Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Μανουέλ Γκονθάλεθ Ρινκόν

Για τη μετάφραση του Ντίνου Χριστιανόπουλου στα ισπανικά

Συνέντευξη στον Δημήτρη Αγγελή

Κατ’ αρχάς μια γενική ερώτηση: πώς έφτασες στα Νέα Ελληνικά; Πώς ξεκίνησες στη συνέχεια να μεταφράζεις και ποια είναι τα έργα που σε απασχόλησαν στην πορεία σου και γιατί;

Για να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα, που μου ξυπνά πάντα βαθιά συναισθήματα, πρέπει να επιστρέψω στην πρώιμη εφηβεία μου, όταν σε ηλικία δώδεκα ετών διάβασα την Οδύσσεια του Ομήρου στην ισπανική μετάφραση και με συνεπήρε και μ’ αγκάλιασε εκείνος ο θολός κόσμος που δεν καλοήξερα τι θα μπορούσε να είναι, αλλά είχα τη βεβαιότητα πως ήθελα να τον ανακαλύψω. Τα δύο ομηρικά έργα αποτελούσαν μέρος μιας συλλογής παγκόσμιας λογοτεχνίας που είχαν αγοράσει οι γονείς μου πριν από χρόνια, και αυτό ήταν κάτι παράδοξο και τυχαίο, γιατί τα περισσότερα βιβλία που είχαμε στο σπίτι ήταν τεχνικού και επιστημονικού χαρακτήρα, καθώς ο πατέρας μου ήταν στο εμπορικό ναυτικό (πρώτος μηχανικός) και τα βιβλία που είχε σχετίζονταν όλα με την ειδικότητά του. Επιπλέον, δεν είχε και κανένα ιδιαίτερο πάθος με τη λογοτεχνική ανάγνωση. Αντίθετα, η μητέρα μου λάτρευε τη λογοτεχνία, αλλά ο περιορισμένος χρόνος που είχε έχοντας αφοσιωθεί στην οικογένεια και στο σπίτι, μεγαλώνοντας μόνη της πέντε παιδιά ενώ ο πατέρας μου έκανε μακρινά και ατελείωτα θαλασσινά ταξίδια, δεν της άφηνε πολλά περιθώρια ώστε να αφιερωθεί στην ανάγνωση. Σήμερα, στα ογδόντα εννιά της, καταβροχθίζει βιβλία, στον βαθμό που της το επιτρέπει η όρασή της.

Αυτή η ανάγνωση της Οδύσσειας δημιούργησε μέσα μου την επιθυμία να εξερευνήσω τον ελληνισμό. Γνώριζα, από τη λιγοστή ιστορία που είχα μελετήσει, την ύπαρξη της αρχαίας Ελλάδας μέχρι και την εποχή του Αλεξάνδρου. Άρχισα ν’ αγοράζω βιβλία μυθολογίας, ορισμένα ακόμη σχετικά με την τραγωδία, τα οποία μου έπεφταν βαριά κι έπρεπε να τα παρατήσω γιατί δεν κατάφερνα να καταλάβω καλά το περιεχόμενό τους. Έψαχνα μόνος και χωρίς καμία βοήθεια. Μια μέρα, την επόμενη χρονιά, καθώς περνούσα μπροστά από ένα γνωστό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Σεβίλλης, που τώρα πια δεν υπάρχει, είδα με έκπληξη να εκτίθεται στη βιτρίνα το επίτομο ελληνο-ισπανικό λεξικό του Χοσέ Μαρία Παμπόν [José María Pabón], από τον εκδοτικό οίκο VOX, ένα κλασικό που εξακολουθεί ν’ ανατυπώνεται έως σήμερα. Ήταν, θυμάμαι, αρχές Ιανουαρίου και πλησίαζε η γιορτή των Τριών Μάγων, οπότε, χωρίς να το πολυσκεφτώ, ζήτησα απ’ τους γονείς μου να μου το αγοράσουν ως δώρο των Μάγων. Κι αυτό έκαναν, ξεπερνώντας την αρχική δυσπιστία τους.

Τώρα όμως είχα ν’ αντιμετωπίσω τον πρώτο σκόπελο: να μάθω να διαβάζω ελληνικά. Είχα έναν δάσκαλο Ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας που ήταν ιερέας αλλά είχε πετάξει τα ράσα, και ήξερα ότι στην ιερατική σχολή είχε μελετήσει τα Λατινικά και τα Ελληνικά. Του έφερα λοιπόν το λεξικό στην τάξη και του ζήτησα να με βοηθήσει να μάθω να διαβάζω. Έμεινε άναυδος όταν με είδε με το λεξικό στο χέρι και με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια τι γύρευα μ’ αυτό. Του αφηγήθηκα την ιστορία και μου είπε ότι ήταν πολύ πρώιμο για μένα κάτι τέτοιο, παρ’ όλα αυτά την επομένη θα μου έφερνε μερικές φωτοτυπίες με το ελληνικό αλφάβητο και τις φωνητικές του αξίες. Πράγματι, την επόμενη μέρα μου έφερε, φωτοτυπημένες, τις πρώτες σελίδες της γνωστής κλασικής ελληνικής γραμματικής που είχε εκπονήσει ο Χάιμε Μπερενγκέρ Αμενός [Jaime Berenguer-Amenós], με κάποια σχόλια που έκανε ο ίδιος. Και μ’ αυτά, σιγά σιγά, έμαθα να διαβάζω. Λίγο αργότερα θα αγόραζα και τη γραμματική. Αλλά, την ίδια στιγμή που του διηγήθηκα τη μικρή μου ιστορία, τον ρώτησα τι απέμενε από εκείνον τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό σήμερα, γιατί ήξερα ότι υπήρχε μια χώρα στην Ευρώπη με το ίδιο όνομα και ήθελα να μάθω ποια γλώσσα μιλούσαν εκεί. Μου είπε ότι στην Ελλάδα μιλούσαν ακόμη ελληνικά, αν και απλουστευμένα ελληνικά, με δύο τρόπους, έναν που ήταν αρχαΐζων και έναν άλλο λαϊκό (ήμασταν στα 1976), αλλά ότι για όποιον είχε σπουδάσει αρχαία ελληνικά ήταν σχετικά εύκολο να προσαρμοστεί στην καθομιλούμενη ελληνική. Από εκείνη κιόλας τη στιγμή, η πιο έντονη επιθυμία μου ήταν να ταξιδέψω στην Ελλάδα και να μάθω ελληνικά. Ζήτησα λοιπόν απ’ τον πατέρα μου να μου αγοράσει τη γνωστή δίγλωσση μέθοδο «Assimil» Le grec sans peine (Τα ελληνικά χωρίς κόπο), που υπήρχε μόνο στη γαλλική έκδοση, οπότε άρχισα να μελετώ όχι μόνο νέα ελληνικά αλλά και γαλλικά, προκειμένου να έχω πρόσβαση στα ελληνικά μαθήματα. Έναν χρόνο αργότερα τελείωσα τη βασική εκπαίδευση και πήγα στο λύκειο, στον κλάδο των τεχνών/ανθρωπιστικών επιστημών, για τέσσερα χρόνια. Όταν, το 1978, άρχισα να μελετώ το πρώτο από τα δύο υποχρεωτικά έτη των αρχαίων ελληνικών, ήξερα ήδη να τα διαβάζω και να γράφω και είχα κάποιες γραμματικές γνώσεις, ενώ επιπλέον μιλούσα και αρκετά νέα ελληνικά. Ουσιαστικά άρχισα να μαθαίνω νέα ελληνικά πριν από τα αρχαία, αν και πρέπει να πω ότι μελετώντας τα κλασικά ελληνικά κατάλαβα πραγματικά πώς λειτουργεί η νέα ελληνική. Και από εκεί συνέχισα τις σπουδές μου και στις δύο παράλληλα.

