Δύο άγνωστες τραγωδίες του 18ου αιώνα στο φως

Ζαχαρίου Καραντινού εξ Αιτωλίας, Αρχαιοελληνικές τραγωδίες «Δόμνα», «Άβελ». Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σημειώσεις και νεοελληνική μετάφραση: Μανόλης Παπαθωμόπουλος, Βάλτερ Πούχνερ, Ιωάννης Πολέμης, Δημήτριος Σταμάτης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2022.
Mια νέα έκδοση φέρνει στο φως δύο σημαντικές τραγωδίες, τη Δόμνα και τον Άβελ, δύο άγνωστα δραματικά κείμενα τα οποία εμπλουτίζουν τον κατάλογο της νεοελληνικής δραματουργίας και της θεατρολογικής βιβλιογραφίας. Τα έργα περιέχονται στον ελληνικό κώδικα Gr. 919, που φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι, μαζί με μία ακολουθία για τους νεομάρτυρες Πανάγο και Χρίστο που θανατώθηκαν στη Γαστούνη Ηλείας το 1716, έναν διάλογο Ψυχής και Σώματος και έναν λόγο σε μορφή στιχηρή για τον Χριστό και την Εκκλησία. Δημιουργός των κειμένων είναι ο ιερομόναχος Ζαχαρίας Καραντινός από την Αιτωλία, όπως αναγράφεται στον τίτλο κάθε έργου.
Μετά από έναν σύντομο πρόλογο η εμπεριστατωμένη Εισαγωγή προσεγγίζει τα βασικά ζητήματα των έργων, κωδικολογικά θέματα, κατάσταση της σχετικής έρευνας, ταυτότητα δραματουργού, χρονολόγηση, περιεχόμενο τραγωδιών, και έπονται δραματουργικές τεχνοτροπίες, ερμηνεία και φιλοσοφικο-θεολογικό υπόβαθρο, συγγένειες με αρχαία τραγωδία και Χριστό πάσχοντα, πρότυπα και πηγές, γλώσσα και στιχουργία, σημασία των δύο τραγωδιών. Στη συνέχεια ακολουθεί σημείωμα για την πολιτική της κριτικής έκδοσης και τα δύο έργα με στιχαρίθμηση και ερμηνευτικά σχόλια. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου προσφέρονται οι τραγωδίες σε μετάφραση.
Η έκδοση απασχολούσε τον γνωστό θεατρολόγο Βάλτερ Πούχνερ από το 2004, ο οποίος αρχικά συνεργάστηκε στην επιμέλεια με τον κλασικό φιλόλογο Μανόλη Παπαθωμόπουλο (1930-2011). Ο Παπαθωμόπουλος ολοκλήρωσε μια πρώτη φάση της μεταγραφής, συνέχισε ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Πολέμης με νέα μεταγραφή του χειρογράφου, προσθέτοντας κριτικό υπόμνημα και σημειώσεις, ενώ μετέφρασε τα δύο δράματα από το πρωτότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο στη δημοτική. Η εργασία της επιστημονικής ομάδας ολοκληρώθηκε με τη συμβολή του κλασικού φιλολόγου Δημήτρη Σταμάτη ο οποίος ετοίμασε ένα αναλυτικό κριτικό υπόμνημα, συμπλήρωσε τις πηγές των έργων και ασχολήθηκε με τη γλώσσα και τη στιχουργία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναζήτηση της ταυτότητας του δραματουργού Ζαχαρία Καραντινού που δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αίνιγμα της πατρότητας των δραμάτων συζητείται εκτενώς (σελ. 27 εξ.). Σύμφωνα με την έρευνα, ο ιερωμένος δραματουργός πιθανότατα κατάγεται από τα Φάρσαλα, είχε μαθητεύσει κοντά στον Ευγένιο Γιαννούλη (1595-1682), που είχε με τη σειρά του δάσκαλο τον περίφημο Θεόφιλο Κορυδαλλέα (ca. 1574-1646). Συνδέεται με τον συμμαθητή του Αναστάσιο Γόρδιο, ακολουθώντας τον δάσκαλο Ευγένιο φθάνει στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές στην πατριαρχική ακαδημία και στη συνέχεια εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος στο Ιάσιο και στο Βουκουρέστι, κοντά σε Έλληνες ηγεμόνες. Το 1683 επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη σε μια προσπάθεια να αναλάβει τη διεύθυνση της Πατριαρχικής Ακαδημίας και στο τέλος αποσύρεται στο Μοσχολούρι της δυτικής Θεσσαλίας, όπου εργάζεται ως γιατρός στους Τούρκους και εκεί πρέπει να έγινε η χειροτονία του. Δυστυχώς, τα στοιχεία για το πρόσωπο του Καραντινού είναι ελάχιστα και σίγουρα για την ταύτισή του χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Πέρα από τα ζητήματα καταγωγής, σημασία έχει ότι ο ελληνομαθής δημιουργός των έργων είναι βαθύτατα μορφωμένος και έχει μια αγάπη για τη δραματική φόρμα. Το καθένα από τα δύο έργα χαρακτηρίζεται «τραγωδία», στην αρχή τους δηλώνεται ο συγγραφέας, ο εν ιερομονάχοις ελάχιστος Ζαχαρίας εξ Αιτωλίας, ακολουθεί η «υπόθεσις του δράματος», καθώς και κατάλογος με τα σκηνικά πρόσωπα. Η πρακτική αυτή, προφανώς, ήταν οικεία από χειρόγραφα και τυπωμένα σχολιασμένα δραματικά κείμενα που ήταν γνωστά τον 18ο αιώνα στους λογίους και στις σχολικές κοινότητες της ελληνικής ορθοδοξίας. Στην Εισαγωγή (σελ. 46 εξ.) σωστά εντοπίζεται ότι το αισθητικό πρότυπο είναι η αρχαιοελληνική τραγωδία και ο συγγραφέας μιμείται αυτό το μοντέλο τόσο στη γλώσσα όσο και στις δραματικές συμβάσεις. Ας δούμε, όμως, από κοντά τα δύο έργα.
