© Harry Callahan

Χάρης Ψαρράς

Για τη γενιά του ’70 στην ελληνική ποίηση

Οι περισσότεροι ποιητές που εμφανίστηκαν στα ελληνικά γράμματα τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’60 και μέσα στη δεκαετία του ’70 συναπαρτίζουν τη γενιά του ’70, μια γενιά που συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση του σημερινού τοπίου της ελληνικής ποίησης. Στο έργο της έχει έντεχνα αποτυπωθεί το πνεύμα της δεκαετίας του ’60 έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε στην Αμερική και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Κύρια γνωρίσματα αυτού του πνεύματος παρέμειναν ζωντανά για πολλά χρόνια αφότου οι συνθήκες που το εξέθρεψαν είχαν εκλείψει, ενώ ορισμένα από αυτά απαντώνται στην πολιτισμική ζωή του δυτικού κόσμου των ημερών μας.

Στη συλλογική μνήμη η δεκαετία του ’60 είναι συνδεδεμένη με την αμφισβήτηση του κατεστημένου και τα αιτήματα χειραφέτησης, με τη σεξουαλική απελευθέρωση και τα φοιτητικά κινήματα, με τους μπητ, τους χίππυς και την αντικουλτούρα, με τον ειρηνισμό και την πολιτική ανυπακοή, με τον εσωτερισμό, την οικολογία και την αναζήτηση μιας φυσικής ζωής ως αντίβαρο στη μεταπολεμική εντατικοποίηση του ρυθμού εργασίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης. Αυτές οι τάσεις αποτελούν, πράγματι, τις πιο χαρακτηριστικές εκφάνσεις του πνεύματος της δεκαετίας του ’60. Ήδη όμως από τη δεκαετία του ’70 αρχίζουν να υποχωρούν, να αποκλίνουν μεταξύ τους, να ενσωματώνονται σε άλλα παλιότερα ή νέα ρεύματα· εν ολίγοις, μετασχηματίζονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε δημιουργείται η εντύπωση πως το πνεύμα του ’60 έσβησε νωρίς.

Η εντύπωση αυτή επιβεβαιώνεται μόνο εν μέρει. Κι αυτό γιατί, παρ’ ότι οι ευνοϊκές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, που είχαν συμβάλει στην ανάδυση του πνεύματος του ’60 στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, κλονίστηκαν ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, κάποια στοιχεία του πνεύματος του ’60 αποδείχτηκαν τόσο ανθεκτικά ή ευπροσάρμοστα στις αλλαγές που ακολούθησαν, ώστε έχουν πια σφραγίσει την πνευματική ατμόσφαιρα και τις αισθητικές αντιλήψεις των περισσοτέρων από τις δεκαετίες που μας χωρίζουν από το πιο αναγνωρίσιμο ορόσημο της πρόσφατης ιστορίας διεθνώς, δηλαδή από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το ανθεκτικότερο απέναντι στον χρόνο γνώρισμα του πνεύματος της δεκαετίας του ’60 φαίνεται πως είναι η εγκατάλειψη ολιστικών θεωριών που ενθάρρυναν την πρόσληψη του κόσμου ως ενότητας και η υιοθέτηση των μεταβαλλόμενων όψεων της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας ως πυξίδων για μια ακηδεμόνευτη κατάκτηση της ευημερίας. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηρίξει κανείς πως η αφετηρία αυτού του πνεύματος βρίσκεται σε σχολές σκέψης του τέλους του 19ου αιώνα ή των αρχών του 20ού. Αν είναι έτσι, τότε το ιδιαίτερο γνώρισμα της δεκαετίας του ’60 είναι η ευρεία διάδοση αυτού του πνεύματος και οι ισχυρές αντανακλάσεις του στον δημόσιο λόγο και στη μαζική κουλτούρα.

Τη δεκαετία του ’60 προτάγματα από τον προπολεμικό κόσμο που έδειχναν να έχουν αναδυθεί αλώβητα από τα συντρίμμια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισαν να είναι λιγότερο δημοφιλή στη νεότερη γενιά. Κι ενώ δεν εμφανίστηκαν νέες θεωρήσεις, που θα φιλοδοξούσαν να λάβουν τη θέση των παλιών, μέσα από τα κινήματα διαμαρτυρίας και χειραφέτησης αναδύθηκαν ποικίλα ρεύματα προσανατολισμένα στην ικανοποίηση αιτημάτων αυτονομίας και ευδαιμονίας –ρεύματα που ασκούνταν στην πειθώ του συναισθήματος και στην αντισυμβατική ανεπιτήδευτη έκφραση, ενθάρρυναν τη φιλαλληλία και την ανοχή και δεν διεκδικούσαν κύρος αυθεντίας. Αυτό το γνώρισμα της δεκαετίας του ’60, που συνεχίζει να λειτουργεί ως συντελεστής των εξελίξεων στη δημόσια σφαίρα και στην αρχή του 21ου αιώνα, εξέφρασε στον χώρο της ελληνικής ποίησης η γενιά του ’70. Αξίζει να σταθούμε σε τρία χαρακτηριστικά της ποιητικής παραγωγής της που αντανακλούν το πνεύμα του ’60, όπως το συνόψισα παραπάνω. Το πρώτο έχει να κάνει με τη συγγραφική παρουσία της γενιάς, το δεύτερο με τα θέματα της ποίησής της και το τρίτο με ορισμένες πτυχές της τεχνοτροπίας της.