Ένα κρίσιμο γεγονός συνέβη δύο χρόνια αργότερα, όταν διάβασα στην τοπική εφημερίδα ότι ένα ελληνικό πλοίο έδεσε στο λιμάνι της Σεβίλλης (ο Γκουαδαλκιβίρ είναι στην πόλη μου πλωτός). Επειδή εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να βρω βιβλία ή εφημερίδες στα ελληνικά στην Ισπανία, και δεν είχα γνωρίσει ποτέ κανέναν Έλληνα προσωπικά, αποφάσισα να την κοπανήσω απ’ το μάθημα της σύγχρονης ιστορίας, σέρνοντας τον διπλανό μου μαζί, για να το επισκεφτώ. Ήταν ένα πλοίο μικρής χωρητικότητας (θυμάμαι ακόμα το όνομά του: ΦΩΤΗΣ) και μας υποδέχτηκε ο δεύτερος καπετάνιος (υποπλοίαρχος), ένας νεαρός Κρητικός είκοσι έξι ετών, ο οποίος έμεινε έκπληκτος βλέποντας πως εκείνο το αγόρι από τη Σεβίλλη επικοινωνούσε μαζί του στα νέα ελληνικά κι ότι τα μάθαινα μόνο από μία μέθοδο. Μαζί με τον ελληνικό καφέ, μου πρόσφερε μια τεράστια ποσότητα παλιών εφημερίδων και περιοδικών που είχαν στο πλοίο, απ’ τα οποία μπόρεσα να πάρω πολλές πληροφορίες για διάφορες όψεις της χώρας και της γλώσσας. Το πλοίο παρέμεινε ελλιμενισμένο για κάτι λιγότερο από δύο εβδομάδες, κι εγώ πήγαινα κάθε μέρα για να εξασκήσω τα λίγα ελληνικά που ήδη ήξερα. Πριν φύγει ο Γιάννης Περάκης, έτσι λεγόταν ο δεύτερος καπετάνιος, μου ζήτησε μια χάρη. Στο τελευταίο τους ταξίδι στην Αλγερία, λόγω θαλασσοταραχής, ένας νεαρός δεκαεπτάχρονος ναύτης, με καταγωγή απ’ το Κιλκίς, είχε πέσει στ’ αμπάρια κι είχε σπάσει και τα δυο του πόδια, κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το πλοίο είχε δέσει στη Σεβίλλη. Είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση σε νοσοκομείο της Σεβίλλης κι έπρεπε να νοσηλευτεί για αρκετό καιρό πριν επαναπατριστεί στην Ελλάδα. Ήθελε να περνάω από καιρό σε καιρό, να του μιλάω και να τον βοηθάω αν χρειαζόταν κάτι. Κι αυτό έκανα. Εκείνο που δεν γνώριζα ήταν ότι σ’ εκείνον τον θάλαμο του νοσοκομείου θα συναντούσα ένα σημαντικό μέρος της αποικίας των Ελλήνων φοιτητών που ζούσαν τότε στη Σεβίλλη (η δραχμή τότε άξιζε διπλάσια από την πεσέτα και μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά τη διαβίωση στη χώρα). Μαζί τους και με τον τραυματισμένο νέο εξάσκησα για ακόμη έναν μήνα τα ελληνικά μου, ώσπου να επαναπατριστεί, κι ανάμεσά τους έκανα μια μεγάλη φιλία, που βαστάει έως σήμερα: τον Εδεσσαίο Σάκη Δήμτση.

Αλληλογραφούσα με τον Γιάννη Περάκη, τον νεαρό δεύτερο καπετάνιο, για περίπου δύο χρόνια, αλλά, καθώς αυτή η αλληλογραφία ήταν μια τεράστια περιπέτεια, μια που τα γράμματα περνούσαν πρώτα από τη ναυτιλιακή εταιρεία, η οποία τα προωθούσε στο μέρος που θα έδενε το πλοίο, ο νεαρός άντρας πρότεινε να μου δώσει τη διεύθυνση μιας φίλης, μεγαλύτερης από εκείνον κι από εμένα, που ενδιαφερόταν πολύ να μάθει ισπανικά. Έτσι ξεκίνησα ένα νέο και γόνιμο στάδιο στη μελέτη της νέας ελληνικής. Η Καίτη Κωνσταντάτου, η φίλη του κι από τότε και δική μου, φωτοτυπούσε τα γράμματά μου, τα διόρθωνε και μου τα επαναπροωθούσε μαζί με τα δικά της. Αυτή η διαδικασία κράτησε αρκετά χρόνια, ακόμα και αφού με κάλεσε να περάσω έναν μήνα στο σπίτι της, τον Ιούλιο του 1982. Εκείνη και η οικογένειά της ήταν η οικογένειά μου στην Αθήνα για μεγάλο χρονικό διάστημα και η Καίτη ήταν η πρώτη μου πραγματική δασκάλα των νέων ελληνικών. Από εκείνη τη χρονιά μέχρι το 1986, κατάφερα να επισκέπτομαι την Ελλάδα για έναν μήνα κάθε καλοκαίρι χάρη σ’ εκείνην που με φιλοξενούσε και στην υποτροφία βιβλίου που μου πρόσφερε το ισπανικό Υπουργείο Παιδείας, εκτός από τα ιδιαίτερα μαθήματα των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών. Το πρώτο μου αεροπορικό εισιτήριο για την Ελλάδα μου το αγόρασαν εξ ημισείας ο πατέρας μου και ο θείος μου: πέταξα, μέσω Σόφιας, με ένα παλιό και ξεχαρβαλωμένο ρωσικό αεροπλάνο που κληρονόμησαν οι βουλγαρικές αεροπορικές εταιρείες. Όταν προσγειωθήκαμε στην Αθήνα και άγγιξα ελληνικό έδαφος, γονάτισα και φίλησα τη λωρίδα προσγείωσης. Τέτοια ήταν η αποξένωση που ήδη ένιωθα από την Ελλάδα.

Το 1981 μπήκα στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης για να σπουδάσω Κλασική Φιλολογία για πέντε χρόνια. Αποφοίτησα το 1986 με μια διατριβή για το κρητικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ του Βιτσέντζου Κορνάρου κι έλαβα το διδακτορικό μου το 1992 με μία διατριβή πάνω στα επιγράμματα του Στράτωνα του εκ Σάρδεων από το βιβλίο XII της Παλατινής Ανθολογίας (κριτική έκδοση του κειμένου, μετάφραση και φιλολογική μελέτη). Πέρασα το ακαδημαϊκό έτος 1986-1987 στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Northwestern (Evanston, Σικάγο), με ένα πρόγραμμα ανταλλαγής από το πανεπιστήμιό μου για να διευρύνω τις σπουδές μου. Εκεί συνέχισα να εμβαθύνω στα νέα ελληνικά κι έκανα μια μετάφραση στα αγγλικά –πιστεύω την πρώτη σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα– του κρητικού έργου του 15ου αιώνα Απόκοπος του Μπεργαδή, που αργότερα δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στο περιοδικό Greek Letters, που διηύθυνε ο καθηγητής Κάρολος Μητσάκης. Στη συνέχεια μετέφρασα το έργο στα ισπανικά, το σχολίασα και δημοσιεύτηκε από το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης. Από πολύ νωρίς αυτό το μικρό έργο με τράβηξε για τη συνθετική, ρητορική και ποιητική του αξία και με συνεπήρε για τα μυστήρια που κρύβει και τις προκλήσεις που παρουσιάζει η ορθή ερμηνεία του. Το 1987 πέρασα τις εξετάσεις για καθηγητής αρχαίων ελληνικών στη Μέση Εκπαίδευση (νυν Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση) στην Ανδαλουσία, όπου και υπηρέτησα για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια πήρα δύο φορές θέση ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κάδιθ, απ’ το οποίο παραιτήθηκα για προσωπικούς λόγους.

Η τέχνη της μετάφρασης με προσέλκυε πάντα ως δημιουργικό έργο, και πρέπει να πω ότι στα πανεπιστήμιά μας πάντα δινόταν τεράστια προσοχή στη μετάφραση κλασικών κειμένων. Μαζί με τις εκδόσεις αρχαίων ελληνικών και αυτών της πρώιμης Κρητικής Λογοτεχνίας και της Κρητικής Αναγέννησης, των οποίων τα έργα μου φαίνονταν ως μοναδικοί δείκτες για τη γνώση της Ενετοκρατίας στην Κρήτη, άρχισα να μεταφράζω μικρές ανθολογίες ποίησης, κυρίως: Καίσαρα Εμμανουήλ, Μανόλη Αναγνωστάκη, Οδυσσέα Ελύτη, για να συνεχίσω αργότερα με τον Τάσο Λειβαδίτη, την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου και ακόμη και επιλογές από ζώντες ποιητές, όπως του Εδεσσαίου Θοδωρή Σαρηγκιόλη ή του Κρητικού Κώστα Ψαράκη, τα ποιήματα των οποίων με προσείλκυσαν για διαφορετικούς λόγους και δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Καθώς περνούσε ο καιρός, πραγματοποιούσα επιδρομές και στην πεζογραφία: με την Ιστορία ενός αιχμάλωτου του Στρατή Δούκα και με το Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη θέλησα να ενημερώσω τους Ισπανούς αναγνώστες για ορισμένες όψεις του ελληνοτουρκικού πολέμου και τις συνέπειές του. Ο Θάνατος παλληκαριού του Κωστή Παλαμά ήταν για μένα τόσο συναρπαστικός που, όπως συνέβη και με τον Γκάτσο, έμοιαζε το έργο να διάλεξε εμένα και όχι εγώ το έργο, και το ίδιο έγινε και με τον Βασίλη τον Αρβανίτη, ένα αριστούργημα του λαμπρού Στράτη Μυριβήλη, του οποίου η γλώσσα μου φάνηκε απολύτως συναρπαστική σε μια πρώτη ανάγνωση πριν από πολλά χρόνια. Άλλες μεταφράσεις παραμένουν ακόμη ανέκδοτες, όπως αυτή του Κατσούρμπου του Χορτάτση ή η μετάφραση του μακροσκελούς αφηγήματος Ο Παν του Μυριβήλη, η οποία έγινε από έναν καθηγητή αρχαίων ελληνικών, που αγάπησε την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Τα βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα έργο ή ένας συγγραφέας για να τα μεταφράσω είναι να είναι αισθητικά ελκυστικά για μένα και το περιεχόμενό τους να με συγκινεί. Είμαι ανίκανος να μεταφράσω κείμενα που δεν με γεμίζουν συναισθηματικά.

Ασχολούμαι με αυτή τη μεταφραστική εργασία παράλληλα με την ερευνητική μου εργασία σε διάφορους τομείς, ιδιαίτερα στον Απόκοπο, αν και όχι μόνο, όπως και σε άλλους τομείς τόσο διαφορετικούς όπως η ρεμπέτικη μουσική, για την οποία πάντα ένιωθα να με ελκύει έντονα στις διάφορες πτυχές της: ιστορικές, μουσικολογικές ή ανθρωπολογικές.

Θεωρείς ότι η ελληνική λογοτεχνία (και ποιο συγκεκριμένο είδος: ποίηση; μυθιστόρημα; διήγημα; δοκίμιο;) παρουσιάζει ενδιαφέρον για το ισπανόφωνο αναγνωστικό κοινό; Βρίσκει απήχηση και γίνεται αποδεκτή από τους εκδότες;

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η μετάφραση έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Ισπανία έχει πραγματοποιηθεί από ελάχιστα άτομα, που παρακινούνται κυρίως από ένα προσωπικό ενδιαφέρον. Από τις πρώτες μεταφράσεις του Καβάφη ως αυτές του Ρίτσου, του Ελύτη ή του Σεφέρη. Και αυτοί οι συγγραφείς υπήρξαν οι θεμελιώδεις αναφορές της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Ισπανία και στον ισπανόφωνο κόσμο, δημιουργώντας ένα είδος φαύλου κύκλου. Δηλαδή, ως επί το πλείστον έχει μεταφραστεί ποίηση. Τα μεταφρασμένα πεζογραφήματα ήταν πολύ πιο σπάνια. Δεν υπήρξε ούτε υπάρχει, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα σχετικά συστηματικό εγχείρημα για να γίνει γνωστή η νεοελληνική λογοτεχνία απ’ την πλευρά των πανεπιστημίων, όπως φαίνεται να υπάρχει στην Ιταλία, κρίνοντας απ’ τις  πολυάριθμες μεταφράσεις ποίησης και πεζογραφίας που εκδίδονται –κάτι που μου φαίνεται αξιοθαύμαστο. Είναι επίσης αλήθεια ότι η παράδοση των νεοελληνικών σπουδών στην Ιταλία είναι πολύ παλαιότερη και πιο παγιωμένη από αυτήν της Ισπανίας. Κάποιες φορές, όμως, το επίμονο έργο ενός και μόνο ανθρώπου μπορεί να γίνει μνημειώδες για τη διάδοση της λογοτεχνίας, όπως είναι η περίπτωση του Μισέλ Βόλκοβιτς στη Γαλλία, αν και φαίνεται πως έχει σταθερή υποστήριξη από τους ελληνικούς θεσμούς. Δηλαδή, στην Ισπανία πρέπει να γίνει πολλή δουλειά σε αυτόν τον τομέα, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η πεζογραφία παραμένει έως τώρα η μεγάλη λησμονημένη.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η γνώση της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το ισπανικό και λατινοαμερικανικό κοινό είναι, σε γενικές γραμμές, αρκετά περιορισμένη. Το ενδιαφέρον για μια συγκεκριμένη λογοτεχνία είναι μια εργασία που πρέπει να προχωρήσει σταδιακά, με συγκεκριμένα κριτήρια και συγκεκριμένη παιδαγωγική, θα έλεγα, στην προσφορά του προϊόντος. Με αυτόν τον τρόπο, το ενδιαφέρον των αναγνωστών κεντρίζεται αυτόνομα και κλιμακωτά. Αν διαβάσεις ένα προϊόν που σε τέρπει και σε εκπλήσσει, σου κεντρίζει το ενδιαφέρον και αυτόματα παραγγέλνεις ή αναζητάς περισσότερα. Στον ισπανόφωνο κόσμο αυτή είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνει. Αυτό όμως με τη σειρά του πρέπει να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο ιστορικο-πολιτισμικής γνώσης της χώρας στην οποία συμβαίνουν αυτά τα λογοτεχνικά φανερώματα, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, μένουν ορφανά από συμφραζόμενα και χάνουν ένα μεγάλο μέρος του βάρους τους. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να ζητηθεί από την ελληνική κυβέρνηση μεγαλύτερη δέσμευση μέσω των πρεσβειών της για την προώθηση του λογοτεχνικού κεφαλαίου της χώρας και του ιστορικού του πλαισίου, αλλά με επικοινωνιακό και παιδαγωγικό κριτήριο, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα φυτώριο που να επιτρέπει τη διάδοση της γραπτής παραγωγής.