Η Δόμνα πρέπει να γράφτηκε μετά τον Δεκαπενταύγουστο του 1714, μέρα που αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς («Άραβες» στο κείμενο) ο ηγεμόνας της Βλαχίας Κωνσταντίνος Μπρανκοβεάνου (στο κείμενο ονομάζεται και «Μπασαράμπας»), ο οποίος είναι ο βασικός ήρωας της τραγωδίας. Ο Κωνσταντίνος ήταν ένας «βυζαντινορουμάνος» υποστηρικτής των λογίων, πολιτικός, φιλότεχνος και ιδρυτής μοναστηριών, που αγίασε στη συνείδηση των ορθοδόξων Ρουμάνων. Mαζί με τον Κωνσταντίνο σκοτώθηκαν και οι τέσσερις γιοί του και ο σύμβουλός του. Οι θανατώσεις συγκίνησαν την Ευρώπη και μια σειρά από λογοτεχνικά κείμενα δημιουργήθηκαν στη Ρουμανία. Στο πλαίσιο αυτό κατανοείται και η συγγραφή του έργου, όπου κεντρικό πρόσωπο είναι η Δόμνα Μαρίκα, γυναίκα του Κωνσταντίνου, η οποία προσομοιάζει, λόγω των θρήνων της, με την Παναγία. Στοιχεία για το περιεχόμενο, τη χρονολόγηση και μια πλήρης δραματουργική ανάλυση (σ. 49 εξ.) φωτίζουν τα δραματικά πρόσωπα, τους αγγελιαφόρους, τον χορό των νεανίδων και τις τεχνικές που ακολουθούν τη δομή των τραγωδιών του Ευριπίδη. Επιπλέον, ανιχνεύεται η σχέση του έργου με τις τραγωδίες των μαρτύρων που καλλιεργήθηκαν στο Ιησουιτικό δυτικό θέατρο και υπάρχουν τα αντίστοιχά του στο αιγαιοπελαγίτικο θέατρο που ακμάζει εκείνη την εποχή. Είναι πολύ πιθανόν να γνώριζε ο Καραντινός αυτή την παράδοση, αφού τα πρόσωπα στη Δόμνα είναι νεομάρτυρες, ο σουλτάνος Αχμέτ Γ´ εμφανίζεται ως ο «σατάν» και «δράκων» και το μοτίβο της δοκιμασίας της πίστης με την αντίσταση του Κωνσταντίνου και των γιων του στην αλλαξοπιστία είναι βασικό στην υπόθεση. Μάλιστα, ο Κωνσταντίνος αφού τους κατηχήσει, επιδοκιμάζει τη στάση τους, και τους προτρέπει να πεθάνουν για τον Χριστό. Έτσι, δικάζονται, αρνούνται το Ισλάμ, κλίνουν τον αυχένα τους στο σπαθί του δήμιου και αποκεφαλίζονται. Ακολουθεί ο θάνατος του πατέρα και στο τέλος επιτρέπεται η ταφή των νεκρών από τη Δόμνα.
Το δεύτερο έργο του ιερομονάχου Ζαχαρία είναι ένα βιβλικό δράμα που έχει στο επίκεντρο τον πρώτο νεκρό της ανθρωπότητας, τον Άβελ. Ως σκηνικά πρόσωπα εμφανίζονται οι αλληγορικές μορφές Σώμα, Ψυχή και Αίμα του Άβελ, ένας Άγγελος-φύλακας της Ψυχής του Άβελ, ο Αδάμ και η Εύα που αναζητούν τα δυο παιδιά τους, ο Θεός (ακούγεται η φωνή) που κατηγορεί τον Κάιν για την αδελφοκτονία και τον τιμωρεί να περιπλανάται στη γη τρέμοντας, ενώ ένας Χορός με τις θυγατέρες των προπατόρων πλαισιώνει τη δράση. Στο τέλος εντοπίζεται ο νεκρός, η Εύα ξεσπά σε μοιρολόγια ανθοστολίζοντας μαζί με τον Χορό το σκοτωμένο σώμα και ο Αδάμ την προτρέπει να τον θάψει, προφητεύοντας ταυτόχρονα ότι θα γεννήσει στα γεράματα νέο γιο που θα πάρει τη θέση του Άβελ. Στην Εισαγωγή (σελ. 123 εξ.) επισημαίνεται η ιδιαίτερη πρωτοτυπία του έργου ως προς τη γνώση της φιλοσοφίας της θρησκείας και της δογματικής, η ανάληψη του προπατορικού αμαρτήματος από τον Αδάμ, η κατανόηση του φόνου ως αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος και τέλος η σύλληψη της μορφής του Άβελ ως προτύπωσης του Ιησού, αφού πέθανε δίχως να φταίει σε κάτι, λόγω του φθόνου.
Η Δόμνα και ο Άβελ συνδέονται με το θέμα του μαρτυρίου, όπως άλλωστε και η ακολουθία για τους αγίους Πανάγο και Χρίστο που περιέχονται στον χειρόγραφο κώδικα. Με έναν ιδιαίτερα διεισδυτικό τρόπο ανιχνεύονται στην Εισαγωγή της έκδοσης οι συναρτήσεις με την αρχαία τραγωδία ως προς τις αγγελικές ρήσεις, την εναλλαγή χορικών και επεισοδίων, τον θρήνο και το μοιρολόι, αλλά και με το βυζαντινό δράμα Χριστός πάσχων ως προς τη ρευστότητα σκηνικού χώρου και χρόνου. Ο συγγραφέας των έργων αξιοποίησε πλήθος προτύπων τόσο από θεολογικές πηγές, όπως εκκλησιαστικοί συγγραφείς (Ιωάννης Χρυσόστομος, Κύριλλος Αλεξανδρείας), λειτουργικά κείμενα, χρονογράφοι (Μαλάλας, Κεδρηνός, Μανασσής) και ιστορικοί (Ευσέβιος Παμφίλου), όσο και θύραθεν δημιουργούς, όπως ο Όμηρος, αρχαίοι δραματουργοί (με τον Ευριπίδη να κυριαρχεί στις προτιμήσεις), ελληνιστικοί ποιητές, σχολιαστές αλλά και μυθιστοριογράφοι, ρήτορες και αστρονόμοι. Μέσα από την ανάλυση προβάλλει ο ποιητής καθαρά: ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος λόγιος με βαθιά παιδεία, που εμπνέεται από ένα ιστορικό γεγονός και από τη Βίβλο, δεν περιορίζεται σε μία συμπιληματική δραματουργία αλλά προχωράει σε ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, χρησιμοποιώντας, ωστόσο, μια επινοημένη από τον ίδιο αρχαία κλασική γλώσσα.