Η συγγραφική παρουσία των ποιητών του ’70 ξεδιπλώθηκε κατεξοχήν μέσω συλλογών αποτελούμενων από σύντομα ποιήματα (στο έργο άλλων γενεών του μοντερνισμού στα γράμματά μας οι ποιητικές συνθέσεις είναι λιγότερο σπάνιες, ενώ περισσότερα από τα ποιήματα που περιλαμβάνονται σε συλλογές είναι εκτενή). Οι επιλογές αυτές των ποιητών του ’70 έχουν τη σημασία τους. Ίσως δείχνουν πως η φρέσκια τότε επιφυλακτικότητα απέναντι σε ολιστικές προσεγγίσεις του κόσμου αποτυπώθηκε και στην ποίηση. Η ποιητική συγκίνηση, ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας και ακόμη εντατικότερα στα χρόνια της μακράς μεταπολίτευσης, είναι για τους ποιητές του ’70 υπόθεση συναισθηματικής και εκφραστικής έντασης· μιας έντασης που προκύπτει απρόσμενα και στιγμιαία όταν ολιγόστιχα ποιήματα ή ορισμένοι τους στίχοι εκπλήσσουν ή αναστατώνουν τον αναγνώστη, χωρίς απαραιτήτως να εκπορεύονται από μια ανιχνεύσιμη ηθική, πολιτική ή αισθητική αφετηρία.

Η συμπόρευση των ποιητών του ’70 με το πνεύμα της δεκαετίας του ’60 εντοπίζεται και στα θέματα των ποιημάτων τους, ιδίως αν τα συγκρίνουμε με αυτά παλιότερων νεωτερικών ποιητών. Το λυρικό όραμα του κόσμου, η μεταφυσική αγωνία ή η βιωμένη πίστη, συστήματα σκέψης, ιδανικά εθνικών ή κοινωνικών αγώνων, δηλαδή οι κατεξοχήν πηγές από τις οποίες διαφορετικοί προγενέστεροι ποιητές αντλούσαν έμπνευση ώστε η ποίησή τους να γίνει καθρέφτης του υψηλού, δίνουν τη θέση τους σε θραυσματικές όψεις της ατομικής εμπειρίας. Πρόκειται για ένα είδος εμπειρίας που μοιάζει με μωσαϊκό καμωμένο από όσα στοιχεία η ευαισθησία του ποιητή συγκρατεί από την αναμέτρησή της με την καθημερινή ζωή.

Οι περισσότεροι ποιητές του ’70 αντλούν τα θέματά τους από τη ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από την εσωτερική μετανάστευση και την εντατική αστικοποίηση των πιο πρόσφατων μεταπολεμικών δεκαετιών και της μεταπολίτευσης, δηλαδή από έναν κόσμο που παρουσιάζει ποικιλία, ταχύτητα, αντιθέσεις και προσμείξεις ετερόκλητων στοιχείων σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι η αστική εμπειρία του μεσοπολέμου, της κατοχής ή του εμφυλίου. Κι ενώ η αστυφιλία, ο πλουτισμός και το lifestyle έχουν απήχηση σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας, οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του ’70 κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση: αναζωογονούν –και αργότερα λειαίνουν– τον αντικομφορμισμό των νέων της δεκαετίας του ’60 και του αντιδικτατορικού αγώνα, εκφράζοντας με τον αντιρρητικό, αλλά εύληπτο ποιητικό τους λόγο την ανάδυση ταυτοτήτων μεικτής σύνθεσης και μικρής κλίμακας. Έτσι, η πολιτική στράτευση της προηγούμενης γενιάς υποχωρεί και παίρνει τη μορφή υπεράσπισης επιμέρους πτυχών μιας απροσποίητης ζωής.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε πως και η τεχνοτροπία των ποιητών της γενιάς του ’70 αντικατοπτρίζει στοιχεία από το πνεύμα της δεκαετίας του ’60. Το κυριότερο από αυτά έχει να κάνει με την αντίληψη πως σκοπός της τέχνης είναι να αναπαριστά τη χειροπιαστή πραγματικότητα, όπως τη ζούμε κάθε μέρα, χωρίς να αγνοεί ή να εξιδανικεύει τις λιγότερο ελκυστικές, πιο ταπεινές ή δυσάρεστες πλευρές της. Αυτή η αντίληψη εξηγεί την προτίμηση των ποιητών του ’70 για λέξεις και φράσεις από την καθημερινή ομιλία, όπως και για τον τόνο (ή, ενίοτε, τον ρυθμικό βηματισμό) της ποίησής τους που προσιδιάζει στη φυσικότητα και τον αυθορμητισμό του προφορικού λόγου ακόμη περισσότερο απ’ όσο ο τόνος προγενέστερων μοντερνιστών που είχαν ανάλογες ιδέες για τη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Οι αναγνώστες που είναι εξοικειωμένοι με την πρόσφατη ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα μπορούν εύκολα να διαπιστώσουν πως οι περισσότερες επιλογές της γενιάς του ’70 και στα τρία αυτά πεδία (συγγραφική παρουσία, θέματα, τεχνοτροπία) έχουν βρει καλούς συνεχιστές στις κατοπινές γενιές ποιητών. Εξάλλου η απήχηση αυτών των επιλογών σε όσους πρωτοδημοσίευσαν ποιητικά βιβλία στα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης είναι αυξημένη, γεγονός που πιστοποιεί πως η γενιά του ’70 αποτελεί σημείο αναφοράς για τους νεότερους κοντά μισό αιώνα μετά την εμφάνισή της.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή