Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου, Της Γραφής, εκδ.Περισπωμένη, Αθήνα 2023.
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Χρύσας Ευστ. Αλεξοπούλου, είναι Της Γραφής, με υπότιτλο Και άλλα γλωσσοκεντρικά ποιήματα. Στο moto μάλιστα της πρώτης σελίδας, με ένα ποίημα του Yeats, επισημαίνεται: «Δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε την ποίηση, χωρίς μια πλούσια μνήμη».
Πριν προχωρήσω στην ανάγνωση των ποιημάτων της, σχημάτισα την εντύπωση πως θα είχαν να κάνουν με μία περιδιάβαση στα ενδότερα και άδηλα υποστρώματα της συνείδησης και στη βάσανο που συνεπάγονταν οι διεργασίες της γραφής, καθώς επιχειρείται να ανασκαλευτεί, να αναμοχλευτεί ακριβέστερα, η μνήμη, στην αμφίθυμη πάντα προσδοκία της αφύπνισής της, της μερικής έστω, αφού η ολοκληρωτική, η πλήρης αφύπνισή της δύσκολα αντέχεται.
Στο εναρκτήριο μάλιστα ποίημα, ένιωσα να επιβεβαιώνεται αυτή η εντύπωσή μου, καθώς η πρώτη κιόλας λέξη του ποιήματος, είναι η μνήμη: «Η μνήμη σε λευκά σεντόνια ξαπλώνει τα γεννήματά της». Έτσι ξεκινά το ποίημα και η συλλογή, υποστηρίζοντας πως κυρίαρχος παράγοντας, «γονιμοποιητής» του φωτισμού της μνήμης, είναι η λέξη-ένδυμα. Αυτή θα αποκαλύψει, αυτή θα φανερώσει τα κεκρυμμένα.
Μια θεωρητική θέση-άποψη, οδυνηρό καταστάλαγμα, υποθέτω, της προσωπικής διαπάλης της ποιήτριας με τη λέξη, τον βασανισμό της να διαβεί με τη συμπαράστασή της, στο κρημνώδες μονοπάτι των βιωμάτων, των ωδίνων της, που συνεπάγονται «οι κάθετα υψωμένες αναμνήσεις», όπως παραδέχεται στο αμέσως επόμενο ποίημα –υπάρχει μια ευδιάκριτη αλληλουχία και ακολουθία κοινών λέξεων που ξετυλίγονται από το ίδιο κουβάρι των εννοιών– ένα βασανιστικό κέντημα, με νήμα μάλιστα πορφυρό. «Για να δοκιμάσεις τους νευρώνες της σιωπής», όπως τονίζει στο δεύτερο αυτό ποίημα, στο οποίο διακρίνεται σαφέστερα ο ιδεολογικός, θα έλεγα, πυρήνας της συλλογής, τα κλειδιά της ποίησης της Χ. Α., για να εισέλθουμε στον κόσμο της, στο ποιητικό της σύμπαν. «Να νηστεύεις την εύκολη χαρά, που μόνο να προδίδει ξέρει», αποφαίνεται εν είδει θεολογικού θέσφατος.
Έχω ήδη, πλέον εγώ, έτσι νομίζω –δεν πρέπει να ξεχνάμε τη Σεφερική ρήση: «Είμαστε η ερμηνεία μας», «Βλέπουμε ό,τι μπορούμε να δούμε», όπως υποστήριζε κι ο Μάρτιν Χάιντεγκερ–, έχω λοιπόν συναντήσει, πιστεύω, τις βασικές έννοιες, οι οποίες διέπουν την όλη συλλογή: σύντομη χαρά, προδοσία, μνήμη, λέξη. Όμως, αν ήθελα να καταθέσω την επίγευση στο δικό μου ουρανίσκο της όλης ποιητικής σύνθεσης, θα έλεγα πως είναι αυτή της σιωπής. Η λέξη «σιωπή» αναφέρεται τέσσερις φορές άμεσα, ωστόσο κυριαρχεί σε όλα τα ποιήματα. Αλλά, «η σιωπή είναι καλή» –θυμάμαι τώρα τους στίχους του Λάου-Τσε–«όταν κρύβει μέσα της τη χαρά, αλλιώς τη φοβάμαι».
