Η Δεύτερη νεότητα της Τώνιας Τζιρίτα Ζαχαράτου στη δεύτερη καραντίνα μας (ή τι νέες που φτάσαμεν εδώ)
Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δεύτερη νεότητα, Θράκα, Λάρισα 2020.
Το φθινόπωρο του όχι-ακριβώς-μαγευτικού 2020 κυκλοφόρησε από τη Θράκα η Δεύτερη νεότητα της Τώνιας Τζιρίτα Ζαχαράτου. Ακόμα και από κάπως μακριά να την κοιτάξουμε, θα δούμε πως περιέχει ποιήματα. Μας πληροφορεί σχετικά το εξώφυλλό της, στο οποίο διαβάζουμε επίσης: «Βραβείο Θράκα». Στις σελίδες του βιβλίου δεν δίνονται λεπτομέρειες για το βραβείο. Μπορούμε, αν θέλουμε, να τις βρούμε εκεί που τα βρίσκουμε σχεδόν όλα: στο ίντερνετ. Μπορούμε επίσης να τις μοιραστούμε: Πρόκειται για το Βραβείο Πρώτης Ανέκδοτης Συλλογής που προκήρυξαν οι εκδόσεις Θράκα τον Ιανουάριο του 2020 [1]Για την προκήρυξη του διαγωνισμού, βλ. εδώ· για τη βραχεία λίστα, εδώ· για την ανακοίνωση της νικήτριας και το σκεπτικό της βράβευσης (καθώς επίσης και για τα μέλη της επιτροπής), βλ. εδώ. Κάποιες σκέψεις της ίδιας της ποιήτριας για το βιβλίο της, μπορείτε, αν θέλετε, να διαβάσετε εδώ..

Η Δεύτερη νεότητα είναι λοιπόν η πρώτη ποιητική συλλογή της Τώνιας Τζιρίτα Ζαχαράτου. Πήρε τον δρόμο για τα βιβλιοπωλεία και το αναγνωστικό κοινό τον Σεπτέμβριο. Λίγο καιρό μετά, τα βιβλιοπωλεία έκλεισαν και το αναγνωστικό κοινό κλείστηκε μέσα. Οπότε λάβετε, αν θέλετε, υπόψη πως θα σας πω εδώ για αναγνώσεις που έκανα υπό συνθήκες εγκλεισμού [2]Γράφω το κείμενο αυτό τον Νοέμβριο του όχι-ακριβώς-μαγευτικού 2020. Το γράφω για το Φρέαρ. Το επόμενο τεύχος θα κυκλοφορήσει μετά τις γιορτές, δεν ξέρω αν θα μας βρει μέσα ή έξω, έχω παραιτηθεί από τις προβλέψεις. Όχι όμως και από τις ευχές: Μακάρι να μας βρει έξω, δίχως τραύματα.. Για το διάβασμα ισχύει ό,τι για όλα: δεν μπορεί να είναι το ίδιο στον εγκλεισμό. Έτσι αποδείχτηκε τέλος πάντων, αφού, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, μετέτρεψα κατ’ επανάληψη στις αναγνώσεις μου τον «πιανίστα που παίζει ξαφνικά με σουρντίνα» σε «πιανίστα που παίζει ξαφνικά σε καραντίνα».
Στα περιεχόμενα του βιβλίου συγκεντρώνονται δεκατρείς τίτλοι, πράγμα που μας προετοιμάζει λογικά για δεκατρία ποιήματα. Στη συλλογή όμως υπάρχουν αρκετά και, θα έλεγα, σημαντικά πράγματα που δεν φαίνονται στα περιεχόμενα. Μια προμετωπίδα καταρχάς, δέκα στίχοι της Elizabeth Barrett Browning, και μια σημείωση στο τέλος, όπου επισημαίνονται ορισμένα δάνεια [3]Ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα επίσης, που δεν δίνεται σε αυτί, αλλά πριν ακριβώς από τα περιεχόμενα. Όσον αφορά την Elizabeth Barrett Browning, ενδιαφέρων και, θεωρώ, σημαντικός είναι ο ρόλος που παίζει στο ποίημα «Γαλλική λογοτεχνία από μετάφραση».. Αυτά μπορούμε να τα θεωρήσουμε δευτερεύουσας σημασίας, με δική μας φυσικά ευθύνη. Οι τελευταίοι στίχοι της συλλογής από την άλλη, που (έχουν την ιδιαιτερότητα να) στοιχίζονται δεξιά, αποτελούν οπωσδήποτε οργανικό μέρος του συνόλου· δεν έχουν τίτλο απλώς και είναι μάλλον γι’ αυτό που δεν εμφανίζονται στα περιεχόμενα.
Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω όμως, ο λόγος που τα γράφω αυτά είναι ο εξής: Ανάμεσα στα ποιήματα, σαν γέφυρες, σαν γεμίσματα, θα δούμε και σαν τι άλλο, παρεμβάλλονται, σε ξεχωριστές (πάντα δεξιές) σελίδες, με πλάγια γράμματα, μερικά σημειώματα, κάποιες ρήσεις (έτσι ας τις πω), εφτά για την ακρίβεια – όχι άρα μία για κάθε ποίημα. Ψέματα δεν θα πω· με απασχόλησαν αρκετά αυτές οι ρήσεις.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής έχει τίτλο «Πολύ νωρίς ήταν πολύ αργά», είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ανοίγει με τους στίχους «Νομίζω/ μου έχουν μιλήσει γι’ αυτήν/ τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος», δεν ξεπερνά σε έκταση τη μία σελίδα και αφορά, ας πούμε (απλουστεύοντας τώρα, χάριν συντομίας), το πέρασμα του χρόνου πάνω από το ανθρώπινο σώμα. Δεύτερη στη σειρά έρχεται «Η γιορτή της δεύτερης νεότητας» [4]Δεν είναι τυχαίο βέβαια πως η Δεύτερη νεότητα περιλαμβάνει ποίημα με τίτλο «Η γιορτή της δεύτερης νεότητας» και καταλήγει, όπως θα δούμε, στα «γενέθλια της δεύτερης νεότητας». Επισημαίνω άλλες δύο εμφανίσεις της νεότητας που είναι προφανώς σχετικές μεταξύ τους: «και το κορίτσι καταπράσινο στη νεότητά του», «–η νεότητα έχει το χρώμα του αχλαδιού–». Με αφορμή το πράσινο αλλά και τον στίχο «εδώ όπου νόημα αποκτούν τα χρώματα», συγκεντρώνω εδώ τα λευκά της συλλογής που έχουν, νομίζω, τη … Συνέχεια.... Αυτός είναι ο τίτλος του επόμενου ποιήματος, στο οποίο γιορτάζει η δεύτερη νεότητα ή/και το φερώνυμο βιβλίο. Στο μεταξύ, ανάμεσα στα δύο, στη σελίδα 13, διαβάζουμε την πρώτη ρήση, εφτά λέξεις μόνο: «Κατάλαβε πως το μέλλον δεν έχει πρόσωπο». Το ρηματικό πρόσωπο αλλάζει [5]Θα μπορούσε άραγε να σχολιάζεται (και) αυτό εδώ; Πως ναι μεν το πρόσωπο αλλάζει, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί στο μέλλον πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο θα είναι το ίδιο; Σκέφτομαι πως θα μπορούσε. Και παρατηρώ πως σε καμία ρήση δεν συναντάμε το πρώτο ενικό, πρόσωπο που χρησιμοποιείται στα ποιήματα., το ίδιο και ο βαθμός βεβαιότητας («Νομίζω», «Κατάλαβε»). Η αναγνώστρια αναρωτιέται (εγώ δηλαδή αναρωτήθηκα) ποια ή ποιος είναι που κατάλαβε. Οπότε και γυρνά σελίδα, μήπως βρει παρακάτω την απάντηση. Να κάποιες πρώτες λειτουργίες των ρήσεων: γεννούν ερωτήματα, μας δίνουν μια ώθηση, συνδέουν (ή νομίζουμε προσωρινά πως συνδέουν) τα ποιήματα μεταξύ τους.
