Σχέδιο: Sergei Eisenstein

Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Για τη συλλογή «Στου κανενός τη χώρα» του Στάθη Κουτσούνη

Στάθης Κουτσούνης, Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020.

Από την ακινησία της ροής στη μόχλευση του μύθου

Στο νέο ποιητικό βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη, Στου κανενός τη χώρα, έβδομο ποιητικό του βιβλίο, όπως άλλωστε και στα προηγούμενα, ο ποιητής με τη γνώριμη εκφραστική του δύναμη και αμεσότητα, μας εισάγει αυτοστιγμεί σ’ ένα σύμπαν πλούσιο σε εικόνες, φωνές και χρώματα.

Στου κανενός τη χώρα

Η αμεσότητά του οφείλεται εν μέρει στην προφορικότητα. Τα ποιήματα διακόπτονται από ομιλήματα προσώπων σε α΄ και β΄ πρόσωπο (σύγχρονων, μυθικών, οικείων, άγνωστων ή και του ίδιου του συγγραφέα), που παρεμβάλλονται με πλάγια γράμματα, ως ετερογενές υλικό στο σώμα των ποιημάτων. Ο ποιητικός λόγος εγκολπώνεται έτσι τον προφορικό λόγο, σμιλεύοντας και σκηνοθετώντας τον, κερδίζοντας σε αλήθεια.

Ο τίτλος του βιβλίου, Στου κανενός τη χώρα, απηχεί το Του κανενός το ρόδο (Niemandsrose) του Paul Celan, τίτλος στον οποίο το ρόδο αντιπροσωπεύει τη γλώσσα που διασώθηκε, τα γερμανικά της ποίησής του, κάποιου που μετά το Ολοκαύτωμα δεν του απέμεινε ούτε χώρα, ούτε γένος (πρβλ. ομιλία του με την ευκαιρία της απονομής του λογοτεχνικού βραβείου της Βρέμης, το 1958: «προσβάσιμο, κοντινό κι αλώβητο έμεινε εν μέσω των απωλειών το εξής ένα: η γλώσσα», στον τόμο Ο Μεσημβρινός και άλλα πεζά, Άγρα, 2006). Το ρόδο της γλώσσας-μη γλώσσας και του ποιήματος που υπάρχει δίχως να του το έχει ζητήσει κανείς, μετατρέπεται στα χέρια του Στάθη Κουτσούνη σε μια μυθική χώρα, που οι διαστάσεις και οι συντεταγμένες της ξεθωριάζουν κάτω από την επίδραση του χρόνου. Η υπόσταση του κανενός[=καθενός] της αφήγησης ολισθαίνει έτσι σ’ έναν μη-χρόνο, που αποτελεί τον χώρο ή χώρα της εμπειρίας, με τη βεβαιότητα ότι τα πάθη μας επαναλαμβάνονται κυκλικά.

Η συλλογή ανοίγει με μια εικόνα ναρκωτικής ακινησίας: τρεις μέρες ανεμίζει στο σκοινί ένας απαγχονισμένος στην όχθη, την ώρα που ο άνεμος του χαϊδεύει τα μαλλιά (έμμεση αναφορά στην αυτοκτονία του Τσέλαν στον Σηκουάνα, το 1970, στα 50 του;).

[Παράθεμα 1: «στο σχοινί», σελ. 9]

Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αέρας του χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά

στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινί

Η μορφή του μαραθωνοδρόμου Φειδιππίδη παραλλάσσεται σ’ ένα πληθυντικό ποίημα με την ηθική δύναμη επιγράμματος.

[Παράθεμα 2: «πρωταθλητισμός», σελ. 11]

Τρέχουμε τρέχουμε
δρομείς που βιάζονται να φτάσουν
ψελλίζοντας ανίδεοι
νενικήκαμεν

Πολύ σύντομα το σκηνικό αλλάζει κι ο έρωτας περνάει στο επίκεντρο της προσοχής, προσημειωμένος όμως από το αρχικείμενο του μύθου.
Στη δική του παραλλαγή, ο ποιητής βλέπει στο φίδι της Εδέμ ένα σκουλήκι που κατατρώγει τα σωθικά της Εύας, αναλώνοντάς την.

