Ervand Abrahamian, Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν, μετάφραση: Κώστας Κούσιαντας, Ελένη Τιμογιαννάκη, εκδ. Σάλτο, Αθήνα 2026 (α΄ έκδοση στα αγγλικά: 2018).
Ο Εrvand Abrahamian αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα φωνή, που επικεντρώνει στην εκκοσμίκευση, η οποία ξεκινά από το ίδιο το Ιράν μέσα από τη Συνταγματική Επανάσταση του 1905-1906, και εν συνεχεία στις φωνές που ηττήθηκαν στη δεύτερη επανάσταση του 1979, όταν επικράτησε η ισλαμική εκδοχή. Καταδεικνύει τις προοδευτικές δυνάμεις εντός ενός πολιτισμού, ο οποίος ανήκει εν πολλοίς στη Δύση και ο οποίος βρίσκεται σήμερα όμηρος ανάμεσα στη Σκύλλα του φονταμενταλισμού και στη Χάρυβδη του κατακερματισμού. Το εν λόγω έργο μας βοηθά να καταλάβουμε τη μεταμόρφωση του Ιράν κατά τον 20ό αιώνα, καθώς και την πολύ περίπλοκη και ιδιάζουσα πορεία του προς τον εκσυγχρονισμό. Μελετά την επανερμηνεία του σιιτισμού κατ’ αρχήν α) από τις δυναστείες των Σαφαβιδών από το 1501, και β) μετά των Κατζάρων ως ενός μουσουλμανικού δόγματος που θα ένωνε τους υπηκόους έναντι σουνιτών, όπως οι Οθωμανοί, οι Ουζμπέκοι και οι Παστού, και, ύστερα, γ) από την ισλαμική επανάσταση του 1979, οπότε ο ιμάμης Χουσεΐν, η σημαντικότερη μορφή του πρώιμου Σιιτισμού, δεν ερμηνευόταν πλέον ως μάρτυρας, αλλά ως ένας «Σιίτης Τσε Γκεβάρα», που είχε διαγνώσει την «αντικειμενική κατάσταση» για μια πετυχημένη επανάσταση. Ο Abrahamian μελετά τη μετάβαση του Ιράν από τις προνεωτερικές κοινότητες σε μια κοινωνία με νεωτερικά χαρακτηριστικά, όπως γραφειοκρατία, αγορά και βιομηχανική παραγωγή.
Αναλύει πώς επί Κατζάρων, μιας τουρκόφωνης φυλετικής συνομοσπονδίας, που κατέκτησε τη χώρα το 1780-1790 και ίδρυσε την Τεχεράνη ως πρωτεύουσα το 1786, η πραγματική εξουσία του σάχη ήταν περιορισμένη λόγω έλλειψης κρατικής γραφειοκρατίας και μόνιμου στρατού. Η κοινωνική ιεραρχία των Κατζάρων βασιζόταν στη ζωροαστρική και ελληνική σκέψη, όπως αυτή προσλήφθηκε από το περσικό λογοτεχνικό είδος «Κάτοπτρα ηγεμόνων». Υπήρχαν τέσσερις τάξεις που αντιπροσώπευαν τα τέσσερα στοιχεία της φύσης και τους τέσσερις χυμούς του ανθρώπου. Οι «άντρες της πένας» αντιπροσώπευαν τον αέρα, οι «άντρες του ξίφους», δηλαδή οι πολεμιστές, τη φωτιά, οι άντρες του εμπορίου και των τεχνών το νερό και οι άντρες της γεωργίας τη γη. Ο ηγεμόνας θεωρείτο ως ιατρός που κρατούσε τη δικαιοσύνη, δηλαδή την ισορροπία ανάμεσα στις τέσσερις τάξεις ως πραγμάτωση των τεσσάρων στοιχείων της φύσης και των τεσσάρων χυμών του ανθρώπου. Οι Κατζάροι ηγεμόνες άφηναν τα νομικά ζητήματα στους θρησκευτικούς δικαστές και τους αρχηγούς των φυλών, τους επικεφαλής των χωριών και των συντεχνιών, διατηρώντας θεωρητικά την απόλυτη εξουσία στη ζωή και στον θάνατο. Οι Κατζάροι δεν διέθεταν πραγματικά μέσα εξαναγκασμού και διοίκησης και επιβίωναν εκμεταλλευόμενοι τις υπάρχουσες διαιρέσεις. Ο Σάχης ήταν Ανώτατος Διαιτητής και Μεγάλος Χειραγωγός.