Μια άλλη ρήση (δυο αράδες) συναντάμε λίγο παρακάτω, προχωρώντας από το δεύτερο ποίημα στο τρίτο [6]Μας δημιουργείται έτσι η εντύπωση πως τέτοιοι σταθμοί υπάρχουν μετά από κάθε ποίημα και, μολονότι αυτό στη συνέχεια διαψεύδεται, προλαβαίνουμε ίσως να θυμηθούμε τη λειτουργία κάποιων άλλων ρήσεων σε ένα άλλο έργο. Λέω για τη Μαρία Νεφέλη· γιατί «[α]ν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της», όπως γράφει εκεί ο Ελύτης.: «Η δεύτερη νεότητα δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία. Η εμπειρία που της ταιριάζει είναι το ταξίδι». Η πρώτη αράδα μπορεί να διαβαστεί και ως «Το βιβλίο που διαβάζετε δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία», να αποτελεί δηλαδή αυτοαναφορικό σχόλιο, εκδοχή που προσωπικά μου είναι ιδιαιτέρως αρεστή. Όσο για τη δεύτερη, επικοινωνεί προφανώς, ανοίγοντάς της και τον δρόμο, με τη «Συνήθεια του ταξιδιωτικού ημερολογίου» που ακολουθεί.
Παρατηρούμε πως κάποιες ρήσεις συνδέονται φανερά, με έναν ή περισσότερους τρόπους, με τα ποιήματα (ή και με άλλα στοιχεία) της συλλογής. Άλλες (;) γεννούν ερωτήματα, όπως εκείνο το «ποια/ος;» που προηγήθηκε [7]Ή το «πότε;» που μπορεί να ρωτήσετε και εσείς, διαβάζοντας: «Τότε ο έρωτας χάνει κάτι από την ελαφρότητά του» παρακάτω.. Κάποιες επικοινωνούν μεταξύ τους: «Την ίδια εποχή η αναζήτηση ύφους και προτύπων γίνεται επιτακτική», «Είναι εποχή σωματική» (την επανάληψη της «εποχής» ήθελα να σχολιάσω, ενισχύει τον ισχυρισμό μου, βλέπω τώρα, το ομοιοτέλευτο). Μερικές μοιάζει να επιτελούν το ίδιο ή ανάλογο έργο, να σχολιάζουν, π.χ., το πίσω από τη γραφή, αποτελώντας ταυτόχρονα και κλειδιά της ανάγνωσης: «Την ίδια εποχή η αναζήτηση ύφους και προτύπων γίνεται επιτακτική», «Αρχίζει μια μετακίνηση από το σύμβολο στην αλληγορία». Τη γραφή (και όχι μόνο αυτή) αφορά και η τελευταία στη σειρά ρήση, η έβδομη, που μας βγάζει ξανά, με τον τρόπο της, μέσα από ένα σχήμα κύκλου δηλαδή, στην πρώτη (που άνοιγε, θυμίζω, με το «Κατάλαβε»): «Περνά από την πραγματικότητα στη γραφή σε μια προσπάθεια κάτι να καταλάβει».
Οι εφτά ρήσεις μπορεί να χωρίζουν ποιητικές ενότητες ή να τοποθετούνται μόνο όπου υπάρχει ανάγκη να τοποθετηθούν. Να μας μπερδεύουν ή να διευκολύνουν τις αναγνώσεις μας. Μπορούμε να τις εκλάβουμε ως ιντερμέδια αλλά και ως αρμούς των ποιημάτων. Να τις διαβάσουμε ταχύτερα ή με χαμηλότερη φωνή από τα ποιήματα. Το βέβαιο είναι πως δεν περνάνε απαρατήρητες. Σελίδες ολόκληρες τους χαρίζονται, τόσος χώρος, τόσος αέρας, που από το πρώτο ξεφύλλισμα πέφτουμε πάνω τους, που σε κάθε ανάγνωση στεκόμαστε και περιμένουμε να πάρουμε ό,τι έχουν να μας δώσουν, που γράφω τόση ώρα για αυτές, λες και δεν είναι για τα ποιήματα που ξεκίνησα να γράψω.
⸙
Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής δεν ξεπερνούν σε έκταση τη μία σελίδα, με συντομότερο το «Ένας λόγος για τις ποιήτριες», που είναι ένας οκτάστιχος λόγος που απευθύνεται ή/και αφορά τις ποιήτριες. Εξαιρέσεις αποτελούν: «Η γιορτή της δεύτερης νεότητας», που αναφέρθηκε και παραπάνω, «Η συνήθεια του ταξιδιωτικού ημερολογίου», ένα ποίημα σε τέσσερα μέρη ή μια ποιητική ενότητα με αφορμή ή/και θέμα το ταξίδι, ο «Διάλογος με ένα σώμα που κοιμάται», όπου τα πρόσωπα είναι δύο, λογικά και οι φωνές, αλλά σε εμάς φτάνει μονάχα η μία.
