Ο συγγραφέας της μελέτης που παρουσιάζεται εδώ δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις για το ειδικό, το φιλολογικό κοινό. Αξίζει ωστόσο μια σύντομη παρουσίαση, για όσους αναγνώστες τυχαίνει να μην τον γνωρίζουν από άλλα έργα του. Βέβαια, αρκετοί από τους αναγνώστες χρησιμοποιούσαν ένα έργο του ως μαθητές Λυκείου, αφού ήταν από τους ανθολόγους των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (από το μακρινό 1982, αυτών που με αναθεωρήσεις και εμπλουτισμούς χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα στο Λύκειο). Ο Γιάννης Παπακώστας είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (μαθητής του αείμνηστου σημαντικού νεοελληνιστή Σταμάτη Καρατζά), κατόπιν αποφοίτησε και από τον κλασικό τομέα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, αλλά κατά βάση νεοελληνιστής παρέμεινε. Σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας, έχοντας στις συγγραφικές αποσκευές του περισσότερα από τριάντα αυτοτελώς εκδομένα βιβλία. Έχει ασχοληθεί με μείζονες και ελάσσονες συγγραφείς (από τους πρωτοκλασάτους Γ. Μ. Βιζυηνό και Κ. Γ. Καρυωτάκη, τους μεγάλους στην εποχή τους αλλά όχι και σήμερα Γεώργιο Δροσίνη και Μιλτιάδη Μαλακάση μέχρι την ενδιαφέρουσα Κωνσταντινουπολίτισσα «γράφουσα Ελληνίδα» Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και άλλους πολλούς), με λησμονημένα «μετέωρα» πρόσωπα της γραμματείας μας (όπως ο μεσοπολεμικός ποιητής Μανώλης Μαγκάκης και ο ποιητής και κριτικός Γιώργος Μυλωνογιάννης), με τα λογοτεχνικά περιοδικά, με τα φιλολογικά καφενεία (τους κύκλους λογοτεχνών και τις συναναστροφές τους), με το γλωσσικό ζήτημα, με ζητήματα της ιστορίας της παιδαγωγικής, με σημαντικές μορφές/στυλοβάτες της νεοελληνικής φιλολογίας και της βιβλιογραφίας της (Émile Legrand) αλλά και του νεοελληνικού πολιτισμού (Γιάννης Μηλιάδης). Διετέλεσε για αρκετό διάστημα Γενικός Φιλολογικός Επόπτης στη σειρά των εκδόσεων του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη και παραμένει επί σειρά ετών δραστήριο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ωφελίμων Βιβλίων. Άρα, δεν προσέρχεται απαράσκευος, αν μη τι άλλο, στη μελέτη ενός ακόμη ζητήματος και ζητουμένου της νεοελληνικής φιλολογίας.
Πέραν όμως αυτού του συνοπτικού επιστημονικού προφίλ, ο Παπακώστας έχει και ένα άλλο γνώρισμα: ανήκει σε μια ιδιαίτερη φυλή, ολιγομελή, τη φυλή των απόστρατων πανεπιστημιακών που μετά τη συνταξιοδότησή τους περνούν μια δεύτερη νεότητα, καταπλήσσοντάς μας με την παραγωγικότητά τους. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στην ομοβροντία αυτοτελώς εκδομένων βιβλίων που έχει εκτοξεύσει από το 2006 κ.εξ., αφότου ολοκλήρωσε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία.
Αυτά τα σύντομα για τον συγγραφέα. Το βιβλίο που παρουσιάζεται εδώ, μια κομψή και φροντισμένη έκδοση, έχει αναμφισβήτητη πρωτοτυπία. Το κεντρικό ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται, η αυτοδικία (το να παίρνει κάποιος, που θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο, το δίκιο στα χέρια του παρακάμπτοντας την οδό της νόμιμης δικαιοσύνης) στη νεοελληνική λογοτεχνία ήταν –περιέργως– σε σημαντικό βαθμό ανερεύνητο. Δεν λείπουν, φυσικά, μεμονωμένα άρθρα (βλ., π.χ., του Γ. Κεχαγιόγλου, «Γυναικείες επιλογές και ανδρική αυτοδικία: H παλαιότερη γνωστή καταγραφή του δημοτικού τραγουδιού “Tης Άπιστης”», στον τόμο: Xρ. Xατζητάκη-Kαψωμένου (επιμ.), Eλληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός. Λαογραφία και Iστορία. Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Kυριακίδου-Nέστορος, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2001, σσ. 303-312), ενώ και λίγοι νομικοί του ΑΠΘ με ευαισθησία για τα λογοτεχνικά κείμενα (πιο συγκεκριμένα, ο Νέστωρ Κουράκης και η Μαρία Αρχιμανδρίτου) είχαν ασχοληθεί με το έγκλημα στη λογοτεχνία (στον Παπαδιαμάντη και σε άλλους). Ανθολογίες λογοτεχνημάτων που περιλαμβάνουν και έργα τέτοιας θεματικής επίσης υπάρχουν (αναφέρω ενδεικτικά: Ελληνικά Εγκλήματα, τόμ. 1-4, Καστανιώτης 2007-2011, Ερωτικά εγκλήματα, Πατάκης 2015, Τα πάθη στη λογοτεχνία, Καστανιώτης/Εταιρεία Συγγραφέων 2016), αλλά σχετική, αυτοτελής μελέτη δεν είχε εκδοθεί. Στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια (βλ., ενδεικτικά: Björn Saemann, Vigilante Justice in American Culture and Graphic Novels – Analysing Frank Miller’s “Batman: The Dark Knight Returns“, 2009. Alison Graham-Bertolini, Vigilante women in contemporary American fiction, Palgrave Macmillan 2011), αλλά το ζήτημα γενικώς δεν έχει λάβει μεγάλη έκταση, συγκριτικά με τη μελέτη άλλων ζητημάτων που απασχόλησαν και απασχολούν τη φιλολογία.
Η αφετηρία του βιβλίου βρίσκεται σε μια μελέτη του Παπακώστα για την αυτοδικία στο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη Κουστούμι στο χώμα, που είχε ετοιμαστεί για τον αφιερωματικό τόμο στον τότε πρύτανη του ΕΚΠΑ και καθηγητή της Νομικής Μιχάλη Σταθόπουλο. Η μικρή εκείνη μελέτη έδρασε ως μαγιά για να γεννηθεί ένας τόμος 420 σελίδων, στον οποίο σχολιάζονται είκοσι δύο σημαντικά έργα (μυθιστορήματα κυρίως αλλά και νουβέλες και μεμονωμένα διηγήματα) της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο τίτλος «Πού μας πάει αυτό το αίμα;» είναι δανεισμένος από μια εγγραφή του Γιώργου Θεοτοκά στα Τετράδια Ημερολογίου, με τη χρονολογική ένδειξη: 1.2.1944, όταν ο εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ των Ελλήνων, εν μέσω γερμανικής κατοχής ακόμη, είχε αρχίσει για τα καλά ανάμεσα στα τάγματα ασφαλείας και στα μέλη του ΕΑΜ.