Η είσοδος της χώρας στη νεωτερικότητα συμβαίνει με τη Συνταγματική Επανάσταση του 1905-1906. Υποκείμενό της ήταν μια μεσαία τάξη ιδιοκτητών, η οποία είχε έλθει σε επαφή με αντίστοιχες μεσαίες τάξεις της Δύσης και με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εξετάζεται πώς από τον μεταρρυθμιστή Αλί Ντεχοντά και τους μαθητές του έγινε μια συστηματική νεωτερική ανανοηματοδότηση των παραδοσιακών λέξεων της περσικής: Το ντοουλάτ από πατρογονική αυλή σήμανε την εθνική κυβέρνηση, το μελλάτ από θρησκευτική κοινότητα το έθνος, το βατάν από την τοπική κοινότητα τη μητέρα πατρίδα, το ματζλίς από τη συγκέντρωση το κοινοβούλιο, το ταρακί από τη φυσική άνοδο την ιστορική πρόοδο, το μαρντόμ από τον πληθυσμό τον λαό, το ανταλάτ από την ενδεδειγμένη μεταχείριση του σάχη την ίση δικαιοσύνη για όλους. Το εστεμπντάντ από τον νόμιμο απολυταρχισμό, τον παράνομο δεσποτισμό. Επικεντρώνει επίσης στον ρόλο των μπαζααρί, δηλαδή των αστών εμπόρων και πρεσβυτέρων συντεχνιών. Η Περσία, ωστόσο, σε αυτή τη φάση θα πέσει θύμα του «Μεγάλου Παιχνιδιού» ανάμεσα στη Ρωσία και τη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες μάλιστα οδηγούνται σε συνεννόηση εις βάρος της, ενώ την ίδια εποχή αρχίζει η εκμετάλλευση του πετρελαίου.
Το καθεστώς του Ρεζά Σαχ θα λειτουργήσει εντέλει ως ένας αυταρχικός εκσυγχρονισμός και εκδυτικισμός από τα πάνω και μάλιστα σε μια περίοδο του Μεσοπολέμου θα συντονιστεί με τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις για την «Αρία» φυλή, εξ ου και η επιλογή του ονόματος «Ιράν», που σημαίνει «Γη των Αρίων». Επέβαλε τη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού κράτους, ειρήνευσε τις ανυπότακτες φυλές, αντικατέστησε τις αραβικές λέξεις με περσικές και επέβαλε την περσική γλώσσα ως ενοποιό, βελτίωσε τη θέση των γυναικών, κατάργησε τους τίτλους και τις φεουδαρχικές δομές, εισήγαγε τη στρατιωτική θητεία, κατασκεύασε σύγχρονες πόλεις και εργοστάσια και ένωσε τη χώρα με βάση μια κουλτούρα, γλώσσα και εθνική ταυτότητα. Ταυτοχρόνως, επέδειξε απόλυτη περιφρόνηση προς το σύνταγμα, τους νόμους και την πολιτική διοίκηση, ενώ κατέφυγε σε δολοφονίες προοδευτικών ηγετών και καθιέρωσε μια κουλτούρα διαφθοράς. Για τη νέα διανόηση του Ιράν ο σάχης θεωρείτο ως εκπαιδευμένος από τους τσαρικούς Ρώσους και φερμένος στην εξουσία από τους Βρετανούς ιμπεριαλιστές, ως υποχείριο του Λονδίνου για την εκμετάλλευση του πετρελαίου και ταυτοχρόνως ως προωθών μια ρατσιστική ιδεολογία.
Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο γιος του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί θα κυβερνήσει ως συνταγματικός μονάρχης σε μια εποχή όπου αναδεικνύεται το σοσιαλιστικό κόμμα Τουντέχ, το οποίο, όμως, αποτυγχάνει υπό το βάρος αντιδημοφιλών απαιτήσεων της Σοβιετικής Ένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αναδύεται το εθνικιστικό κίνημα, του οποίου ηγείται ο χαρισματικός ηγέτης και αυστηρός συνταγματικός Μοχαμμάντ Μοσαντέκ. Το πραξικόπημα εναντίον του από ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία υπονόμευσε τη νομιμότητα της ιρανικής μοναρχίας, ενώ η καταστροφή του Εθνικού Μετώπου και του Τουντέχ μέσω μαζικών συλλήψεων και εκτελέσεων άνοιξε τον δρόμο για την αντικατάσταση του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού ως ιδεολογιών διαμαρτυρίας από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Ο Μοχαμμάντ Ρεζά Σαχ βασίστηκε στο εξής στον στρατό, τη γραφειοκρατία και το σύστημα πατρωνίας της αυλής ως τρεις πυλώνες της εξουσίας του, προσθέτοντας στον κατάλογο των εντυπωσιακών τίτλων του αυτόν του Άρια Μεχρ (Άριος Ήλιος), ενώ τροποποίησε το Σύνταγμα, προκειμένου να μπορεί να διορίζει ο ίδιος πρωθυπουργούς. Το Ιράν διέθετε έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς στον κόσμο, αλλά και μεγάλα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας και αναλφαβητισμού.
Οι δύο εξέχουσες προσωπικότητες που εξέφρασαν τον πολιτικό ριζοσπαστισμό εναντίον του Σάχη ήταν ο Αλί Σαριάτι και ο Αγιατολλάχ Ρουχολλάχ Χομεϊνί. Ο Χομεϊνί ήταν ένας «φακίχ», δηλαδή νομικός, που εξέφρασε την «κηδεμονία του νομικού» (βελαγιάτ-ε φακίχ) σε έναν συνδυασμό εθνικισμού, λαϊκισμού και θρησκευτικού ριζοσπαστισμού. Ο Σαριάτι ανέδειξε τον Αμπού Ζαρρ, έναν σύντροφο του Προφήτη Μωάμεθ, ως πρόδρομο του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Ο Σαριάτι ερμήνευσε τον σιιτισμό ως επανάσταση σε όλες τις μορφές καταπίεσης και τον ιμάμη Αλί ως κάποιον που αντιτάχθηκε στους πρώτους χαλίφηδες, επειδή είχαν συμβιβαστεί με την εξουσία. Για τον ιμάμη Χουσεΐν έγραφε ότι είχε σκοτωθεί στην Καρμπάλα επειδή ήθελε να διατηρήσει ζωντανό το αληθινό περιεχόμενο του Ισλάμ. Ο Σαριάτι έκανε ριζοσπαστικές ερμηνείες των όρων των ιερών κειμένων. Η ουμμάτ από κοινότητα μετατράπηκε σε δυναμική κοινωνία που βρίσκεται σε διαρκή επανάσταση. Το τοουχίντ (μονοθεϊσμός) ερμηνεύθηκε ως κοινωνική αλληλεγγύη, το ιμαμάτ (κυριαρχία του ιμάμη) ως χαρισματική ηγεσία, το τζιχάντ (ιερός πόλεμος) ως αγώνας απελευθέρωσης, ο μοτζαχέντ (μαχητής του ιερού πολέμου) ως επαναστάτης μαχητής, ο σαχίντ (μάρτυρας) ως επαναστάτης ήρωας, ο καφίρ (άπιστος) ως παθητικός παρατηρητής, το σιρκ (λατρεία ειδώλων) ως πολιτική υποταγή, το εντεζάρ (αναμονή του Μεσσία) ως αναμονή της επανάστασης, το ταφσίρ (σχολιασμός των γραφών) ως εξαγωγή ριζοσπαστικού νοήματος από ιερά κείμενα, οι μοσταζαφίν (ταπεινοί) ως καταπιεσμένες μάζες και κολασμένοι της γης. Επινόησε το σύνθημα «κάθε τόπος Καρμπάλα, κάθε μέρα Ασούρα, κάθε μήνας Μουχαρράμ». Πολλοί αποδίδουν στον Σαριάτι τη μετατροπή του Ισλάμ από ντιν (θρησκεία) και μαζχάμπ (πίστη) σε πολιτική ιδεολογία ως ριζοσπαστικό Ισλάμ. Ο Σαριάτι πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 44 ετών στο Λονδίνο, προκαλώντας την υπόνοια ότι είχε δολοφονηθεί. Ορισμένοι από τους οπαδούς του δημιούργησαν τους Μοτζαχεντίν-ε Χαλκ (Μοτζαχεντίν του Λαού), ενώ πρώην μέλη του Τουντέχ και του Εθνικού Μετώπου συγκρότησαν τους Φενταγίν-ε Χαλκ. Οι δύο αυτές ομάδες έκαναν επιδρομές, βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες και απόπειρες απαγωγής μελών της βασιλικής οικογένειας.