Η Χρύσα Αλεξοπούλου τη συναρτά πάντως με το χρέος. «Ένα είναι το χρέος, να νηστεύεις την εύκολη χαρά, που μόνο να προδίδει ξέρει». Υπαινίσσεται επομένως και ομολογεί απροκάλυπτα, ήττες και προδοσίες –αλλιώς τι ποιήτρια θα ήταν; Ο φόβος της, παρ’ όλα αυτά, να ονοματιστούν ωμά τα πράγματα, αυτές οι προδοσίες, να κατατεθεί κάποια συγκεκριμένη μνήμη, δεν μπορεί να κρυφτεί. Για τούτο και η ποιήτρια δόλια καταφεύγει στην περιγραφή των δυνατοτήτων, των τρόπων της έμμεσης αποτύπωσης της οδύνης της, των ωδίνων της. Μέσω των σχημάτων του λόγου, των σημείων στίξεως και στις υπαινικτικές σηματοδοτήσεις τους, στους τόνους και τα πνεύματα, στα στολίδια των λέξεων,– επιδεικνύοντας, όπως το ένοχο παιδί το μικρό καλούδι του, για να μας αποσπάσει την προσοχή και να δικαιολογήσει, να δικαιώσει πιθανώς, τη μεγαλύτερη αταξία του: Να εισχωρήσει δηλαδή, ως μη όφειλε, σε χώρο σκοτεινό και απαγορευμένο γι’ αυτό.
Το έργο διαρθρώνεται σε δύο ενότητες: Της Γραφής και Λόγου Σημεία, με υποενότητες: α) Σημεία Στίξης, β) Τόνοι και Πνεύματα, γ) Σχήματα Λόγου.
Επενδύει στην ασφάλεια των κοινών εννοιών η ποιήτρια (μνήμη, καλοσύνη, μοχθηρία, μοναξιά, στοχασμός, τάξη, ανυπακοή, υπερβολή), καταφεύγοντας για σωτηρία στη φιλολογική σκευή της. Σ’ αυτά τα «επίφοβα όπλα», εναποθέτει, «κρεμάει τη ζωή της», μ’ αυτά επιχειρεί να συγκαλύψει, να αποκρύψει, ό,τι ταλανίζει την ποιητική ψυχή. Είναι πράγματι η ποίηση «ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας»; Ο Μανώλης Αναγνωστάκης πάντως συμφωνεί, είναι «το καταφύγιο που φθονούμε», κατά τον Κώστα Καρυωτάκη.
Μέσω αυτών των γενικών εννοιών, η ποιητική περσόνα επιχειρεί ν’ αγγίξει τη σιωπή της, να κρύψει τους μύχιους φόβους της. Αν ταυτίζεται με την ποιήτρια η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δύσκολο να διαπιστωθεί. «Μες στην ηχώ φόβων, παθών και τα ψελλίσματα ελπίδων» (σελ. 34).
Οι λέξεις της φειδωλές, απρόσιτες για τον αδαή της ποίησης –οφείλω να θυμίσω ότι η τέχνη, η κάθε τέχνη και τεχνική ακόμη, απαιτεί μύστες και μυημένους– περίκλειστες με συρματοπλέγματα ακανθώδη. Χαϊδεύει ικετευτικά τις κοινές λέξεις, τα συλλογικά νοήματα, εκλιπαρώντας τη βοήθειά τους, την εχεμύθειά τους, ενώ γνωρίζει καλά πως δεν κινδυνεύει ιδιαίτερα, ότι η κάθε λέξη έχει ατομική ερμηνεία, προσωπική σημασία. Η μοναξιά π.χ., η υπερβολή κ.ά., συναρτάται με το βάθος και την ευαισθησία, την ενσυναίσθηση της κάθε ύπαρξης και είναι κατεξοχήν εμπειρική, βιωματική η νοηματοδότησή της. «Το νόημα, ατίθασο παιδί», αναγκάζεται να παραδεχτεί, «κάποιες φορές δικό του κόσμο ιστορεί… γι’ αυτό είναι αίνιγμα η γραφή» (σελ. 13).