Δεν ωφελεί, από την άλλη, η μετάφραση νεοελληνικών λογοτεχνικών έργων αν, λόγω έλλειψης ζήτησης ή λόγω άγνοιας εκ μέρους των αναγνωστών, οι εκδότες δεν είναι διατεθειμένοι να τα εκδώσουν. Είναι λοιπόν απαραίτητο να δημιουργηθούν, με έξυπνο και καλά διατυπωμένο τρόπο, οι ευνοϊκές συνθήκες που θα παράγουν την κατάλληλη συνέργεια μεταξύ αυτών των δραστηριοτήτων διάδοσης και εκδόσεων. Τα τελευταία χρόνια λειτουργεί το πρόγραμμα Greeklit, με την υποστήριξη του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο προσπαθεί να ενισχύσει τους μεταφραστές αναλαμβάνοντας την αμοιβή που πληρώνουν οι εκδότες στους μεταφραστές για τη δουλειά τους. Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν λειτούργησε όπως αναμενόταν, λόγω της βραδύτητας της διαδικασίας και της καθυστέρησης στις πληρωμές.

Μιλάμε για την έκδοση συγγραφέων και έργων που είναι παντελώς άγνωστα στη χώρα μου, επομένως τα εμπόδια και οι δυσκολίες όταν πρόκειται για την προώθηση ενός έργου είναι ποικίλα και τεράστια. Επιτρέψτε μου να σας πω, εν συντομία, τις αντιξοότητες που χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσω προκειμένου να δημοσιεύσω τη μετάφρασή μου, δηλαδή το πλήρες ποιητικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου στα ισπανικά. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πω ότι αυτό που με εξέπληξε περισσότερο ήταν η έλλειψη εκδοτών με όσφρηση και διαίσθηση που θα ήξεραν πώς να εκτιμήσουν πραγματικά το χειρόγραφο που είχαν μπροστά στα μάτια τους∙ να κατανοήσουν την ποιότητα της πρότασης μετά από μια προσεκτική ανάγνωση και, στη συνέχεια, να σταθμίσουν την εμπορική διαδρομή που θα μπορούσε να έχει το προϊόν. Νομίζω ότι έστειλα το χειρόγραφο σε όλους σχεδόν τους σημαντικούς εκδότες ποίησης και παγκόσμιας λογοτεχνίας στην Ισπανία. Κάποιοι μου απάντησαν ότι, λόγω της διακοπής κατά τη διάρκεια της επιδημίας του κόβιντ, είχαν λίστα αναμονής δύο ετών. Ότι θα έπρεπε να έρθω ξανά σε επαφή μαζί τους μετά απ’ αυτό το διάστημα. Άλλοι, ότι δεν δημοσιεύουν τίποτα που δεν προέρχεται απ’ το χέρι κάποιου απ’ τους συγγραφείς που  ήδη εκδίδονται απ’ τον εκδοτικό τους οίκο. Κάποιοι απάντησαν πολύ σύντομα μετά από μερικές μέρες, κατά τις οποίες ήταν αδύνατο να έχουν διαβάσει το χειρόγραφο, ότι δεν τους ενδιαφέρει η πρόταση δημοσίευσής του. Μάντευα την αιτία: κάποιοι δεν συνέχισαν καν να διαβάζουν όταν συνάντησαν τον όρο «ομοφυλόφιλος» / «μαζοχιστής», ενώ άλλοι έπραξαν το ίδιο όταν αναφερόταν πως ήταν κάποιος «βαθιά χριστιανός». Αυτή είναι μια θλιβερή πραγματικότητα που εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα. Από άλλους εκδότες δεν έλαβα καν απάντηση, κάτι που ίσως είναι μέρος της υπόθεσης που ανέφερα προηγουμένως περί σεμνοτυφίας και λογοκρισίας λόγω προκατάληψης.

Ευτυχώς, μετά από κάποιον καιρό, κι ενώ ήμουν έτοιμος να παραιτηθώ απ’ την προσπάθεια, βρήκα έναν έμπειρο εκδότη με αρκετή όσφρηση για να εκτιμήσει το βάρος του έργου του Χριστιανόπουλου και της μετάφρασής μου, ο οποίος δεν είχε καμία αντίρρηση να το δημοσιεύσει με την εκτενή εισαγωγή που είχα γράψει, απαραίτητη κατά τη γνώμη μου –κάτι που αντιλήφθηκε και εκείνος– για τη σωστή κατανόηση του έργου από τους αναγνώστες.

Επειδή πρόκειται για έναν μικρομεσαίο εκδότη, αποφασίσαμε να επιχειρήσουμε πρώτα να βρούμε μια επιδότηση στην Ελλάδα που θα μπορούσε να μειώσει το κόστος της έκδοσης. Αρχικά του πρότεινα να στείλει αίτημα στο Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, που είχε ανοίξει το Πρόγραμμα Οικονομικής Βοήθειας εκείνης της χρονιάς για εκδοτικούς οίκους. Πριν από πολλά χρόνια είχε επιχορηγηθεί η έκδοση της μετάφρασής της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. Τόσο ο εκδότης όσο και εγώ κάναμε πολλή δουλειά για να συντάξουμε το αίτημα, εκείνος μάλιστα σχεδίασε ακόμη και το τελικό εξώφυλλο και το τύπωσε για να το στείλει, κάνοντας μια αξιοσημείωτη επένδυση χρόνου, κόπου και εξόδων, για να δείξει ότι το έργο ήταν, όντως, σε εξέλιξη. Στείλαμε όλα τα έγγραφα και μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν όλα σωστά. Τελικά όμως λάβαμε αρνητική απάντηση, η οποία απλώς έγραφε ότι το αίτημά μας είχε απορριφθεί. Ήταν μια λιτή ειδοποίηση, κατά τη γνώμη μου εντελώς ελλιπής, που δεν ανέφερε τίποτα περισσότερο. Ποτέ δεν μάθαμε πραγματικά τους λόγους για τους οποίους το αίτημά μας απορρίφθηκε ούτε –όπως θα ήταν λογικό– ποια ήταν τα μέλη της επιτροπής που αποφάσιζαν για τις επιχορηγήσεις. Με εξέπληξε πολύ αυτή η απόρριψη, καθώς γνώριζα ότι το ίδιο Ίδρυμα είχε εν μέρει επιχορηγήσει τη μετάφραση της Κάτω βόλτας του Χριστιανόπουλου, που είχε εκπονήσει ο Μισέλ Βόλκοβιτς στα γαλλικά το 2022.

Η άρνηση του Ιδρύματος Ουράνη μας απογοήτευσε βαθιά και μας αποθάρρυνε, αλλά αποφασίσαμε να κάνουμε μια δεύτερη προσπάθεια υποβάλλοντας αίτηση για βοήθεια μέσω του προγράμματος Greeklit του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού, κάτι για το οποίο καταβάλαμε επίσης πολύ κόπο. Περιμέναμε μάταια την απάντηση για πολλούς μήνες, ώσπου μια μέρα αποφάσισα να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω για τον λόγο καθυστέρησης της απόφασης. Με ενημέρωσαν ότι η θητεία της επιτροπής που λειτουργούσε τα δύο προηγούμενα χρόνια είχε λήξει και ότι το Υπουργείο αναζητούσε μέλη για να σχηματίσει νέα, αλλά δεν το είχε κάνει ακόμη και ότι θα καθυστερούσαν. Δηλαδή, η επιτροπή που θα έπρεπε να είχε συνεδριάσει για τις επιχορηγήσεις δεν είχε συνεδριάσει καν όταν έπρεπε, πριν από μήνες, και δεν ήταν γνωστό πότε θα συγκροτούνταν ξανά. Ο εκδότης μου δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έπρεπε να ξεχάσουμε το πρόγραμμα Greeklit –από το οποίο δεν έχουμε λάβει απάντηση μέχρι σήμερα– και αποφασίσαμε ν’ ανοίξουμε ένα crowdfunding για να καλύψουμε τα έξοδα της έκδοσης. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν crowdfunding με την κανονική του σημασία. Δεν υπήρχαν δωρεές σε χρήματα. Ήταν, μιλώντας ακριβέστερα, μια προπώληση αντιτύπων και φαίνεται ότι πουλήθηκαν καμιά ογδονταριά. Και αυτή ήταν όλη κι όλη η βοήθεια που κατορθώσαμε να εξασφαλίσουμε για την έκδοση των ποιητικών απάντων του Χριστιανόπουλου. Μετά την έκδοση του βιβλίου (Dinos Jristianópulos, Maneras de demorar la noche. Poesía completa, Prokomun libros, Madrid 2023), κάναμε δύο παρουσιάσεις, μία στη Μαδρίτη και μια ακόμη στη Σεβίλλη, όπου σημειώθηκαν και κάποιες πωλήσεις, όχι όμως σημαντικές. Έχουμε προγραμματίσει κι άλλες πολλές.

Ένα επιπλέον πρόβλημα που χρειάζεται ν’ αντιμετωπιστεί είναι η πώληση του προϊόντος μετά τη δημοσίευσή του και την εμφάνισή του στην αγορά. Κανείς δεν γνώριζε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο στην Ισπανία έως τώρα και η παρουσίασή του ως κληρονόμου του Καβάφη δεν αρκεί για να εγγυηθεί τις πωλήσεις, ούτε ο ίδιος ο χαρακτήρας της ποίησής του. Το κοινό που διαβάζει ποίηση δεν είναι πολυάριθμο και τα μέσα για την προώθηση ενός βιβλίου είναι λίγα για έναν μικρό εκδότη. Υπ’ αυτή την έννοια, πιστεύω ότι θα χρειαζόταν μία άλλου είδους, πιο άμεση παρέμβαση. Σκέφτομαι πως μία καλή πρόταση προς τις πολιτιστικές αρχές της Ελλάδας θα ήταν η εξασφάλιση κονδυλίων για την απευθείας αγορά βιβλίων από τον εκδότη μεταφρασμένων έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ένας ορισμένος αριθμός αντιτύπων θα μπορούσε να αγοραστεί, ίσως σε προνομιακή τιμή, για δωρεά, για παράδειγμα, στις σημαντικότερες δημόσιες βιβλιοθήκες της εκάστοτε χώρας (στην περίπτωσή μας, της Ισπανίας), αλλά και σε πανεπιστημιακά τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών. Με αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν η διάδοση των έργων τόσο στο ευρύ όσο και στο ακαδημαϊκό αναγνωστικό κοινό. Και την ίδια στιγμή, οι εκδότες θα είχαν κίνητρο για να εκδώσουν ελληνική λογοτεχνία, αφού θα είχαν εξασφαλίσει εκ των προτέρων κάποιες πωλήσεις. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό είμαι υπερβολικά ιδεαλιστής. Συχνά υποπίπτω σε αυτό το αμάρτημα.

Το μεγαλύτερο μέρος της «κλασικής» νεοελληνικής λογοτεχνίας –ποίησης και πεζογραφίας– παραμένει αμετάφραστο στα ισπανικά. Υπάρχουν επίσης καλοί δοκιμιογράφοι και πολύ σημαντικοί σύγχρονοι ποιητές που αξίζει να προβληθούν στο εξωτερικό. Και, παρόλο που παρεκκλίνω εν μέρει από τη δημιουργική λογοτεχνική γραμμή για την οποία μιλάμε, πρέπει επίσης να προσπαθήσουμε να κάνουμε γνωστές στο εξωτερικό τις σπουδές των κλασικών Ελλήνων φιλολόγων και τις συνεισφορές τους, που δεν βρίσκουν απήχηση γιατί είναι γραμμένες σε μειοψηφική γλώσσα.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο εκδότης όσο και εγώ συμπίπτουμε στη δέσμευσή μας να συνεχίσουμε τη διάδοση του ποιητικού έργου του Ντίνου Χριστιανόπουλου στην Ισπανία και, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, και στις υπόλοιπες ισπανόφωνες χώρες. Από εδώ απευθύνω έκκληση σε όλους εκείνους που θέλουν να συνεργαστούν μαζί μας στην προσπάθεια διεθνοποίησης του έργου του Θεσσαλονικιού. Μεσοπρόθεσμα, θα ήθελα επίσης πολύ να εκπονήσω μια δεύτερη έκδοση, δίγλωσση αυτή τη φορά, και με ορισμένες προσθήκες στην εισαγωγή.

Τι ήταν αυτό που σε προσέλκυσε ώστε να μεταφράσεις το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου; Πώς έφτασες σε αυτό, τι δυσκολίες αντιμετώπισες;

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι γνώσεις μου για την ποίηση του Χριστιανόπουλου πριν από το 2020, μετά τον θάνατό του και την επανέκδοση του έργου του, ήταν πολύ μερικές και περιορίζονταν σε ορισμένες από τις πιο σημαντικές συνθέσεις του, που τις διάβαζα τόσο στα ελληνικά όσο και δειγματοληπτικά μεταφρασμένες στα ισπανικά. Δεν κατάλαβα το τεράστιο ειδικό βάρος αυτού του ποιητή και την αξία της ηθικής του θέσης μέχρι που διάβασα ολόκληρη την ποιητική του δημιουργία.

Επιπλέον, τα ποιήματα που είχαν μεταφραστεί στα ισπανικά –με άνισα αποτελέσματα– ήταν σκορπισμένα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία εποπτεία του συνολικού έργου. Στρώθηκα λοιπόν στη δουλειά, με την επιθυμία να προσφέρω στο ισπανόφωνο κοινό τη δική μου εκδοχή, ερευνώντας ό,τι μπορούσα για τη ζωή, την προσωπικότητα και την υπαρξιακή φιλοσοφία του συγγραφέα του, με σκοπό να γράψω την εισαγωγή που θα συνόδευε τη δική μου απόδοση στα ισπανικά. Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σχεδόν τριών ετών δουλειάς.

Ειλικρινά, ήταν το συναισθηματικό σοκ που προκάλεσε μέσα μου η ανάγνωση του ολοκληρωμένου έργου του μετά τον θάνατό του, που με οδήγησε στην απόφαση να το μεταφράσω. Στην αρχή σκέφτηκα να μεταφράσω μια επιλογή από τα πιο σημαντικά ποιήματα, γρήγορα όμως κατάλαβα την ανάγκη να το παρουσιάσω στο σύνολό του, γιατί ήξερα ότι, διαφορετικά, κάποια στιγμή κάποιος θα έπρεπε να το κάνει και μέχρι τότε θα παρέμενε διασκορπισμένο. Αποφάσισα ότι αυτός ο κάποιος θα ήμουν εγώ, και κατάλαβα ότι η κατάλληλη ώρα ήταν τώρα.

Το απροσδόκητο γλυκόπικρο άμαλγαμα που συνιστούν οι συνθέσεις του, το μείγμα επιθυμίας, μοναξιάς, σωματικού και ηθικού πόνου –ακόμα και πίσω από το παραπέτασμα του χιούμορ και της ειρωνείας– και η ανάγκη για ακραία αγάπη, με έπιασαν εντελώς απροετοίμαστο και με ταρακούνησαν βαθιά. Υπάρχει μια ανάγκη για αγάπη που ξεστρατίζει απ’ το μονοπάτι της αναζήτησής της γιατί η κοινωνία δεν της επιτρέπει άλλο τρόπο έκφρασης ή άλλους πιο καθαρούς χώρους για να υπάρχει και να πραγματώνεται. Πρέπει να αναρωτηθούμε, τελικά, εάν αυτές οι παράνομες νυχτερινές «διαδρομές αγάπης» όπου περιπλανήθηκε ο Χριστιανόπουλος χαράχτηκαν από τον ίδιο, με τη δική του ελεύθερη βούληση, ή αν, τελικά, του επισημάνθηκαν υπόγεια από την κοινωνία που καταδίκασε τη σεξουαλική του ιδιοσυγκρασία. Είναι ανώφελο να περιμένουμε, ακόμη και σήμερα, δυστυχώς, μια ειλικρινή απάντηση από την πλειοψηφία του κόσμου σε αυτό το ερώτημα. Η πλειοψηφία τους συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυτή την πραγματικότητα με την πιο απόλυτη προκατάληψη και υποκρισία, κρίνοντας από πεποιθήσεις και προσυνειλημμένες απόψεις –θρησκευτικές ή μη– αποστεωμένες και απάνθρωπες και προβάλλοντας την ενοχή στον διπλανό τους, την ενοχή της ίδιας τους της άγνοιας και της έκδηλης ανικανότητάς τους να αγαπήσουν (και μιλάω τώρα με ευαγγελικούς όρους). Η αναγνώριση της ευθύνης για την κακοτυχία των άλλων έχει δωρηθεί μόνο σε φωτεινά πνεύματα. Λοιπόν, είναι ακριβώς ενάντια σε αυτούς τους σκοτεινούς συνανθρώπους που ο Χριστιανόπουλος επιτίθεται συνειδητά, αφαιρώντας τις μάσκες των ιστορικών προσώπων που κληρονόμησε από τον Καβάφη. Σκεπτόμενος αυτούς τους Φαρισαίους, θα λέγαμε, υιοθετεί το ρεαλιστικό, εξομολογητικό και προκλητικό ύφος του, σε μια ολοκληρωτική προσπάθεια να αυτοεπιβεβαιωθεί. Η αίσθηση της αυτοεπιβεβαίωσης συνδέεται στενά, σε αυτές τις περιπτώσεις, με το ένστικτο της επιβίωσης, και ο Χριστιανόπουλος ήταν εμποτισμένος με μια ισχυρή αίσθηση του δικαιώματός του να υπάρχει και να παρουσιάζεται δημόσια όπως ήταν στην πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, εκθέτοντας τον εαυτό του στο κριτικό βλέμμα όσων τον αρνήθηκαν, πέτυχε δύο πράγματα: αφενός να διεκδικήσει τη θέση του στον κόσμο και αφετέρου να πάρει το αίμα του πίσω απέναντι στην άγνοια των άλλων, απέναντι στην «τρεχάμενη ηθική», όπως την αποκάλεσε, μια ηθική που αποξενώνει τον πλησίον και του στερεί τα δικαιώματά του ως άτομο. Αν θεωρήσουμε αυτή την υποκριτική ηθική ως πηγή κίβδηλης εξουσίας, μπορούμε μόνο να συμφωνήσουμε ότι η στάση του Χριστιανόπουλου ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτή ενός αληθινού μάγκα που δεν υποκύπτει στην αδικία, αυτή ενός γνήσιου ρεμπέτη. Δεν είναι παράδοξο που ο Χριστιανόπουλος είδε κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του να αντικατοπτρίζεται στον κόσμο της ρεμπέτικης μουσικής, έχοντας συνείδηση ​​ότι ζει μια ζωή στο περιθώριο της κοινωνίας απ’ την οποία ένιωθε αποκλεισμένος.

Αυτή τη στιγμή θυμάμαι την ιστορία του για το πώς, μετά την έκδοση της ποιητικής συλλογής Εποχή των ισχνών αγελάδων, ο θείος του, Κώστας Μέγας –η μόνη πραγματική ανδρική φιγούρα στην οικογένεια, που τον βοήθησε να επιβιώσει αλλά και στις σπουδές του– κατά την είσοδό του στο γραφείο του, μουρμούρισε με σκαιότητα: «Ώστε είσαι πουστράκι». Αποβλήθηκε από το κατηχητικό σχολείο –τη δική του alma mater– για τη σεξουαλική του υπόσταση και, εκτεθειμένος ως ομοφυλόφιλος στην οικογενειακή του τάξη, η μόνη διέξοδος ήταν να εγκαταλείψει οποιαδήποτε ανόητα σχιζοφρενική θέση ενώπιον του κόσμου (απ’ τον οποίο ποτέ δεν απελευθερώθηκε τελείως) και να παρουσιαστεί όπως ήταν, σαν δηλητηριασμένη καραμέλα μπροστά σε μια υποκριτική κοινωνία. Ωστόσο, εκμεταλλεύτηκε ένα απρόβλεπτο καλλιτεχνικό πλεονέκτημα από αυτή του την αποφασιστικότητα να παρουσιάσει συνειδητά τον εαυτό του χωρίς προσωπείο ενώπιον του κόσμου: μετέτρεψε τις προσωπικές του συνθήκες, στη βάση της τόλμης και της πιο απόλυτης γενναιότητας, σε ένα παραδειγματικό ποιητικό σύμπαν που θα αντέξει για τις επόμενες γενιές. Το αίτημά του για αγάπη και για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη, προσδίδουν στο έργο του πρωτοτυπία και οικουμενικότητα.

Ομοίως, μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση η θέση που κατέχει η θρησκεία σε ολόκληρο το ποιητικό του σύμπαν, ως τελευταία διέξοδος της ανάγκης του να εγγυηθεί μια στρατηγική επιβίωσης στο πλαίσιο των πεποιθήσεών του. Έζησε βασανιζόμενος ανάμεσα στις πραγματικές απαιτήσεις της σάρκας και τις πνευματικές του προσδοκίες, θεωρώντας την ομοφυλοφιλία του ως αφύσικο ελάττωμα και μια διαστροφή. Ωστόσο, βρήκε στη χριστιανική μυστικιστική θυσία που βρίσκει τον Θεό στον αφανισμό, τη συμβολική αφομοίωση της οδυνηρής παράδοσής του στο μαζοχιστικό σεξ κι έτσι μια διαφυγή από το αδιέξοδό του. Κάθε σεξουαλική συνάντηση μοιάζει να μετατρέπεται σε θρησκευτική θυσία, κατά την οποία ο ποιητής αυτοπυρπολείται για να γίνει πνευματική τροφή. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να μετριάσει το αίσθημα της ενοχής του, κάνοντας μετά από κάθε ερωτική συνάντηση «διαγραφή χρεών και νέο λογαριασμό» για το αμαρτωλό χρέος του προς τον Θεό. Ο ποιητής βρήκε τελικά τον δικό του συμβολικό τρόπο να μετουσιώσει την αγωνία του μπροστά σε αυτό που θεωρούσε αμαρτία. Και αυτή η στρατηγική, ανυψωμένη σε λογοτεχνικό κίνητρο, μου φάνηκε –και μου φαίνεται– κάτι εντελώς πρωτοποριακό.

Τώρα, η προσπάθειά μου να μεταφράσω τον Χριστιανόπουλο στα ισπανικά δεν ήταν, βέβαια, χωρίς δυσκολίες. Οι δυσκολίες ήταν κυρίως τριών ειδών:

Η πρώτη είχε λεξιλογικό χαρακτήρα. Ψάχνοντας, δηλαδή, το νόημα και την κατάλληλη μετάφραση για όλους εκείνους τους όρους που χρησιμοποιεί ο ποιητής και έχουν προέλευση την αργκό, το να βρω έναν επαρκή συσχετισμό στα ισπανικά της εποχής που έγραψε τις συνθέσεις του, σήμαινε για μένα μια αξιοσημείωτη, μερικές φορές εκνευριστική υπερπροσπάθεια. Και δεν ξέρω αν πάντα το κατάφερα. Η σημασιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ ολισθηρή.

Η δεύτερη σχετική δυσκολία προήλθε, σε ορισμένες περιπτώσεις, από το λιτό και επιγραμματικό ύφος του ποιητή, όπου εντοπίζεται κυρίως και το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον. Τα ουσιαστικά και τα ρήματα που επιμελώς επιλέχθηκαν για να οικοδομήσουν τη λακωνικότητα των στίχων του και τα οποία οδήγησαν σε ένα τόσο αυστηρό καλλιτεχνικό «μνημείο», αντανακλούν μια συνθετική μαιευτική που είναι δύσκολο να επαναληφθεί στα ισπανικά. Γνωρίζουμε ήδη ότι ο μεταφραστής είναι ένας προδότης από υποχρέωση, ειδικά στην ποίηση. Η ισπανική σύνταξη απαιτεί κάποιες φορές πιο εκτεταμένες, επεξηγηματικές ή προσαρμοσμένες δομές. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, το άμεσο και χωρίς διακοσμητικές περισσολογίες μήνυμα αυτών των ποιημάτων, που μπαίνει στην ουσία του θέματος, ευνοεί τη μετάφραση. Τα πεζά ποιήματα, βέβαια, δεν παρουσίαζαν αυτές τις δυσκολίες. Εκεί η ελληνική και η καστιλλιάνικη σύνταξη συμπίπτουν σε μεγαλύτερο βαθμό.

Τρίτον, θα επεσήμαινα ως δυσκολία στην απόδοση την τρομερή μουσικότητα των ποιημάτων του Χριστιανόπουλου. Προφανώς, η αναπαραγωγή της πρωτότυπης μουσικότητας σε μία άλλη γλώσσα συνιστά μία χίμαιρα. Αλλά κατάλαβα από την αρχή ότι έπρεπε να δώσω στη μετάφρασή μου έναν ρυθμό, έναν ρυθμό κι έναν στοιχειώδη κατά το δυνατόν τόνο. Κι αυτό προσπάθησα.

Το είπες και πριν, αλλά θα ήθελα να το συζητήσουμε λίγο παραπάνω: Υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν στο να δούμε τον  Χριστιανόπουλο ως καβαφικό επίγονο ή, έστω, θα μπορούσε να αποτελέσει μια στρατηγική παρουσίασης του στην Ισπανία (που αγαπά το καβαφικό έργο);

Πιστεύω ότι το ποιητικό έργο του Χριστιανόπουλου πρέπει να αναλυθεί με βάση τη δημιουργική του τοποθέτηση στις διάφορες περιόδους που το έγραφε –αφού κάθε περίοδος έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά– και το ύφος των ποιημάτων που συνέθεσε. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις εκτιμήσεις που εξέφρασε ο ίδιος ο Χριστιανόπουλος για το έργο του. Αν και είναι αλήθεια ότι στην αρχή αποφάσισε συνειδητά να μιμηθεί τον Καβάφη, δεν το έκανε με δουλοπρεπή τρόπο αλλά, τολμώ να πω, με τον τρόπο των κλασικών και της Αναγέννησης, ακολουθώντας την αρχή του imitatio cum variatione. Τα καβαφικά χαρακτηριστικά αναμειγνύονται με νέες και πρωτοποριακές προτάσεις του ποιητή. Ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι το μείγμα καβαφικών προσωπείων, μοντερνιστικών λύσεων και βυζαντινών, βιβλικών και κλασικών αναφορών δεν ήταν εκείνη την εποχή μια εξαιρετικά καινοτόμος εναλλακτική στην πρώτη του ποιητική συλλογή, Εποχή των ισχνών αγελάδων; Αν αυτή η ποιητική συλλογή έτυχε καλής υποδοχής στην εποχή της, αυτό δεν συνέβη λόγω των καβαφικών της απόηχων, αλλά το αντίθετο. Η χρήση καβαφικών χαρακτηριστικών με αυτούς τους όρους ήταν ένα καινοτόμο και απροσδόκητο τόλμημα που τον απομάκρυνε κατά κάποιον τρόπο από τον ίδιο τον Καβάφη. Πιστεύω ότι αυτή η συνειδητή οφειλή δεν είναι αρκετή για να χαρακτηρίσει τον Χριστιανόπουλο αποκλειστικά ως μαθητή του Καβάφη, σαν αυτή η σχέση να συνιστά γενικευτικό ή περιεκτικό όρο της τεχνικής του, και ότι, κατά μία έννοια, απομειώνει την τέχνη του σαν κάτι μη καινοτόμο (ή ακόμα και ηθικά κατακριτέο, όπως νομίζω ότι κάποιος προσπάθησε να τη χαρακτηρίσει τότε). Καβαφικά στοιχεία υπάρχουν και είναι εμφανή, αλλά αυτή την προσωρινή λύση ακολούθησε αργότερα και μια συστηματική εκκαθάριση των ίδιων χαρακτηριστικών, όταν ο ποιητής θεώρησε ότι δεν του ήταν πια χρήσιμα. Μια εξέλιξη συνειδητή προς τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους. Θεωρώ τη χρήση καβαφικών στοιχείων και τόνων από τον Χριστιανόπουλο σαν μία ενδιάμεση φάση –περισσότερο φόρο τιμής στον δάσκαλο, παρά χρέος που αποδίδεται στην έλλειψη ικανότητας να ξεφύγει από το πρότυπο του Αλεξανδρινού ποιητή. Αν ονομάσουμε τον Χριστιανόπουλο επίγονο του Καβάφη, θα πρέπει να το κάνουμε με την έννοια της «δημιουργικής επιρροής» (που δεν είναι μοναδική), και σε καμία περίπτωση ως εκφραστικό βάρος.

Κατά κάποιον τρόπο, αυτό το χαρακτηριστικό θα μπορούσε ίσως, όπως λες, να χρησιμοποιηθεί ως επισκεπτήρια κάρτα για τον Χριστιανόπουλο στην Ισπανία και στις ισπανόφωνες χώρες, με τις απαραίτητες διευκρινήσεις. Είναι αλήθεια ότι ο Καβάφης είναι παραδοσιακά ο πιο γνωστός Έλληνας ποιητής στη χώρα μου και ότι είχε πολλούς οπαδούς όχι μόνο στο αναγνωστικό κοινό, αλλά ακόμη και ανάμεσα σε ποιητές που έγραψαν υπό τη σκιά του, υφολογικά και θεματικά. Η καβαφική επιρροή στον Χριστιανόπουλο θα μπορούσε να είναι ένα σημείο υπέρ του για την προώθηση του έργου του και της μετάφρασής μου. Δεν θα ήθελα, όμως, η προσωπική του σφραγίδα, η δική του αξία και η δημιουργική του ιδιοσυγκρασία, απολύτως διακριτή στο ποιητικό του έργο, να θολώσει ή να χαθεί μετά από αυτή την παρουσίαση. Επομένως, θα πρέπει να επιτευχθεί μια ενδιάμεση λύση μεταξύ των δύο όρων.

