Ευσταθία Δήμου

Για την «Αυστηρή νύχτα» του Θανάση Θ. Νιάρχου

Θανάσης Θ. Νιάρχος, Αυστηρή νύχτα, Κουκκίδα, Αθήνα 2026.

Το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του Θανάση Νιάρχου, Αυστηρή νύχτα, κάθε άλλο παρά «αυστηρό» είναι, όχι μόνο σε επίπεδο ειδολογικό, μιας και δεν εντάσσεται ξεκάθαρα στο ευρύτερο πεδίο και την περιοχή της ποίησης, αλλά και στο επίπεδο των βεβαιοτήτων που εκφράζει και υπερασπίζεται ο συγγραφέας. Πιο σωστό θα ήταν να κάνουμε λόγο για ένα βιβλίο περιηγητικό, ένα βιβλίο πειραματικό ενδεχομένως, που έρχεται για να δοκιμάσει την ανταπόκριση του αναγνώστη απέναντι στη λέξη όταν αυτή διεκδικεί τόσο την αυτονομία όσο και την συνύπαρξή της με τις άλλες. Ακριβώς όπως ο άνθρωπος. Είναι από τις λίγες ίσως φορές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία που αντικρίζει κανείς τον άνθρωπο πίσω από τη γραφή με τέτοια ευκρίνεια και καθαρότητα. Και είναι από τις λίγες ίσως φορές που αυτό γίνεται με τρόπο απροσποίητο, ανεπιτήδευτο, αβίαστο και φυσικό –σαν να τραβάς ένα πέπλο αποτελούμενο από λέξεις για να δεις από κάτω του τον άνθρωπο που τις αρθρώνει, βάζοντάς τες στη σειρά για να αφηγηθεί την ιστορία του.

Στο βιβλίο συναντά κανείς τρία είδη λόγου. Είναι αρχικά το μακροσκελές ποίημα με το οποίο ο δημιουργός ρέπει προς μια φιλοσοφική, στοχαστική ενατένιση του ανθρώπου, των πραγμάτων και του κόσμου, κατά τη διάρκεια της οποίας όμως δεν απομακρύνεται ούτε από την πραγματικότητα, ούτε, θα έλεγα, από την επικαιρότητα που τον τροφοδοτεί και τον κεντρίζει. Στις συνθέσεις αυτές ο Νιάρχος ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια έκφραση γλυκιά και απαλή και σε μια έκφραση που τείνει να γίνει αιχμηρή, αποκαλυπτική, ρεαλιστική. Αυτή ακριβώς η ταλάντευση είναι που αφήνει τον αναγνώστη με μια γεύση της προσωρινότητας της ύπαρξης ή μάλλον της παροδικότητάς της η οποία είναι στενά συνυφασμένη με την αλλαγή και τη μεταπήδηση από τη μια κατάσταση στην άλλη. Από μια συνθήκη στην οποία το ανθρώπινο βλέμμα γίνεται ευθύβολο και ευθύ για να αναμετρηθεί με την πικρή αλήθεια του κόσμου, σε μία συνθήκη στην οποία επικρατεί η μεταμόρφωση, ηθελημένη ή αθέλητη, η μεταμορφωτική πράξη που βρίσκει την κορύφωσή της στην τέχνη.

Γεγονότα τόσο ξένα και αδιάφορα

            όσο η συντέλεια του κόσμου

Ή ο ήχος ενός νομίσματος στα δόντια

            μιας καμήλας

Που ανασύρει μαζί του πολιτισμούς

Για να παραχωθούν πάλι για αιώνες

Την επόμενη στιγμή

Αδιατάρακτοι στον ύπνο τους

Όπως τα στρώματα της συνείδησης – λένε

(«Αυστηρή Νύχτα»)