Σ’ αυτό το πλαίσιο, επιχειρώ μια βιαστική όσο και βίαιη εισβολή στα οχυρωμένα ποιήματά της, σαν διαρρήκτης να σπάσω τη βιτρίνα τους και να διαφύγω μετά, έχοντας υφαρπάξει το πολύτιμο κόσμημα. Γιατί ο κάθε αναγνώστης, ένας βίαιος κλέφτης είναι, που θέλει να μπει και να αρπάξει και να το βάλει μετά στα πόδια, χωρίς να τον πιάσει κανείς, χωρίς να πληρώσει τίμημα. Δεν το γνωρίζει ο άμοιρος πως αυτό το κλοπιμαίο είναι επικίνδυνο σαν μια χειροβομβίδα, και ότι αργά ή γρήγορα θα εκραγεί.
Στο τέταρτο ποίημα, στη σελίδα 14, η ποιήτρια αποζητά το «έλεος» των λέξεων, καταθέτοντας, πιστεύω, την κυρίαρχη αγωνία της να βρει το θάρρος που θα της επιτρέψει να φανερωθεί με τις μικρότερες δυνατές απώλειες, αν και γνωρίζει καλά την επικινδυνότητα του εγχειρήματος. «Στο χαρτί μελίσσια ελεύθερα σαν σε θυμάρια να βουίζουν οι λέξεις» (σελ. 17).
«Άλλοι θα πουν αν βρήκες φωνή αλλότροπη, δική σου, κι έκανες όσα είπες, διαφορετικά να αντηχούν», ισχυρίζεται στη σελίδα 14. Καταφεύγει, δηλαδή, για προστασία-κατανόηση, στους άλλους. Άλλοι; Ποιοι άλλοι –θα της έλεγε κάποιος, ταυτιζόμενος με την ποιητική ιδιοσυστασία της, θέλοντας να την ενθαρρύνει– μόνον εσύ η ίδια θα το διακρίνεις. Ποιος είναι αυτός ο άλλος, πού κατοικοεδρεύει, γιατί μπορεί αυτός να αναγνώσει –να αναγνωρίσει τον δικό σου λόγο, τον δικό σου κόσμο; Ο καθένας ό,τι γνωρίζει, αυτό βλέπει. «A cosmos I am», επιμένει ο Walt Witman. Ένας μοναδικός κόσμος. Μόνο εκείνος που αγαπάμε ελπίζουμε να μας ακούσει. Κι ίσως γι’ αυτό γράφουμε. Για να τον βρούμε, για να τον συναντήσουμε.
Στο επόμενο, πέμπτο ποίημα: «Μην τις καρφώνεις τις λέξεις», αντιφάσκει, ευτυχώς, –πάντα άγρυπνη η ποιητική συνείδηση,– καθώς αφήνεται στη δίνη και στη δυναμική τους, αναιρώντας εδώ τον ποιητή Αναγνωστάκη, «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις». «Μην τις καρφώνεις τις λέξεις, άφησέ τες ελεύθερες να μετεωρίζονται. Μπορεί να σε εκπλήξουν παλλόμενες, καθώς θα υπερβαίνουν τα μέτρα τους», μας λέει η Χ.Α.
Γύρω-γύρω το φέρνει, όπως το πεινασμένο αγρίμι το περικυκλώνει το θήραμά της, το ποίημα, το καταχωνιασμένο, το μπαζωμένο μυστικό, χωρίς να αποφασίζει να το κατασπαράξει. Είναι δειλία, είναι τακτική αυτοάμυνας ή υπέρτατη συστολή της ποιητικής συνείδησης, που σαν την Σαπφώ, «θέλω τι τ’ είπην, αλλά με κωλύει αίδως»; ψελλίζει. Θέλω κάτι να σου πω, αλλά ντρέπομαι.