[Παράθεμα 3: «Εύα», σελ. 12]
[…]
είσαι όμορφη της λέει
αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου
θα σου φανερώσω τη γνώση
το μυστικό για να μείνεις αμάραντη

κολακευμένη εκείνη το πιστεύει
και το σκουλήκι εισχωρώντας
αρχίζει να δουλεύει ακάματα

από τότε μεγαλώνει
θεριεύει εντός μου και τρώει
οχιά τα σωθικά μου

Το δε μήλο (του Αδάμ) εντοπίζεται στην καρωτίδα του λαιμού της Εύας, η οποία φωνάζει στον Αδάμ «δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη», σε μια εξαιρετική λεκτική αντιμετάθεση.

[Παράθεμα 4: «το μήλο», σελ. 13]
[…]
σε πεινώ και λοξά σε κοιτάζω
που πασχίζεις να βγεις απ’ το κάδρο
ψιθυρίζω τ’ όνομά σου και γυρίζεις
αλλά δεν έχεις πρόσωπο
ένα μήλο προβάλλει στον λαιμό σου

έλα μου φωνάζεις
δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη

Όσον αφορά τον μύθο του ερωτικού νόστου, σ’ ένα απ’ τα πιο διεξοδικά αρθρωμένα ποιήματα της συλλογής, η Κλυταιμνήστρα είναι έτοιμη να δεχτεί και πάλι στην αγκαλιά της τον Αγαμέμνονα. Έχει διώξει τον Αίγισθο, ετοιμάζει μόνη της το λουτρό του και τον υποδέχεται «μ’ ένα διάφανο κομπινεζόν», γιατί τον αγαπάει «πάνω απ’ τη ζωή της», λέει ο ποιητής. Ελπίζει [λόγος της Κλ.] «ήλπιζα εκεί που σ’ έτριβα […]/να μ’ αρπάξεις επιτέλους κι ασυγκράτητα/να σφηνωθείς μέσα μου αγρίμι ουρλιάζοντας». Η αδιαφορία του Ατρέα όμως είναι αυτή που την τρελαίνει, τελικά, καταλήγοντας αφηγούμενη:

[Παράθεμα 5: «απολογία», σελ. 30, Κλ.]
[…]
μάταια όμως
η αδιαφορία σου με τρέλαινε
ένιωσα αίφνης γερασμένη σχεδόν ένα τίποτα
ώσπου άρχισα σύγκορμη να μανιάζω πνιγόμουν
και τότε το μάτι μου πήρε λοξά
το τσεκούρι

Το άγχος της γέννησης και της μητρότητας γυρεύει στο επόμενο ποίημα να λυτρωθεί, αλλάζοντας κατεύθυνση, εκ των υστέρων.

[Παράθεμα 6: «άχθος», σελ. 25]

κάθε πρωί τελευταία
προτού ξημερώσει
έρχεται και με σκουντάει
η μάνα μου με την κοιλιά στο στόμα

σήκω μου φωνάζει
γρήγορα να με ξεγεννήσεις
μέρες σε κουβαλώ κι έχω βαρύνει
απλώνεσαι ψηλά στον οισοφάγο
μου φράζεις το λαιμό
η ανάσα μου δύσκολη κι εσύ
δεν λες να βγεις

βιάσου δεν έχω καιρό
γρήγορα να με ξεγεννήσεις
να λευτερωθώ

Στο επόμενο ποίημα, τρέχουσες και μνημονικές υπάρξεις συναπαντώνται στο παρόν.

[Παράθεμα 7: «σύγχυση», σελ. 22]
Χρόνια πολλά
λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο
δεν χρειάζομαι τις ευχές σου
του απαντά εκείνος
σε τούτη εδώ τη χώρα
εγώ κατέκτησα εξάπαντος
την αιωνιότητα

δική σου τώρα η σπουδή
[…]

Η γεγονικότητα και το πένθος του θανάτου απεικονίζεται μέσα από δώδεκα έντεχνες ‘παγωμένες’ εικόνες-stills που πλάθει με δωρικό τρόπο ο ποιητής (στα ποιήματα, «νεκρές φύσεις» i, ii, iii και iv). Ο τίτλος είναι παιγνιώδης (Νεκρή φύση=Still Nature αγγλ.), και αναφέρεται όχι μόνο στην αναπόφευκτη ακινητοποίηση παγωμένων εικονικών στιγμιότυπων, αλλά και στον ίδιο το θάνατο, όπως λ.χ. μ’ ένα σπουργίτι ή με όσους χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου.