Αν τα πρόσωπα δεν το καταφέρνουν, τα ποιήματα βρίσκουν τρόπους να επικοινωνούν μεταξύ τους. «Στο πρόσωπο της τσιγγάνας, τόσα χρόνια μετά,/ σκέφτομαι πως δεν έχω δει πουθενά τη Γερτρούδη Στάιν να χαμογελά», διαβάζουμε στη «Γιορτή της δεύτερης νεότητας», και αρκετές σελίδες μετά βρίσκουμε (τον τίτλο) «Το χαμόγελο της Γερτρούδη Στάιν». Καθώς εξετάζω τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα ποιήματα και σκέφτομαι τα θέματά τους, συμπεραίνω πως περιστρέφονται, και καταλήγω να περιστρέφομαι και εγώ, γύρω από τέσσερις άξονες: τον χρόνο, το ταξίδι, τον λόγο και το σώμα.
Με τον χρόνο, το είπαμε ήδη, ερχόμαστε αντιμέτωπες/οι ευθύς εξαρχής. «Πολύ νωρίς ήταν πολύ αργά», μας λέει το πρώτο ποίημα (που έτσι ακριβώς λέγεται). Το ποιητικό υποκείμενο παρακολουθεί τον χρόνο να επιδρά στο ίδιο του το πρόσωπο [8]Για την επίδραση του χρόνου στο σώμα, βλ. και «Διάλογος με ένα σώμα που κοιμάται»., «με το ενδιαφέρον που θα [τ]ου προκαλούσε/ η εξέλιξη μιας ανάγνωσης». Σαν να βγαίνει από το ποίημα για λίγο και να κοιτάζει το σώμα, αλλά το σώμα να του θυμίζει πεισματικά το ποίημα. Το πέρασμα του χρόνου αποτυπώνεται στα δέντρα («[μ]εγαλώνουν πιο γρήγορα τα δέντρα// τη νύχτα») και τα ποτάμια, όσο και αν «[π]ροσπαθούν να ξεφύγουν από τη μεταφορά/ που βλέπει σε αυτά τον χρόνο να κυλά». Οι μέρες περνάνε («Μέρες που δεν είχαμε πια τι να πούμε/ διαδέχονταν νύχτες χωρίς πάθος»), οι εποχές αλλάζουν: «Με τον ερχομό της Άνοιξης φυτεύω δέντρα», «Κάθε χειμώνα έχουμε τα ίδια πρησμένα χέρια», «Την εποχή της δεύτερης νεότητας είσαι/ και δεν είσαι κάτι που θα έπρεπε ή δεν θα/ έπρεπε να είσαι, που θα μπορούσες ή δεν θα/ μπορούσες να είσαι». Το μέλλον είναι αβέβαιο («κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον όπως οι νεκροί»), ο χρόνος σχετικός: «Η γιορτή, το ταξίδι, η επιστροφή, όλα κράτησαν μόνο μερικά λεπτά».
Μπορεί το ταξίδι να διαρκεί «μόνο μερικά λεπτά», αν αφεθούμε όμως καταφέρνουμε να περάσουμε από ιαπωνικά εστιατόρια, την Καπέλα Σιξτίνα, μια πόλη κόκκινη, το Παρίσι («ένας σωρός από τυρί και κουλτούρα»). Να ακούσουμε τον Ιρανό ποιητή να τραγουδάει τον έρωτα. Να δούμε γάτες να «κοιμούνται στις γωνιές τους», «τσολιάδες να φτύνουν/ κουκούτσια ελιάς», τον Σεφέρη «με το αγαλμάτινο κεφάλι παραμάσχαλα». Το ταξίδι είναι κυριολεκτικό και μεταφορικό· πραγματικό και ποιητικό· χωρικό και χρονικό· συμβολικό και αλληγορικό.