Αν και έχουμε ήδη πει πολλά, μελετώντας το έργο του Χριστιανόπουλου, ποια θα έλεγες ότι είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής του;

Πιστεύω ότι λίγα καινούργια πράγματα μπορούν να προστεθούν σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί για το ύφος του: επιγραμματικό, περιεκτικό, άμεσο, απογυμνωμένο από στολίδια και περιττά στοιχεία, με μεγάλη εκφραστική καθαρότητα, φειδωλό στα επίθετα. Ομοίως, ξεχωρίζει για μια πολύ προσεκτική επιλογή ουσιαστικών και ρημάτων με πολύ μονοσήμαντο νόημα (εκτός από τις χιουμοριστικές συνθέσεις του), που ταυτόχρονα δημιουργούν ένα ρυθμικό σχήμα και μια καντέντσα που πλαισιώνουν αριστοτεχνικά το νόημα του κάθε στίχου και ολόκληρης της σύνθεσης. Αν έπρεπε να βρω μια μαθηματική αναλογία για το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο ποιητής, θα έλεγα ότι οι όροι που έχει επιλέξει είναι ακέραιοι αριθμοί που δημιουργούν ένα γινόμενο, ένα αποτέλεσμα, χωρίς δεκαδικό ψηφίο. Αδύνατον να βρεις ένα ξεφτισμένο τρύπωμα στις δημιουργικές του ραφές. Όταν κανείς αναλύει τα ποιήματα του Χριστιανόπουλου από την αρχή και στην εξέλιξή τους, καταλαβαίνει ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν οφείλεται στην τύχη και ότι πίσω από τις συνθέσεις του κρύβεται ένα τεράστιο έργο πολυετούς ευσυνείδητης στίλβωσης.

Ως προς τον χαρακτήρα των συνθέσεών του, θα ξεχώριζα την εξομολογητικότητα  και τη βιωματική τους φύση, που σε συνδυασμό με την προκλητική και εριστική προθετικότητά του, που ενίοτε επιδεινώνεται σε ωμότητα, μετατρέπουν την ποίησή του σε αυθεντικά χριστιανοπουλικό προϊόν. Αυτά είναι που του δίνουν την «ονομασία προέλευσης».

Άλλα χαρακτηριστικά των συνθέσεων του –αν όχι όλων, ορισμένων– απομένει να διερευνηθούν, όπως λ.χ. η καινοτόμος αντιμετώπιση των πηγών επιρροής του.

Η ενασχόληση σου με τον ποιητή της Διαγωνίου συνεχίζεται ή έχεις πλέον στραφεί αλλού; Ποιά είναι τα επόμενα μεταφραστικά-ερευνητικά σχέδια σου;

Αν και είμαι ανάμεσα σε αρκετές δουλειές, πότε πιάνοντας το ένα και πότε το άλλο, αποφάσισα να συνεχίσω με τη μετάφραση της πεζογραφίας του Χριστιανόπουλου και των τραγουδιών του. Η μετάφραση των τραγουδιών του Το αιώνιο παράπονο ολοκληρώθηκε και είναι ήδη έτοιμη να σταλεί στον εκδότη, σε περίπτωση που τον ενδιαφέρει, με μια εισαγωγή για το ισπανικό κοινό όπου εξετάζω τη μουσική πλευρά του συγγραφέα, την αγάπη του για τη ρεμπέτικη μουσική κ.λπ. Θα προσπαθήσω να είναι μια δίγλωσση έκδοση. Ολοκληρώθηκε και η μετάφραση της πεζογραφίας του, Η κάτω βόλτα και Οι ρεμπέτες του ντουνιά, αν και τώρα προσθέτω ορισμένες επεξηγηματικές υποσημειώσεις για να διευκολύνω την κατανόηση ορισμένων πτυχών της. Ελπίζω ότι με αυτή την προσπάθεια θα αποκτήσουμε ολοκληρωμένη γνώση του έργου του Χριστιανόπουλου στην Ισπανία και στις ισπανόφωνες χώρες. Το έργο και ο ποιητής άξιζαν τον κόπο. Θέλω να ευχαριστήσω από εδώ για όλες τις διευκολύνσεις που μου παρείχε ο νόμιμος κληρονόμος του Χριστιανόπουλου και κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του, Γιάννης Μέγας, από την πρώτη κιόλας στιγμή που του πρότεινα αυτό το έργο. Του είμαι βαθιά ευγνώμων.

Ταυτόχρονα, έχω ετοιμάσει αρκετά μικρά ερευνητικά άρθρα για διαφορετικές πτυχές της δουλειάς του Θεσσαλονικιού που μου τράβηξαν την προσοχή ή για τα οποία θα ήθελα να διατυπώσω μια γνώμη ή την προσωπική μου ανάλυση. Ένα απ’ αυτά μόλις δημοσιεύτηκε στον τχ. 45/2024 του περιοδικού Ερύθεια (Erytheia), οργάνου του Ισπανοελληνικού Πολιτιστικού Συλλόγου Μαδρίτης, το οποίο εκδίδεται πολύ στενά συνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Complutense, χάρη στις προσπάθειες του διευθυντή του, καθηγητή Χοσέ Μανουέλ Φλοριστάν [José Manuel Floristán]. Πρόκειται για την παλαιότερη και σημαντικότερη ετήσια έκδοση για τη βυζαντινή και νεότερη Ελλάδα στην Ισπανία, στη Συντακτική Επιτροπή της οποίας ανήκω κι εγώ. Το άρθρο τιτλοφορείται «Σεξ: ψωμί, νερό και τροφή σώματος και πνεύματος στο έργο του Ντίνου Xριστιανόπουλου». Σε αυτό αναλύω, με βάση τη γνωστική-εννοιολογική μεταφορά Sex is food και sex is drink, τα ποιήματα και τα τραγούδια (και είναι πολλά) στα οποία ο ποιητής κάνει χρήση αυτής της μεταφοράς («η σάρκα μου πεινάει, θέλει να φάει», γράφει στο ποίημα «Επέτειος» της συλλογής Ανυπεράσπιστος καημός). Στο τέλος προσπαθώ να σκιαγραφήσω μια σειρά σχετικών θεωρήσεων για τον ποιητή ως θυσιαστική τροφή per se. Γιατί πιστεύω ότι ταυτόχρονα με το να είναι κυνηγός, ο Χριστιανόπουλος προσφέρει τον εαυτό του ως θήραμα στον σεξουαλικό του σύντροφο και, τελικά, κατά κάποιον τρόπο, ως τροφή στον Θεό, αναζητώντας την άφεση των αμαρτιών του (= τις «πτώσεις» του στο σεξ , ιδιαίτερα το μαζοχιστικό). Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού, δημοσιεύεται το πρώτο έως τώρα κριτικό κείμενο για τη μετάφρασή μου, γραμμένο από τον καθηγητή Χουάν Χοσέ Τεχέρο [Juan José Tejero]. Σε άλλο άρθρο, που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, προβαίνω σε μια σειρά από προσωπικές σημειώσεις που αφορούν διάφορες πτυχές της ψυχολογίας και της ποίησης του Χριστιανόπουλου. Αν και θεωρώ τον εαυτό μου μεταφραστή και απολαμβάνω αυτή τη δουλειά, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι πρώτα απ’ όλα είμαι φιλόλογος.

Απόδοση από τα ισπανικά: Δημήτρης Αγγελής

Κύλιση στην κορυφή