Στην εκτεταμένη λοιπόν μορφή της έρευνάς του, που θα μπορούσε να απλωθεί και σε άλλα λογοτεχνικά έργα –μπορεί να το συνεχίσει κάποιος–, περιλαμβάνει παλαιότερα και σύγχρονα έργα που σχετίζονται με τη θεματική της αυτοδικίας και της βίας. Ξεκινώντας από τα παλαιότερα και φτάνοντας στα εντελώς σύγχρονα χρόνια μας, συναντούμε τους: Γεώργιο Δροσίνη (Το βοτάνι της αγάπης, 1888), Κωνσταντίνο Θεοτόκη («Πίστομα», 1899 «Ακόμα;», 1904, «Τίμιος κόσμος», 1905), Αργύρη Εφταλιώτη (Η μαζώχτρα, 1899), Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Η Φόνισσα, 1903), Στρατή Δούκα (Ιστορία ενός αιχμαλώτου, 1929), Στράτη Μυριβήλη (Ο Βασίλης ο Αρβανίτης, 1934, 1939, 1943), Μ. Καραγάτση («Το Μπουρίνι», 1935, 1943, 1951), Νικηφόρο Βρεττάκο (Το αγρίμι, 1945 και Οδύνη, 1969), Δημήτρη Χατζή (Το τέλος της μικρής μας πόλης, 1963, Ανυπεράσπιστοι, 1966, Μικρό σχόλιο για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι, 1976), Θανάση Βαλτινό (Η Κάθοδος των εννιά, 1978, Ορθοκωστά, 1994), Γιώργη Γιατρομανωλάκη (Ιστορία, 1982, Ανωφελές διήγημα, 1993), Ρέα Γαλανάκη (Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, 2009), Τηλέμαχο Κώτσια (Κώδικας τιμής, 2013), Ιωάννα Καρυστιάνη (Κουστούμι στο χώμα, 2000) και Δημοσθένη Παπαμάρκο (Γκιακ, 2014). Ένα μεγάλο χρονικό άνυσμα δηλαδή, από το 1888 ίσαμε πολύ πρόσφατα, το 2014. Στο βιβλίο όμως η εξέταση των παραπάνω συγγραφέων και των κειμένων τους δεν διατάσσονται χρονολογικά αλλά σε πέντε ευρύτερες θεματικές ενότητες («Ύβρις και τίσις», «Η μνήμη», «Από την Κατοχή στην Αντίσταση και τον εμφύλιο σπαραγμό», «Για λόγους τιμής» και «Βεντέτες και άλλα»)
Σε όλα αυτά το κέντρο είναι η ανάδειξη και εξέταση της αυτοδικίας ή της βίας που διαπράττει κάποιος ή κάποιοι, αλλά πολλές φορές η εξέταση επεκτείνεται και σε ειδικότερες ή και ολιστικότερες προσεγγίσεις, αφού συγκρίνονται οι διαφορές από έκδοση σε έκδοση που επιχειρούν κάποτε οι συγγραφείς (βλ. τις περιπτώσεις της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου του Δούκα, του «Μπουρινιού» του Καραγάτση, του Αγριμιού του Βρεττάκου και του Τέλους της μικρής μας πόλης του Χατζή), κατατίθενται γενικότερα εύστοχες παρατηρήσεις για τα υπό εξέταση έργα ή προστίθενται «Προεκτάσεις», όπως χαρακτηριστικά βαφτίζει το εσωτερικό παράρτημα που συνοδεύει την εξέταση των έργων του Βρεττάκου, παράρτημα που απλώνεται και σε άλλα έργα (λογοτεχνικά και μη) που μιλούν για την έναρξη του εμφυλίου. Συγκροτείται έτσι ένας φάκελος κριτικής ανάγνωσης για το καθένα από αυτά, που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην αυτοδικία και το έγκλημα. Εντέλει, αυτό που για τον συνοφρυωμένο επιστήμονα θα ήταν αδυναμία, για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό (αυτοί είναι κυρίως οι αποδέκτες του βιβλίου) είναι δέλεαρ, καθώς έτσι η ανάγνωση γίνεται πιο εύληπτη και επωφελέστερη. Για τούτο και δεν θα δίσταζα να το συσχετίσω με μια μεγάλη κριτική παράδοση που άνθησε στον αγγλοσαξονικό χώρο ήδη από τον 19ο αιώνα, τα τετράδια ανάγνωσης που κρατούσαν οι λόγιοι, παράδοση στην οποία μυήθηκαν και Έλληνες που θήτευσαν σε αυτόν τον χώρο, με πρώτον απ’ όλους τον Δημήτριο Βικέλα. Δεν υποστηρίζω ότι ο συγγραφέας επηρεάστηκε συνειδητά από αυτή την παράδοση αλλά ότι συγγενεύει. Το είδος αυτό, μια κριτική μελέτη λογοτεχνικών έργων από έναν ειδικό, κείμενα υψηλής επιστημονικής εκλαΐκευσης που απευθύνονται και στο μεγάλο εγγράμματο κοινό ή κυρίως σε αυτό, καλλιέργησε με συνέπεια πολλά χρόνια στην Ελλάδα ο παλιός καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο ΑΠΘ και λογοτεχνικός κριτικός Απόστολος Σαχίνης, με τα περίφημα πολύτομα Τετράδια Κριτικής. Ως έναν βαθμό ο τόμος του Παπακώστα έχει τέτοια χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να αφίσταται από τον κεντρικό του στόχο, την αυτοδικία και τη βία σε νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα.