Αν και παραμένει άγνωστος ο λόγος της σύνθεσης των δυο αρχαιοπρεπών δραμάτων, εντούτοις από τη μελέτη των πηγών του προκύπτει η εργασία του Ζαχαρία Καραντινού στη Σχολή του Βουκουρεστίου, που πρέπει να ήταν η διδασκαλία της τραγικής ποίησης (μάλλον είχε αναλάβει αυτόν τον ρόλο πριν το 1680). Στο πλαίσιο αυτό πιθανότατα τα αίτια της συγγραφής να βρίσκονται στην ανάγκη έκφρασης μέσα από μια λογοτεχνική άσκηση, κάτι που μας φέρνει, ενδεχομένως, κοντά στην ιδέα του ρητορικού θεάτρου στο Βυζάντιο, όταν εις το μέσον ενός κύκλου λογίων διαβαζόταν ή παιζόταν ένα κείμενο γραμμένο ειδικά για την περίσταση. Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι με τις δύο τραγωδίες έχουμε συνδέσμους του νεοελληνικού θεάτρου με την ορθόδοξη εκκλησιαστική ρητορική και τους κύκλους της ορθόδοξης εκπαίδευσης κατά την Τουρκοκρατία και όχι με το θέατρο των Ιησουιτών που άκμασε την ίδια περίοδο. Με άλλα λόγια η Δόμνα και ο Άβελ, ενώ δείχνουν ακατάταχτα φιλολογικά, σύμφωνα με τα συμπεράσματα (σελ. 231-232), μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι προσγράφονται στην ορθόδοξη ιερατική δραματουργία, όπως είναι το Αχούρι (1692) και ο Αυξεντιανός μετανοημένος (1752). Προσωπικά κατατάσσω τα δύο νέα έργα στο είδος που ονομάζω κηρυγματικό δράμα. Πρόκειται δηλαδή για δημιουργίες που βασίζονται σε μηχανισμούς της ομιλητικής παράδοσης, έχουν τον ίδιο σκοπό με το ιερό κήρυγμα που είναι η ενίσχυση της χριστιανικής συνείδησης και η αλλαγή του νου, ωστόσο αυτονομούνται από τη λατρεία και τον ημερολογιακό χριστιανικό εορτασμό (βλ. αναλυτικά, Ιωσήφ Βιβιλάκης, Το κήρυγμα ως performance. Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο, Αρμός, Αθήνα 2013, σ. 44, 313 εξ.). Πράγματι, η Δόμνα και ο Άβελ, είναι δύο συγκλονιστικές ιστορίες που μεταπλάθει δημιουργικά ο ιερομόναχος Ζαχαρίας σε θαυμαστές και ωφέλιμες τραγωδίες, οι οποίες απευθύνονται κυρίως σε ένα ειδικό, ιδιαίτερα μορφωμένο κοινό, εξοικειωμένο με τα αρχαία ελληνικά. Ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν σε κάποια συντροφιά μορφωμένων ή εντός σχολικού περιβάλλοντος ως παράδειγμα πρόσληψης της κλασικής αρχαίας γλώσσας.
Στην έκδοση των κειμένων (σελ. 239 εξ.) σε άψογη πολυτονική μεταγραφή περιλαμβάνεται διπλό υπόμνημα (κριτικό και πηγών), καταγράφονται και μεταφράζονται οι σημειώσεις του γραφέα στα περιθώρια, πλούσια ερμηνευτικά σχόλια φωτίζουν γραφές, λεκτικές επιλογές, επιδράσεις και νοήματα. Το σκεπτικό της κριτικής έκδοσης: αναγκαίες επεμβάσεις ώστε να αναδειχθούν οι γλωσσικές και στιχουργικές επιλογές του συγγραφέα. Έτσι, διατηρήθηκαν διαλεκτικά στοιχεία στη φωνητική, το συντακτικό και το ιδιαίτερο λεξιλόγιο. Η στίξη σκοπεύει στην «ενίσχυση της παραστατικότητας και ζωντάνιας του θεατρικού λόγου» (σελ. 235). Μια εκτενέστατη βιβλιογραφία κλείνει τον τόμο (σελ. 579).
Η εξαντλητική ανάλυση, η συστηματική τεκμηρίωση και παρουσίαση των δύο τραγωδιών οδηγούν σε ένα συναρπαστικό απολαυστικό ανάγνωσμα που κάνει ευρύτερα γνωστά δύο έργα της ορθόδοξης δραματογραφίας, ενώ θα ικανοποιήσει τόσο τον απαιτητικό φιλόλογο, όσο και τον κάθε ενδιαφερόμενο για την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, αφού προσφέρονται τα δύο έργα σε υπέροχη μετάφραση του Ιω. Πολέμη. Ωστόσο, αυτό που μου έλειψε ήταν η δημοσίευση ορισμένων φωτογραφιών του χειρογράφου ώστε να έχει ο αναγνώστης μια πρώτη προσωπική επαφή με τη γραφή των κειμένων.
Με υποδειγματικό τρόπο ο ακάματος ερευνητής και ειδικός στις εκδόσεις έργων της θρησκευτικής δραματουργίας Βάλτερ Πούχνερ και οι εξαιρετικοί συνεργάτες του, οι οποίοι συνέδραμαν ποικιλοτρόπως σε όλες τις φάσεις της έκδοσης, Μανόλης Παπαθωμόπουλος, Ιωάννης Πολέμης και Δημήτρης Σταμάτης μας προσφέρουν ένα μοναδικό δώρο κάνοντας προσιτό το δραματικό έργο του ιερομονάχου Ζαχαρία Καραντινού στην κοινότητα των ειδικών θεατρολόγων αλλά και του ευρύτερου θεατρόφιλου κοινού. Ουσιαστικά με την έκδοση αναθεωρείται η εικόνα που είχαμε για το θρησκευτικό δράμα του 18ου αιώνα, εγείρονται νέοι προβληματισμοί και ανοίγονται πρωτόγνωροι δρόμοι έρευνας και μελέτης για τις θεατρικές σπουδές.

