχία του παρελθόντος, (όπως λ.χ. στο ποίημα για τον θάνατο ενός παιδιού της γειτονιάς με το οποίο ο αφηγητής ποτέ δεν έπαιξε), αλλά η άλλη όψη αυτής της αναδρομικής κατανόησης του παρελθόντος είναι μια ακούσια υποχρέωση της «πράξεως» ως ζωής στον χρόνο που μας απομένει.