Στα σχόλια που περιλαμβάνει σε κάθε μια από τις 22 ειδικότερες ενότητες του βιβλίου φαίνεται όχι μόνο η επιστημονική εμβρίθεια του μελετητή γύρω από το ειδικό θέμα που επεξεργάζεται, αλλά και η βαθιά του σχέση με τη νεοελληνική και όχι μόνο λογοτεχνία. Αν προσέξουμε τον τρόπο που κινείται ερευνητικά, τους συνειρμούς που κάνει καθώς εξετάζει επεισόδια και πρωταγωνιστές των έργων, θα διαπιστώσουμε ότι συνομιλεί, κάνει παρέα, θα έλεγα, με έργα και πρόσωπα της νεοελληνικής ποίησης και πεζογραφίας. Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ανάγνωση και μελέτη της λογοτεχνίας δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ανακαλεί σκηνές και πρόσωπα ταιριαστά σε κάθε περίπτωση από τον κόσμο αυτό. Για παράδειγμα: Στην ενότητα για το Κουστούμι στο χώμα παρελαύνουν, εκτός φυσικά από τα πρόσωπα του έργου της Καρυστιάνη, πρόσωπα από ποιήματα του Καβάφη, του Σεφέρη, του Βάρναλη, του Σολωμού, των δημοτικών τραγουδιών, από τα πεζά του Κονδυλάκη και του Παπαδιαμάντη κ.ά., που αφενός δείχνουν τη μακρά συμβίωση του μελετητή Παπακώστα με μείζονα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και αφετέρου καθιστούν το βιβλίο του ένα κατώφλι που οδηγεί ομαλά τον αναγνώστη προς τον κανόνα της λογοτεχνίας μας, την αξιόλογη λογοτεχνική μας παράδοση. Η συνομιλία αυτή επεκτείνεται κάποτε και σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως γίνεται με τη συσχέτιση της συγκλονιστικής Μαζώχτρας του Εφταλιώτη, με τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, αλλά και σε έργα της κλασικής / αρχαιοελληνικής γραμματείας, όπως συμβαίνει με το ακαριαίο, καθηλωτικό διήγημα «Πίστομα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, το οποίο συσχετίζεται με τη Μήδεια του Ευριπίδη. Με τέτοιους τρόπους το συγκεκριμένο βιβλίο του Παπακώστα, με τις ερεθιστικές συγκρίσεις του, λειτουργεί για τον φιλαναγνώστη ως δίοδος προς άλλα μείζονα έργα της νεοελληνικής, της αρχαιοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κάπως έτσι άλλωστε καλλιεργείται η φιλαναγνωσία και ξετυλίγεται ο μίτος που καθοδηγεί τον αναγνώστη πώς να πλοηγηθεί μέσα στον πλούτο της αξιανάγνωστης λογοτεχνίας.
Συνεπώς, το βιβλίο έχει την αναμφισβήτητη αξία του: κάθε μελέτη, κάθε βιβλίο που αναμετριέται, που τολμά να αναμετρηθεί με μείζονα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας –και ο παρών τόμος αναφέρεται σε πολλά τέτοια– αξίζει οπωσδήποτε τον σεβασμό μας.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στην Athens Review of Books 105 (Απρίλιος 2019) 59-60. Η αναδημοσίευση εδώ γίνεται με αλλαγές και προσθήκες].

