Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Νικόλας Σεβαστάκης

Για τη σιωπή

…ν’ αγαπάς ό,τι δεν απλώθη, δεν ειπώθη∙ να ζεις με τη σιωπή.
Κωστής Παλαμάς, Σιωπή

Είναι η σιωπή μια μορφή βίας όπως έχει ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ο Εντουάρ Λουί; Ή μπορεί κανείς να αποταθεί στη σιωπή της αγάπης, έτσι όπως ο παλαιός Έλληνας ποιητής τη συνδέει με τη γλώσσα της σιωπής, τον «ανεκλάλητο έρωτα των πραγμάτων»[1]; Βία ή αγάπη; Ή μήπως, αποφατικώς, αξίζει να σταθούμε στην πολλαπλότητα των δεν και των όχι της σιωπής, έτσι όπως τα αραδιάζει ο Νίκος Καρούζος στο ποίημα «Αντι-νεφέλωμα»[2]. Διαβάζουμε, εκεί:

Η σιωπή δεν είναι λεφτεριά,
η σιωπή δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά, η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται
(….)

Μπορεί κανείς να σκεφτεί πως ο Καρούζος δικαιώνει εντέλει και τις δυο εκδοχές, και τη σιωπή που κρύβει εντός της βία και την άλλη, την πιο μυστική και αγαπητική. Στον στίχο η «σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη» φαίνεται η δυνατότητα ενός άλλου βλέμματος που θέλει να κινηθεί πέρα από το δίπολο ελευθερίας και αιχμαλωσίας.  

Ο ισχυρισμός του Λουί έχει έρεισμα, παρά το ότι, ως πολεμικός και πολιτικός λόγος, υπολείπεται σε αποχρώσεις. Εντοπίζει τη σιωπή στη λογοκριμένη ύπαρξη, στον (κατα)πνιγμένο λόγο, στις διάφορες προτροπές «να μη μιλάμε»[3]. Αυτό το ημι-αυταρχικό στοιχείο το συσχετίζει επίσης –κι εδώ είναι η πρόκληση που απευθύνει στη λογοτεχνική καλή μας συνείδηση– με μια ορισμένη φετιχοποίηση της σιγής στα καλαισθητικά πρότυπα της αστικής συνείδησης. Υπονοεί πως οι εγκαθιδρυμένες ιεραρχίες κοιτάζουν, εν κρυπτώ, να αποφύγουν την έκθεση των ιερών και οσίων τους στους θορύβους, δηλαδή στις φωνές εκείνων που υποφέρουν ή καταπιέζονται.

Πέραν του Λουί υπάρχει σε πολλούς νεότερους-ες μια γραμμή ταγμένη στην απελευθέρωση του λόγου, ιδίως ως έκφραση πνιγμένων συναισθημάτων που ταυτίζει τη σιωπή –μάλλον: το εγκώμιό της σιωπής– με κάποιες ασκήσεις περίτεχνης καθυπόταξης. Για αυτή την ακάθαρτη λογοτεχνική οπτική, η σιωπή συγκαλύπτει ένα «σκάστε επιτέλους» κι επομένως είναι σάρκα εκ της σαρκός άνισων και κανιβαλικών σχέσεων.

Θυμόμαστε άλλωστε τα σιωπητήρια σε διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες και καθεστώτα, ακόμα και εκεί όπου, φαινομενικά, φαίνεται να πάσχουμε από το αντίθετο της σιωπής: από μια πλημμυρίδα φωνών και, αυτό που πολλοί αποκαλούν «κακοφωνία της δημόσιας σφαίρας»[4]. Υπάρχει μια ολόκληρη γκάμα σιωπών ολοκληρωτικής ποδηγέτησης και τρόμου.

Υπό το πρίσμα ωστόσο των παραδοσιακών πνευματικών ελίτ, το συνηθέστερο μοτίβο περί σιωπής είναι η αντιδιαστολή της προς τη «δημοκρατική» βαβούρα. Η σιωπή είναι το αντίθετο της σάχλας, του χάχανου, της ανευθυνότητας των ασπόνδυλων όντων (πόσες φορές δεν τα έχουμε συναντήσει αυτά τα μοτίβα;). Τα όσα έγραφε από τη δεκαετία του 1930 ο Χάιντεγκερ για τo σιγάν ως ουσιώδες στοιχείο της αυθεντικής σχέσης με το Είναι αντιπαραβάλλοντάς το με τη φλυαρία των πολλών, έχουν απήχηση, εμμέσως ή ευθέως, σε πλείστες συγγραφικές και αισθητικές ευαισθησίες της σύγχρονης εποχής. Είναι λάθος να θεωρεί κανείς πως ο Χάιντεγκερ κατασκεύασε ένα περίτεχνο εγκώμιο στη σιγή για να σκεπάσει απλώς τις ευθύνες της δικής του στράτευσης στον εθνικοσοσιαλισμό ή για να συσκοτίσει τις μεταπολεμικές εύσχημες σιωπές και δικαιολογίες του για το «λάθος του» (που δεν ήταν κάτι στιγμιαίο αλλά, όπως έδειξαν και τα Μαύρα Τετράδια, διαρκές). Η πολιτική υποκρισία και η εκνευριστική ευθυνοφοβία υπάρχουν στο φόντο, όμως η έλξη για τη σιγή απέναντι στον ανούσιο σαματά, μεταφέρει επίσης αγωνίες πολύ-πολύ σύγχρονες και διαδεδομένες στον χώρο της τέχνης. Έχουμε έναν «τόνο» παλαιότερο του εικοστού αιώνα εφόσον ανάγεται στον στωικισμό, στις ησυχαστικές και μυστικιστικές μορφές της χριστιανοσύνης και στον ρομαντισμό του Απόλυτου. Έχει διαμορφωθεί όμως ένα σημερινό αίτημα που αφορά τις κοινωνίες της κόπωσης και της πολλαπλής ρύπανσης (από τη φωτορύπανση μέχρι τη σαβούρα των slops Τεχνητής Νοημοσύνης).

Διαβάζοντας, πρόσφατα, το πώς προσεγγίζει ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαλ την έννοια της διαφάνειας ως μορφή βίας, ως εντολή για αναγκαστική άρση κάθε μυστικού, μου ήρθε στο νου η συγγένεια με τη θετική ιδέα για τη σιγή στον Χάιντεγκερ. Η σιωπή πρέπει να διαφυλαχθεί όπως ακριβώς πρέπει να περισώσουμε ένα κομμάτι σκότους από την αδιάκριτη διαφάνεια. Σε αυτή την περίπτωση η σιωπή δεν είναι συγκάλυψη της κυριαρχίας, όσο νεύμα εξόδου από τις καταδυναστευτικές σχέσεις των υποκειμένων με τον κόσμο και μεταξύ τους. Είναι δηλαδή αντι-κυριαρχία, άρνηση κάποιου/ας να επιζητεί να έχει λόγο πάνω στη ζωή των άλλων. Η αγαθή σιωπή κομίζει διακριτικότητα, δισταγμό και την αμφιβολία μέσα στη σπουδή των πραγμάτων και της φρενιτιώδους ανάλωσής τους. Σήμερα θα ήταν κάτι ανάλογο με μια χειρονομία αποκαλωδίωσης και αποσύνδεσης από τις μηχανές της Τεχνητής Νοημοσύνης ή, έστω, μια στιγμή επιβράδυνσης και περίσκεψης.

Υποθέτω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δυο πολύ διαφορετικά οικοσυστήματα σιωπής.
Τη σιωπή ως πέπλο μιας καταπίεσης και μηχανισμό αυτο-εξουθένωσης.
Τη σιωπή ως αυθεντική περισυλλογή και διακριτικότητα στον τρόπο που πλησιάζουμε τον άλλον και τα πράγματα.
Η πρώτη περιέχει μια αισθητική λανθάνουσας βίας, η δεύτερη ένα πνευματικό απόθεμα για μια πιο ειρηνική κατοίκηση στον κόσμο.
Κάπου εδώ μπορούμε όμως να σκεφτούμε και μια επιπλέον εκδοχή της σιωπής: τη σιωπή ως ψυχρή βουβαμάρα ενός κόσμου ο οποίος δεν μας λέει πλέον πολλά. Μια τέτοια σιωπή εκπέμπουν αντικείμενα ή σχέσεις που μας αφήνουν κατά βάθος ασυγκίνητους και απλώς τα διατρέχουμε ή τα χειριζόμαστε σαν ψυχρές εμπειρίες. Στον πολύ ενδιαφέροντα και ευρηματικό κοινωνιολόγο Χάρτμουτ Ρόζα η σιωπή μεγεθύνεται από την αδυναμία μας να ακουστούμε και να λάβουμε με τη σειρά μας ζωντανή ανταπόκριση από το περιβάλλον. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της συνδέεται με την απόσυρση του νοήματος, μια διαδικασία αποξήρανσης, ακόμα και αν γύρω όλα μοιάζουν να βράζουν σε ένα συναισθηματικό υγρό εύκολων ταυτίσεων ή απωθήσεων και μίσους.