Στην αμέσως επόμενη ενότητα του βιβλίου θα συναντήσει κανείς πεζά κείμενα γραμμένα γύρω από τη μορφή του πατέρα. Πρόκειται για μια επιλογή που συμβαδίζει, θα έλεγα, με μια μικρή, οπωσδήποτε όμως αισθητή στροφή της σύγχρονης ποίησης στη μορφή του γονιού, της μάνας και του πατέρα. Αν θέλαμε να υπεισέλθουμε και να διερευνήσουμε βαθύτερα την τάση αυτή, με οδηγό τα κείμενα του Νιάρχου εν προκειμένω, θα μπορούσαμε να δούμε όχι τόσο την έκφραση και τη δήλωση της ανάγκης για ανασύνθεση της φυσιογνωμίας του γονιού, όσο για το αντίστροφο ακριβώς –την ανασύνθεση της φυσιογνωμίας του παιδιού που ο ποιητής υπήρξε κάποτε. Είναι ιδιαίτερα συγκινητική αυτή η διαπίστωση στον βαθμό που δεν αφορά απλώς και μόνο το θέμα της μνήμης, της μνημονικής ανάκλησης και, ευρύτερα, του χρόνου στην ποίηση, αλλά το θέμα του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος επιχειρεί να μετουσιωθεί σε χρόνο και, κυρίως, σε βίωμα. Κανείς δεν μπορεί να διακρίνει με βεβαιότητα πού βρίσκεται η πραγματικότητα και η αλήθεια στα κείμενα αυτά του Νιάρχου και πού η καλλιτεχνική μετάπλαση της αλήθειας, ο «μύθος» και το «ψέμα» –το σίγουρο όμως είναι πως ο αναγνώστης γλιστρά σε έναν κόσμο ή καλύτερα σε επεισόδια της ζωής του ποιητή που συντίθενται ακριβώς για να μπορέσουν να ξεφύγουν από μιαν αβάσταχτη και επαχθή ίσως ιδιωτικότητα, από ένα περιθώριο που μπορεί να θυμίζει ακόμα και ανυπαρξία.

Όταν με απέβαλαν από το γυμνάσιο, γιατί, αν και ως τότε δεν είχα δώσει κανένα δείγμα απειθαρχίας, με πιάσανε να πετάω μ’ ένα κούφιο καλάμι σπόρους στο κεφάλι του καθηγητή της Ωδικής, ο πατέρας δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο. Αντίθετα, μόλις έμαθε πως θα με βάζανε να ζητήσω συγνώμη, παρουσία όλων των συμμαθητών μου, από τον καθηγητή της Ωδικής, τη μέρα που θα επέστρεφα στο σχολείο, ζήτησε να δει τον γυμνασιάρχη, έχοντας και μένα μαζί του. Όταν βγήκε από το γραφείο του γυμνασιάρχη ήταν τόσο ήρεμος και τόσο ευχαριστημένος, σα να τον είχανε επαινέσει για τη διαγωγή μου, αλλά να μην ήθελε να το δείξει. Δεν ξέρω πώς έγινε μάλιστα και το χαμόγελό του το συνδύασα με τους Εβραίους της γειτονιάς μας, που, ενώ συμπεριφέρονταν συνήθως μ’ έναν τρόπο που διέκρινε το υπηρετικό προσωπικό των σπιτιών, την επομένη της επίσκεψης του πατέρα μου στον γυμνασιάρχη, έδειχναν πιο άνετοι και πιο ελεύθεροι, τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και στις σχέσεις τους με τους μαγαζάτορες της γειτονιάς.

(«Οι χρησμοί του πατέρα»)

Το βιβλίο κλείνει με μια σειρά από ελευθερόστιχα ποιήματα, μικρής ή μέσης έκτασης που εντάσσονται στο πεδίο της σύγχρονης ποίησης. Μέσα στην ομάδα αυτή των ποιημάτων ξεχωρίζει κατά την άποψή μου το ποίημα «Η πειθώ της στιγμής» ακριβώς γιατί εμπεριέχει ένα από τα πιο ξεχωριστά, από τα πιο ωραία δίστιχα που κερδίζει τον αναγνώστη με την αλήθεια και το βάθος του.

Όπως πηγαίνουμε δυο δυο

Να συναντήσουμε το χάος

Το δίστιχο αυτό, πέρα από το ότι καλεί στη φαντασιακή ανάπλαση μιας ιδιαίτερα συγκλονιστικής εικόνας, παραπέμπει με έναν τρόπο έμμεσο, γι’ αυτό και τόσο καταλυτικό, στη Θεογονία του Ησιόδου, το κείμενο εκείνο που ξεκινάει με την έννοια του χάους για να τη συνδέσει τελικά με την έννοια και την πράξη του έρωτα, ως γενεσιουργού δύναμης του κόσμου. Ο Νιάρχος εδώ ταυτίζει τον έρωτα με το χάος, ή μάλλον αντιλαμβάνεται το χάος ως απόληξη της πορείας που διαγράφουν οι ερωτευμένοι στη ζωή. Πρόκειται για μια μετα-ζωή, στην οποία η μόνη βεβαιότητα είναι αυτή της συνύπαρξης με τον άλλον. Η ανάγκη και η πραγματοποίησή της σαν η πιο μύχια, η πιο κρυφή ευχή.

Κύλιση στην κορυφή