[Παραθέματα 8-11: «νεκρές φύσεις i, ii, iii, iv»]
ροτόντα με δύο καρέκλες
σ’ όποια και να καθίσω
η άλλη μένει άδεια


θάλασσα πηγμένη
από τα δάκρυα των νεκρών


σπουργίτι νεκρό πάνω στο ράμφος του


μπρούμυτα στην ακτή μελανιασμένο
παιδί χωρίς πατρίδα
που το ξέβρασε η θάλασσα

Σε άλλα ποιήματα της συλλογής, επανέρχονται η ανάμνηση των παιδικών χρόνων, ξεχασμένα παλιά αντικείμενα, ένας οδυνηρός για τον ηττημένο ερωτικός χωρισμός, κοκ. Ωστόσο, ο χρόνος θα είναι, έστω και «στην παράταση», ο τελικός νικητής.
[Παράθεμα 12: «coda», σελ. 43 – ακροτελεύτιο ποίημα]

πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος
το ξέρω
ωστόσο εγώ πασχίζω
να παίξω μαζί σου στα ίσια
[…]
κι αν καταφέρω στο φινάλε
λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις
την τύχη μου να ιντριγκάρω
θα πάρω ακόμη μια βαθιάν ανάσα
και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο
θα σ’ αναγκάσω σε παράταση

Οι μυθικές σκηνές του βιβλίου, όμως, παρατείνονται. Στο ποίημα «Αρέθουσα», που αντλεί τον τίτλο του από το τοπωνύμιο, την πηγή και τη μυθική νύμφη των νερών, η γυναικεία ερωτική επιθυμία αναπαρίσταται ως πηγή, μετατρέποντας την αντίστοιχη αντρική σε ποτάμι.

[Παράθεμα 13: «Αρέθουσα», σελ. 33]

ο ήλιος έλαμπε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στην όχθη παίζοντας

τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες

σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μου φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη

από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην εισαγωγή του στο έργο Ελληνική μυθολογία (Εκδοτική Αθηνών, 1986), στο δοκίμιό του «Η έννοια του μύθου», σημειώνει πως «Ο μύθος αποτελεί μια αξία αυτή καθαυτήν, μια βασική στάση της ανθρώπινης συνείδησης που τον γεννά για την πλήρωση και την ολοκλήρωσή της. […] Η μυθολογούσα συνείδηση –πρεσβύτερη από τη συνείδηση που λειτουργεί κατά λόγον– υπήρξε κυρίαρχη, πριν εκτοπισθεί εν μέρει από τη διάνοια, από την επιστήμη, εκπηγάζοντας και από άλογες δυνάμεις, από το δέος του αγνώστου, του ακατάβλητου, του αναπότρεπτου […] Επομένως, ο μύθος έχει ως πρώτη πηγή τις αναγκαίες αντιδράσεις της συνείδησης μπροστά στο άγνωστο, το οποίο θέλει να εννοήσει και μέσα στο οποίο θέλει να ενεργήσει, αφού αλλιώς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η ύπαρξή της».

Ο Ζαν Πολ Σαρτρ, στη διάλεξη του 1945 «Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός», εκφράζει το θεμελιώδες για τη σκέψη του επιχείρημα ότι «Υπάρχει ένα τουλάχιστον ον στο οποίο η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, ένα ον που υπάρχει προτού μπορέσει να οριστεί από οποιαδήποτε έννοια: το ον αυτό είναι ο άνθρωπος. […] Ο άνθρωπος είναι όχι μόνο ό,τι ο ίδιος συλλαμβάνει τον εαυτό του να είναι, αλλά και ό,τι θέλει να είναι» (μτφρ. Α. Χατζημωϋσής, Δώμα, 2020).

Η γραφή του Στάθη Κουτσούνη στην ανά χείρας συλλογή Στου κανενός τη χώρα, είναι ενσυνείδητα μυθοπλαστική. Επιχειρεί να λειτουργήσει η ίδια ως απάντηση στο ρίγος της ύπαρξης: αυτή είναι στην πραγματικότητα, και όχι άλλη, του Κανενός η χώρα ή το ρόδο. Αναστοχαζόμενος, ο ποιητής, μυθολογεί και, κάνοντάς το, ανταλλάσσει τον σημαίνοντα χρόνο της ύπαρξης (ο οποίος δεν ευοδώνεται) με το σημαίνον της τέχνης του.

[Ο τίτλος του κειμένου αναφέρεται στον τίτλο ποιητικής συλλογής του Υβ Μπονφουά, Πέρασμα και ακινησία της ροής σε μτφρ. Δημήτρη Τ. Άναλι (γαλλ. Du mouvement et de l’immobilité de Douve).]

Κύλιση στην κορυφή