Και ποιος, όμως, μας λέει πως μια τέτοια δειλία δεν αποτελεί τη μεγαλύτερη εφεδρεία της ποίησης; Την ψίχα της; Το να αποφεύγουμε να καταμαρτυρήσουμε το ποθούμενο. Η αιδημοσύνη δεν υποδηλώνει ποιητική πράξη –στάση ζωής; Και η Χρύσα Αλεξοπούλου είναι διακριτική ποιήτρια. «Συναρμολογεί με υπομονή τη μοναξιά», όπως τονίζει στο αμέσως επόμενο ποίημα (σελ. 16). Μάλιστα, όσο γράφει και ιστορεί ο ποιητής, ποτέ δεν είναι μόνος, «καθώς αποσυντίθεται και απορροφά τον εαυτό του» (σελ. 17), συμπληρώνει στο ποίημα που ακολουθεί.
Κι ωστόσο, γυμνό ποίημα-βίωμα, την αποκαλυπτική μαρτυρία της δεν αποφασίζει, δεν θέλει ακόμα να καταθέσει. «Κι αυτό που το είπαμε ποίημα, βρίσκει τον εαυτό του τότε που ο Λόγος αδειάζει κάθε κόγχη στο σκοτάδι, τότε που η ανάγκη μύθος γίνεται», αποφαίνεται στο επόμενο ποίημα, υπαινισσόμενη πως θέλει πολύ ακόμα κανείς για να τα καθαρίσει τα σκοτάδια μέσα του, γι’ αυτό ίσως δεν δείχνει, δεν επιδεικνύει και μια πληγή. Γι’ αυτό δηλαδή καταφεύγει στον μύθο. Γιατί ο Λόγος, η καθαρή λογική, υποσκάπτει τους ποιητές και τους ακυρώνει. «Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ’ ακούς γλυκύτερα», συμπλέει, από ανάγκη, όπως ομολογεί, με τον Γιώργο Σεφέρη. Κι έτσι μας διαφεύγει.
«Του αρκεί η αφετηρία» του κάθε ποιήματος, επιμένει πεισματικά, αφού ούτως ή άλλως ο ποιητής «ποτέ δεν τερματίζει». Αλλά «συνήθως τις νύχτες υφαίνονται τα ποιήματα», παραδέχεται εν συνεχεία. Έτσι αρχίζει το επόμενο ποίημά της (σελ. 19). Ποίημα που τα λέει όλα. Εδώ αποκαλύπτεται, αθέλητα ίσως, εδώ ενδίδει, μπόσικη, η ποιήτρια. Αυτή της η φράση αποτελεί κατ’ εμέ ένα επώδυνο ποίημα-βίωμα. Αρκούντως κρυπτικό και τρυφερά αποκαλυπτικό. Οι νύχτες γυμνές, χωρίς επίθετο πλάι τους. Οι επεξηγήσεις που ακολουθούν την εκτενέστερη ανάπτυξη του ποιήματος, προσπαθούν με συγκινητική αμηχανία να ανατρέψουν το βαρύ φορτίο της αρχικής δήλωσης-εξομολόγησης, να τυλίξουν, να σκεπάσουν τον «ντορό», τα ίχνη της, όπως λένε οι κυνηγοί για το θήραμά τους. (Ίδια ακριβώς με τον λαγό, που όταν βρεθεί σε έσχατο κίνδυνο, πατάει ανάποδα επάνω στα χνάρια του κι έτσι μπερδεύει τον διώκτη του και γλυτώνει. Γιατί διωκόμενος είναι πάντα ο ποιητής).
Και μέσα στις αμήχανες επεξηγήσεις μιας ατελέσφορης συγκάλυψης, στο επόμενο ποίημα, στον πρώτο πάλι στίχο, τής «ξεγλιστράει» η εξομολόγηση, καθώς ενστερνίζεται τη θέση πως «στα ποιήματα βρίσκουν κατάλυμα οι απόντες». Η απουσία που σφραγίζει αδιόρατη, την ύπαρξη! Η απώλεια την κατατρύχει.
Διακειμενικά στοιχεία και δάνεια κοσμούν δημιουργικά και διακριτικά τη συλλογή. Συνομιλεί με ομότεχνους η Αλεξοπούλου: «Γράφω με δάνεια, ή καλύτερα με δανεισμένα», ομολογεί, προσποιούμενη ότι μιλάει για τους άλλους, ή σαν τους άλλους και όχι για την ίδια. «Γράφω όπως γράφουν πολλοί, όπως γράφουν όλοι» (σελ. 21).