Ενώ ο Σαριάτι τόνιζε τη σημασία των μοτζαχέντ (θρησκευτικοί μαχητές), ο Χομεϊνί έδινε την έμφαση στους μοτζταχέντ (κληρικοί ηγέτες), που ειδικεύονταν στο φικχ (νόμος) και είχαν την απόλυτη εξουσία να κυβερνούν το κράτος. Ο Χομεϊνί τόνιζε ότι η μοναρχία ήταν ειδωλολατρικός (τακούτ) θεσμός και ότι ο ιμάμης Χουσεΐν εξεγειρόμενος ενάντια στο χαλιφάτο επιζητούσε την απελευθέρωση από τις μοναρχίες. Καταφέρθηκε επίσης ενάντια στο γαρμπζαντεγκί (δυτική τοξίνωση) και τους κραβατί (γραβατωμένοι). Ο Σάχης απάντησε με την επιβολή μονοκομματικού κράτους υπό το «Κόμμα της Αναγέννησης», με αποτέλεσμα να εκτραχυνθεί η καταστολή και να επισπευθεί η επανάσταση. Από το φθινόπωρο του 1977 το μονοκομματικό σύστημα καταδικάζεται κυρίως από οργανώσεις της μεσαίας τάξης, αποτελούμενες από δικηγόρους, δικαστές, διανοουμένους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, φοιτητές σεμιναρίων, εμπόρους του παζαριού και πρώην πολιτικούς ηγέτες. Ύστερα από αιματηρές διαδηλώσεις, τους νεκρούς των οποίων ο Abrahamian υπολογίζει σε 3.000 έναντι της μετέπειτα θεώρησης των 60.000, επεβλήθη η επανάσταση.
Σε αυτήν υπήρχε το δίλημμα αν θα συμπηχθεί ένα σχετικώς φιλελεύθερο Σύνταγμα με πρότυπο την Πέμπτη Δημοκρατία του Σαρλ ντε Γκολ, όπως ήθελε ο πρωθυπουργός Μεχντί Μπαζαργκάν, επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης, στην οποία συμμετείχαν και πολιτικοί με προέλευση από το «Εθνικό Μέτωπο» ή αν θα επικρατούσε η «Ισλαμική Δημοκρατία», όπως ήθελε ο Χομεϊνί. Το Σύνταγμα του 1979 ήταν ένα υβρίδιο των δύο προτάσεων, αποδίδοντας πάντως στον Χομεϊνί τους τίτλους του «Ανώτατου Φακίχ», του Ανώτατου Ηγέτη, του Ιμάμη της Μουσουλμανικής Ούμμα και του Οδηγού της Επανάστασης. Ο Ανώτατος Ηγέτης μπορούσε να αποφασίζει για τον πόλεμο και την ειρήνη, να θέτει τις κατευθυντήριες γραμμές, να διορίζει τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους, όπως έξι κληρικούς στο Συμβούλιο των Φρουρών, που μπορούσε να θέτει βέτο σε νομοσχέδια, αν κρινόταν ότι ήταν αντίθετα στο πνεύμα του Συντάγματος ή της σαρία. Ο Χομεϊνί είχε εντέλει από ορισμένες απόψεις μεγαλύτερες εξουσίες από τον Σάχη. Το εκλογικό σώμα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, μπορούσε να εκλέγει τον πρόεδρο, το Ματζλίς, τα επαρχιακά και τοπικά συμβούλια και τη Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων.