Σε ένα ωραίο δοκίμιο που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Γαλλία με τον τίτλο Eναντίον του εκβαρβαρισμού της ζωής μας. Για μια πολιτική του αισθητού[5] , ο Πολ Κλοτζ φτάνει να μιλήσει για πολιτικές που σκοπεύουν να ενισχύσουν την αισθητηριακή και ψυχική ακεραιότητα των συγχρόνων, αποκαθιστώντας την επαφή με τον αισθητό κόσμο. Έχει σημασία η ιδιότητα του Κλοτζ ως ειδικού (expert), ανώτερου δημόσιου υπάλληλου και συνεργάτη-μελετητή στο σοσιαλιστικό ίδρυμα Jean Jaurès. Στον δικό του ιδιαίτερο συλλογισμό, το θέμα της σιωπής  δεν είναι απλώς αισθητικό ή φιλοσοφικό. Πρέπει αντιθέτως να ανατρέξουμε στους κοινωνικούς όρους που απειλούν την ηρεμία των ανθρώπων και αποξενώνουν ιδίως τα νεότερα άτομα από ένα φάσμα επαφών με τον υλικό κόσμο, με μυρουδιές, αντικείμενα, δραστηριότητες και τοπία εκτός οθόνης. Το ζητούμενο έτσι είναι η επανεκπαίδευση των συγχρόνων, και ειδικά των νεότερων, σε έναν αισθητηριακό πλούτο που σβήνει, συρρικνώνεται ή μετατρέπεται σε βιντεοθήκη vintage σκηνών με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης. Για τον Κλοτζ, η ζωή γίνεται κάτι ωμό (brutalization) όταν χάνουμε πλέον τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε τους ήχους.

Τι παίζει λοιπόν σήμερα με τη σιωπή;

Ζούμε μια στιγμή όπου θόρυβος και σιωπή, τα ξαγρυπνισμένα μάτια και η νύστα γίνονται ένα. Σε ομηρία από την υπνοβατική εγρήγορση και την υπερδιεγερμένη κόπωση κυκλωνόμαστε από τα διάφορα fomo όπου κάθε κενό διάστημα οφείλει να «γεμίσει».

 Όμηρος μιας μικτής ζώνης, ανάμεσα στην αδυναμία να κοιμηθείς και στην ναρκοληψία της οθόνης, γίνεσαι ανίκανος να αφυπνιστείς πραγματικά ή να ξεκουραστείς στ’ αλήθεια. Σε μια εποχή όπου αντιλαμβανόμαστε την πολιτική σημασία αυτών των «υπόγειων θεμάτων», γύρω από τη σιωπή ανοίγονται προοπτικές που δύσκολα θα μπορούσαν να συντεθούν.

Πώς να μην παραδεχτούμε ότι η σιωπή ως πολύτιμο φυλαχτό της ικανότητας για περισυλλογή, έμπνευση ή προσευχή διατηρείται κυρίως με όρους άσφαιρης ανάμνησης και διάτρητης νοσταλγίας; Να μην παραδεχτούμε ότι η ποιητική σιωπή έχει ηττηθεί από την ορμή για συνεχή επαν-ενεργοποίηση του εαυτού ως συσκευής;

Από την άλλη δεν ξεχνάμε πως ζουν και βασιλεύουν εκείνες οι σιωπές που αντλούν από την καταπίεση και την ασφυξία –όχι μόνο στις χώρες με αυταρχικά κράτη αλλά και στα πιο σύγχρονα περιβάλλοντα των φιλελεύθερων κοινωνιών και της εταιρικής δημοκρατίας: σε αίθουσες επιχειρήσεων και γενικά στους χώρους εργασίας, όπως και στις μικρές πιάτσες όπου πρέπει κανείς να προσέχει τα λόγια του για να αποφύγει τις δυσάρεστες συνέπειες και το κόστος της ελευθεροστομίας του. Πολλές μορφές κοινωνικής, εργασιακής και οικογενειακής σιωπής φέρουν ακόμα μέσα τους εμπειρίες φραγής της προσωπικής φωνής. Η σιωπή ως φραγή της φωνής και η σιωπή ως δωρεά ενός πεδίου περίσκεψης και ήρεμης ανάσας, ανταποκρίνονται σε διαφορετικά νεύματα μέσα στον ίδιο κοινωνικό κόσμο. Οι ποιητές προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν τα πράγματα, όμως η Ιστορία και η πολιτική είναι εδώ οργανώνοντας, ξανά και ξανά, τις αντιφάσεις μας που γίνονται όλο και πιο ανεπίλυτες.


[1] Από το ποίημα του Γιώργου Θέμελη, «Μαθητεία», Συλλογή Το δίχτυ των ψυχών: Ποιήματα ΙΙ, ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 140

[2] Νίκος Καρούζος, «Το αντι-νεφέλωμα», από τη συλλογή Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα, Στο Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. 2, Αθήνα, Ίκαρος

[3] Edouard Louis (συζήτηση με την Μαίρη Καιρίδη), Que faire de la littérature?, Παρίσι, Flammarion, 2025.

[4] Θυμάμαι πως, στα εικοσιπέντε, έχοντας ανακαλύψει τις αναφορές του Χάιντεγκερ στη σιγή (die Stille) και στο Σώζον (das Rettende), έσπευσα να τα αραδιάσω στον πατέρα μου που είχε μάθει γερμανικά στη μεγάλη σχολή της εξορίας, στο Παρθένι της Λέρου. Ακούγοντάς τα, μου είπε: η σιωπή του νεκροταφείου. Αναγνώρισε αμέσως κάτι ανησυχαστικά επίφοβο και μαύρο στη συγκεκριμένη ρητορική.

[5] Paul Klotz, Contre la brutalization de nos existences. Pour une politique du sensible, Flammarion, 2026.

Κύλιση στην κορυφή