Ο λόγος αποτελεί καταρχάς το μέσον. Μπορεί να είναι επίσης όμως η αφορμή ή/και το θέμα. Χαρακτηριστικούς θεωρώ τους τίτλους «Γαλλική λογοτεχνία από μετάφραση» [9]Εκτός από το συγκεκριμένο ποίημα, μεταφραστικό ενδιαφέρον έχει και εκείνο που ανοίγει τη συλλογή. Βλ., σχετικά, τη σημείωση του τέλους: «Μετάφραση, παραλλαγή, μεταποίηση είναι το πρώτο ποίημα από ένα απόσπασμα που βρίσκει κανείς αν ανοίξει στις πρώτες σελίδες τον Εραστή της Marguerite Duras»., «Ένας λόγος για τις ποιήτριες», «Διάλογος με ένα σώμα που κοιμάται». Ματιές στη (μεταφρασμένη) λογοτεχνία, βλέμμα στραμμένο στις (άλλες) ποιήτριες, ανάγκη για ανταλλαγή απόψεων. Και επιπλέον: της τσιγγάνας τα φοβερά τα λόγια, λέξεις που βασανίζουν, αυτά που «έλεγες συχνά», εκείνα για τα οποία «θα μπορούσα να μιλήσω». Ο λόγος η ομιλία, ο λόγος η γλώσσα, τα λόγια των άλλων («Because the world is round/ it turns me on») και της Δεύτερης νεότητας τα λόγια: «Ας χαϊδέψουμε την στρογγυλότητα/ του κόσμου».
Και τέλος το σώμα –το ανθρώπινο και μη. Το σώμα που αγγίζεται, διαβάζεται, που ταξιδεύει, το σώμα που κοιμάται. Το σώμα που στολίζεται («δοκιμάζω ψεύτικα μουστάκια στο WC»), πολλαπλασιάζεται («Ήμουν μία, ήμουν πολλές, ήμουν μία»), ζημιώνεται (δέρμα που «κοκκινίζει, σκάει», «απομεινάρια από ένα αυτί» [10]Βλ. και στο ποίημα «Αφή»: «ένα δέρμα που δεν το ένιωθα/ με τα δάχτυλα αλλά που εξαπλωνόταν/ και ξεχείλιζε από παντού». Σε ό,τι αφορά το αυτί, μας φέρνει εύκολα στο μυαλό τον Βαν Γκογκ, ειδικά εφόσον έχουν προηγηθεί αναφορές στον Μικελάντζελο και τον Μπέηκον., μέλη χαμένα: «Έχανα τα μέλη μου/ ή διαισθανόμουν πως σύντομα θα τα έχανα»). Το σώμα το φιλόξενο και το γεμάτο εκπλήξεις: «όταν ο κόσμος ήταν ακόμα/ μια φλούδα πορτοκαλιού/ τυλιγμένη γύρω από τον καρπό μου». Που μεστώνει, που είναι νέο για δεύτερη φορά και που, γι’ αυτό, γιορτάζεται.
Η ανάγνωση της συλλογής μάς βγάζει σε μια γιορτή που δεν τελείται τώρα, την ώρα που διαβάζουμε, αλλά σε χρόνο περασμένο, πλην όμως κοντινό: χθες. «Ήταν τα γενέθλια της δεύτερης νεότητας» χθες. «Δεν τιμήθηκαν» όπως έπρεπε, έμεινε ένα παράπονο, καλύψαμε βασικές ανάγκες όμως και ήμασταν μαζί: «φάγαμε και ήπιαμε». Ο διασκελισμός του κλεισίματος («μα φάγαμε και ήπιαμε/ καλά») απομονώνει το «καλά». Αυτό, που ολοκληρώνει τη φράση, το νόημα, κλείνει και τη συλλογή –είναι η τελευταία λέξη της, η αίσθηση που μένει (πώς πέρασες στα γενέθλια; καλά· πώς πήγε η ανάγνωση; καλά). Το ανάλαφρο κλείσιμο δεν είναι καθόλου παράταιρο με την υπόλοιπη συλλογή που δεν παίρνει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά, ούτε μας κοιτάει από ψηλά. Από τη μεριά μας εμείς, με κοιλιές γεμάτες τώρα, αναρωτιόμαστε τι νέες που φτάσαμεν εδώ, κάθε πότε έχει γενέθλια η δεύτερη νεότητα και αν θα είναι για πάντα δεύτερη – για πάντα νέα.