Το Σύνταγμα είχε έναν διφυή χαρακτήρα: Αφενός περιλάμβανε δημοκρατικές υποσχέσεις, αφετέρου πρόβλεπε ότι η νομοθεσία θα αποστελλόταν στο Συμβούλιο των Φρουρών για λεπτομερή εξέταση. Με τον τρόπο αυτό προδόθηκε ο αγώνας όσων είχαν επαναστατήσει εναντίον του Σάχη στο όνομα μιας κοσμικής δημοκρατίας. Τελικά, ο πρωθυπουργός Μπαζαργκάν, ο οποίος δεν μπορούσε να συναινέσει στην κληρικαλιστική τροπή της Επανάστασης, παραιτήθηκε, ενώ με την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας εδραιώθηκε η εξουσία του Χομεϊνί. Η Ισλαμική Δημοκρατία εδραιώθηκε εντέλει με τον «επιβληθέντα πόλεμο» από το Ιράκ. Είχε πάντως καλές σχέσεις με τη μεσαία τάξη και δη τους παζαρίτες μπαζααρί, καθώς ο Χομεϊνί διακήρυσσε με κάθε τρόπο την ιερότητα που είχε για το Ισλάμ η ατομική ιδιοκτησία, η ελεύθερη επιχειρηματικότητα και η ευημερία σε αντίθεση με τις πιο ριζοσπαστικές μορφές σοσιαλισμού.
Η «Ισλαμική Δημοκρατία» οδήγησε εντέλει σε ένα είδος επαναστατικού εκσυγχρονισμού μειώνοντας δραματικά την παιδική θνησιμότητα, αυξάνοντας το προσδόκιμο ζωής από τα 56 έτη το 1979 στα 70 το 2000 και τον αλφαβητισμό, μαζί όμως με έναν γιακωβινικό τρόμο: Από το 1979 ως το 1981 εκτελέστηκαν 497 «αντεπαναστάτες», κυρίως υψηλά στελέχη του καθεστώτος του Σάχη. Μέχρι το 1985 εκτελέστηκαν 8000 αντιφρονούντες, όπως μοτζαχεντίν, Φενταγίν, Κούρδοι, υποστηρικτές του Τουντέχ και του Εθνικού Μετώπου. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέχρι το 1985 είχαν εκτελεστεί περισσότεροι επαναστάτες από ό,τι βασιλόφρονες. Το 1988, μετά το πέρας του πολέμου με το Ιράκ απαγχονίστηκαν ακόμη 2800 κρατούμενοι, με αποτέλεσμα να επικρατήσουν στην Ισλαμική Επανάσταση οι πιο ακραίοι που συναίνεσαν στις μαζικές εκτελέσεις και να περιθωριοποιηθούν οι πιο διστακτικοί.
Ταυτοχρόνως, ο πρόεδρος Ραφσαντζανί φιλελευθεροποίησε την οικονομία με εισαγωγή καταναλωτικών αγαθών, ενώ ο νέος Ανώτατος Ηγέτης Αλί Χαμενεΐ ερμήνευε τον Ιμάμη Αλί ως επιτυχημένο ιδιοκτήτη φυτειών. Από το 1997 ο νέος πρόεδρος Σαγίντ Μοχαμμάντ Χαταμί προσπάθησε να ενισχύσει την κοινωνία των πολιτών, τις ατομικές ελευθερίες, τα δικαιώματα των γυναικών, με τη μαντίλα να καθίσταται μια δυνατή εναλλακτική στο τσαντόρ, και το κράτος δικαίου. Η κυβέρνηση Χαταμί είχε μάλιστα βοηθήσει διακριτικά αυτήν του Τζορτζ Μπους στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Η τελική παράδοξη απόφαση του Τζορτζ Μπους να ονομάσει το Ιράν επί Χαταμί ως μέρος του «Άξονα του Κακού» αξιοποιήθηκε από τους συντηρητικούς του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, για να κερδίσουν τις εκλογές του 2005 και να ακυρώσουν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα Χαταμί. Η κατακλείδα του βιβλίου του Αμπραχαμιάν τονίζει την αστικοποίηση και το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του Ιράν και την ύπαρξη μιας ισχυρής μεσαίας τάξης. Καταλήγει, όμως, με τη μάλλον προφητική διαπίστωση ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή της κλίμακας του Τριακονταετούς Πολέμου στην Ευρώπη, καθώς ο δυτικός ιμπεριαλισμός και ο ισλαμικός φονταμενταλισμός μάλλον αλληλοτροφοδοτούνται σε βάρος των ενδο-ιρανικών κοσμικών φωνών, που προκρίνει διακριτικά ο συγγραφέας.