Κι ωστόσο, στο δωδέκατο επόμενο ποίημα, «Της γραφής είναι οι ψίθυροι χυμών τις νύχτες που μεστώνουν…» (σελ. 22) υποστηρίζει, ως βαθύς γνώστης και ειδήμων, κι εμείς καταλαβαίνουμε, πως από πρώτο χέρι γνωρίζει και ό,τι ακολουθεί ως δόλια επεξήγηση είναι η δικαιολογία της εξομολόγησης που της διέφυγε. Αυτή η κομψή προσπάθεια δικαιολόγησης-απόκρυψης, είναι που χαρακτηρίζει κατά τη γνώμη μου τη συλλογή και αποτυπώνει την ξεχωριστή ποιητική ταυτότητα της Χ.Α.: σιωπή, διακριτικότητα, καλλιτεχνική κομψότητα, απόκρυψη.
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, με τίτλο «Σημείο Στίξης», επανέρχεται στη σιωπή, επισημαίνοντας τον καίριο ρόλο σ’ αυτήν των σημείων στίξεως (σελ. 29), μια προσποιητή αποστασιοποίηση, μια υποκριτική αποξένωση. Ως ξένος και ειδικός και έγκυρος γνώστης, καταδεικνύει την ποιητική μελαγχολία, σαν να μην αφορά στην ίδια.
Όλα αυτά τα ποιήματα έχουν άψογη επεξεργασία, υποδειγματική λιτότητα και οικονομία, είτε αναφέρονται στην τελεία, στο κόμμα, στη διπλή τελεία ή στην άνω τελεία. Είναι διαπιστώσεις πονεμένες, αντλημένες από τον κάματο των λέξεων, εγκρύπτουν λύπη, αλλά ταυτόχρονα και συνέπεια καλλιτεχνική. «Στέκεται αγέρωχο ένα θαυμαστικό την ψυχή αθόρυβα να υπομνηματίζει» (σελ. 34). Αγέρωχο το άτιμο το θαυμαστικό, να μας λοιδορεί, να μας βγάζει συνεχώς τη γλώσσα, να μας περιπαίζει χωρίς συμπόνια να μας ειρωνεύεται καθημερινά. Και θαύμα εμείς να μην αντικρίζουμε. Γι’ αυτό αγέρωχο, γιατί γνωρίζει την αδυναμία μας, τον φόβο μας να αντικρίσουμε το θαύμα, ίδια όπως ο Λωτ. Ότι φοβόμαστε μη γίνουμε κι εμείς στήλη άλατος, αφού από αλάτι είναι φτιαγμένοι οι ποιητές και λιώνουν εύκολα.
Επανέρχεται και πάλι στη σιωπή, αναφερόμενη στα αποσιωπητικά, με κίνδυνο καθώς περιτρέχει όλα τα σημεία της στίξεως, να πέσει σε ενοχλητική μανιέρα. Όμως οι παρατηρήσεις-διαπιστώσεις της, εμπειρίες είναι και ατομικά βιώματα, γι’ αυτό μετριάζουν, ακυρώνουν ίσως, τον κίνδυνο. Το ερωτηματικό ή το θαυμαστικό υποδεικνύονται με την προσωπική βίωση και ερμηνεία τους και αυτό συνιστά ποιητική, σκόπιμα ειρωνική παρουσίαση του καθιερωμένου ρόλου της. Αυτοσαρκαστική, επομένως, η παρουσίαση και η ανάκλησή τους. Σαν το φοβισμένο σκυλάκι, που γαυγίζει από μακριά το φίδι, το ποίημα, φοβούμενη μην τη δαγκώσει. Κοινός ο φόβος των ποιητών. Επί ματαίω, τα ποιήματα πάντα δαγκώνουν και δηλητηριάζουν τον ίδιο τον ποιητή, αλλά και τον έντιμο αναγνώστη. Δεν πρόκειται, δεν γίνεται, να γλιτώσει ούτε αυτός, ούτε κανείς από μας.
Υπακούουν ίσως, έτσι ελπίζουμε, στη Μιθριδατική λογική. Λίγο-λίγο μπορεί και να αποκτάμε μια ανοσία στη λύπη.