Υποσημειώσεις[+]
| ↥1 | Για την προκήρυξη του διαγωνισμού, βλ. εδώ· για τη βραχεία λίστα, εδώ· για την ανακοίνωση της νικήτριας και το σκεπτικό της βράβευσης (καθώς επίσης και για τα μέλη της επιτροπής), βλ. εδώ. Κάποιες σκέψεις της ίδιας της ποιήτριας για το βιβλίο της, μπορείτε, αν θέλετε, να διαβάσετε εδώ. |
|---|---|
| ↥2 | Γράφω το κείμενο αυτό τον Νοέμβριο του όχι-ακριβώς-μαγευτικού 2020. Το γράφω για το Φρέαρ. Το επόμενο τεύχος θα κυκλοφορήσει μετά τις γιορτές, δεν ξέρω αν θα μας βρει μέσα ή έξω, έχω παραιτηθεί από τις προβλέψεις. Όχι όμως και από τις ευχές: Μακάρι να μας βρει έξω, δίχως τραύματα. |
| ↥3 | Ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα επίσης, που δεν δίνεται σε αυτί, αλλά πριν ακριβώς από τα περιεχόμενα. Όσον αφορά την Elizabeth Barrett Browning, ενδιαφέρων και, θεωρώ, σημαντικός είναι ο ρόλος που παίζει στο ποίημα «Γαλλική λογοτεχνία από μετάφραση». |
| ↥4 | Δεν είναι τυχαίο βέβαια πως η Δεύτερη νεότητα περιλαμβάνει ποίημα με τίτλο «Η γιορτή της δεύτερης νεότητας» και καταλήγει, όπως θα δούμε, στα «γενέθλια της δεύτερης νεότητας». Επισημαίνω άλλες δύο εμφανίσεις της νεότητας που είναι προφανώς σχετικές μεταξύ τους: «και το κορίτσι καταπράσινο στη νεότητά του», «–η νεότητα έχει το χρώμα του αχλαδιού–». Με αφορμή το πράσινο αλλά και τον στίχο «εδώ όπου νόημα αποκτούν τα χρώματα», συγκεντρώνω εδώ τα λευκά της συλλογής που έχουν, νομίζω, τη δική τους ιστορία: «όχι όπως πιστεύω στο λευκό τραπέζι», «[α]ν αφηνόμουν στο λευκό της τσαγιέρας/ […]/ αν αφηνόμουν στο λευκό του φλιτζανιού/ ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά», «μια λευκότητα που σύντομα έχανε/ την αγνότητά της για να γίνει λάσπη». |
| ↥5 | Θα μπορούσε άραγε να σχολιάζεται (και) αυτό εδώ; Πως ναι μεν το πρόσωπο αλλάζει, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί στο μέλλον πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο θα είναι το ίδιο; Σκέφτομαι πως θα μπορούσε. Και παρατηρώ πως σε καμία ρήση δεν συναντάμε το πρώτο ενικό, πρόσωπο που χρησιμοποιείται στα ποιήματα. |
| ↥6 | Μας δημιουργείται έτσι η εντύπωση πως τέτοιοι σταθμοί υπάρχουν μετά από κάθε ποίημα και, μολονότι αυτό στη συνέχεια διαψεύδεται, προλαβαίνουμε ίσως να θυμηθούμε τη λειτουργία κάποιων άλλων ρήσεων σε ένα άλλο έργο. Λέω για τη Μαρία Νεφέλη· γιατί «[α]ν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της», όπως γράφει εκεί ο Ελύτης. |
| ↥7 | Ή το «πότε;» που μπορεί να ρωτήσετε και εσείς, διαβάζοντας: «Τότε ο έρωτας χάνει κάτι από την ελαφρότητά του» παρακάτω. |
| ↥8 | Για την επίδραση του χρόνου στο σώμα, βλ. και «Διάλογος με ένα σώμα που κοιμάται». |
| ↥9 | Εκτός από το συγκεκριμένο ποίημα, μεταφραστικό ενδιαφέρον έχει και εκείνο που ανοίγει τη συλλογή. Βλ., σχετικά, τη σημείωση του τέλους: «Μετάφραση, παραλλαγή, μεταποίηση είναι το πρώτο ποίημα από ένα απόσπασμα που βρίσκει κανείς αν ανοίξει στις πρώτες σελίδες τον Εραστή της Marguerite Duras». |
| ↥10 | Βλ. και στο ποίημα «Αφή»: «ένα δέρμα που δεν το ένιωθα/ με τα δάχτυλα αλλά που εξαπλωνόταν/ και ξεχείλιζε από παντού». Σε ό,τι αφορά το αυτί, μας φέρνει εύκολα στο μυαλό τον Βαν Γκογκ, ειδικά εφόσον έχουν προηγηθεί αναφορές στον Μικελάντζελο και τον Μπέηκον. |