Ο διπλός φραγμός των εισαγωγικών, επί παραδείγματι, «για να μη δραπετεύσει η δύναμη και μείνουμε ανυπεράσπιστοι», συνιστά ένα λυπημένο ποίημα, ή τα διαλυτικά, «παιγνιδίσματα στο στιβαρό κορμί της λέξης», είναι στίχοι υψηλής αισθητικής αρτίωσης.
Τόνοι και Πνεύματα, είναι η δεύτερη υποενότητα της δεύτερης ενότητας του βιβλίου. Ήχοι, νήγματα πάνω στη σιωπή.
Στα Σχήματα Λόγου, την τρίτη υποενότητα, αποτυπώνονται ανεπίληπτα τα διάφορα σχήματα λόγου: συνεκδοχές, παρομοιώσεις, οξύμωρο, σχήμα ασύνδετο, βγάζοντας με προσωπικό ρίσκο τα αγκάθια από το κορμί τους.
Δεν είναι η μεμψίμοιρη φιλόλογος, είναι η ταπεινή μοναχή, η αφιερωμένη στο ερημικό μοναστήρι της ποίησης. Ό,τι επικαλείται στο Ωμέγα, το τελευταίο ποίημα της συλλογής, τον Ασκληπιό, την ίασή της από τις λέξεις, από τη γλώσσα, από την ίδια την τυραννική ζωή των ποιητικών ψυχών.
Η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου δεν επαίρεται, δεν προβάλλει το εγώ της, δεν περιαυτολογεί, ούτε καπηλεύεται την αγάπη της για την ποίηση. Δεν καταδεικνύει πομπωδώς μια ανάμνησή της, σκόπιμα δραματοποιημένη, κατά τη συνήθη τακτική των κακών ποιητών. Είναι κρυπτική και αυστηρή, εγκρατής προς την ευκολία της αισθηματολογίας. Προφυλάσσεται όμως επίμονα, επιτηρεί, καθ’ υπερβολήν ίσως, τον πολύτιμο αιχμάλωτό της, τον φόβο, να μη φανερωθεί, να μην της ξεφύγει, να μη δραπετεύσει και την προδώσει. Θέλει να τον κρατήσει σύντροφο πιστό, γιατί γνωρίζει πως χωρίς φόβο αδειάζουμε από νόημα. «Οι άνθρωποι παίζουν με την αγάπη, εγώ δεν δέχομαι την αγάπη ως ισχυρό πάθος. Ο φόβος είναι το ισχυρό πάθος. Και με τον φόβο πρέπει κανείς να παίζει, αν θέλει να δοκιμάσει τις πιο έντονες απολαύσεις της ζωής», τονίζει το R. L. Stevenson, στη Λέσχη της Αυτοκτονίας.
Κάνει, δηλαδή, πως τραγουδά, προσποιείται, πως μας μιλάει για κάτι ξένο, για το κοινό γνώρισμα πολλών, για τους άλλους, και κρύβει δόλια τον δικό της πνιγμένο αναστεναγμό. Κρυπτικότητα που συνιστά τη γραφή της. Μιλάει, γράφει για τη σιωπή, για να την καταργήσει, για να την εξορκίσει.
Εγώ όμως προσδοκώ, έχω ανάγκη καλύτερα –ο αναγνώστης εισβολέας– να γίνει πιο αποκαλυπτική. Μια πραγματική ποιήτρια η Χ.Α., καθώς κεντάει περίτεχνα, ψιλοβελονιά, το νυφικό της γλώσσας, αποθέτοντας πλέον απαλά το γαμήλιο ένδυμα της γραφής της. Να αποτινάξει, θέλω να πω, και να τολμήσει να φανερώσει γυμνό το σώμα της ποίησης. Να απαλλαγεί από την τελευταία αναστολή, τη φιλολογική σκευή της, τη βαριά πανοπλία, μέσα στην οποία ασφυκτιούν οι πραγματικοί ποιητές. Εξάλλου, το ξέρει καλά, «κάτω από τα λόγια, πάντα ένας γυμνός που κάνει πως κοιμάται», επικαλούμαι προς υποστήριξη-παρακίνηση τον Γιάννη Ρίτσο.

