Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Για την «Έφιππη ψυχή» του Βαγγέλη Χρόνη

Βαγγέλης Χρόνης, Έφιππη ψυχή, Καστανιώτης, Αθήνα 2024.

Υπάρχει μια τόσο έντονη ενότητα ύφους και στα έντεκα ποιητικά βιβλία του Βαγγέλη Χρόνη ώστε θα μπορούσαμε άνετα να διαβάζουμε ως ενδέκατο βιβλίο του τον Σύμμαχο χρόνο, το πρώτο του δηλαδή βιβλίο που εκδόθηκε στα 1999 και ως πρώτο την Έφιππη Ψυχή, το ενδέκατο που εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες. Με δεδομένη την εικοσαπενταετία και σε συνδυασμό με ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του Βαγγέλη Χρόνη, κάθε ποιητικό βιβλίο, αν και αυτά που έχει στο συρτάρι του είναι πολύ περισσότερα, να συγκροτείται με σαραντατέσσερα ποιήματα, με συγκινεί η ιδέα ενός υπολογισμού, που θεωρώ τα συμπεράσματά του ως ένα επιπλέον αξιολογικό στοιχείο προκειμένου να θεωρήσουμε και να αποτιμήσουμε την ως σήμερα δημιουργία ενός ποιητή στο σύνολό της. Αν έχουμε λοιπόν 488 ποιήματα, όσα έχει δημοσιεύσει ως σήμερα ο Βαγγέλης Χρόνης, μέσα σε 25 χρόνια, με μια απλή διαίρεση του αριθμού των ποιημάτων αυτών με τις 9.125 μέρες που αντιπροσωπεύουν τα εικοσιπέντε αυτά χρόνια, έχουμε ή μάλλον ο Βαγγέλης Χρόνης γράφει ένα ποίημα σχεδόν κάθε είκοσι μέρες. Καταλαβαίνω πως πρόκειται για έναν υπολογισμό που μπορεί να θεωρηθεί άδικος και να έχει συμβεί να γράψει πέντε ποιήματα μέσα σε είκοσι μέρες και στη συνέχεια να έχει «αργήσει» για δύο μήνες. Πάντως η υφή των ποιημάτων του, η αποφθεγματικότητα, μια κυριολεξία εντελώς προσωπικής αλλά ποτέ αυθαίρετης καταγωγής, η συνείδηση τού πως ξεπερνιούνται οι δυσκολίες σ’ ένα μικρών διαστάσεων, ευσύνοπτο ποίημα, σε κάνει να πιστεύεις και μάλιστα ακράδαντα πως κάθε ποιήματος έχει προηγηθεί η γραφή δύο, τριών, ή και τεσσάρων ακόμη ποιημάτων ανάλογου ή διαφορετικού περιεχομένου. Όσο οικονομημένη αντικρύζεις την τελική μορφή του ποιήματος, τόσο πληθωρικό και ακατάσχετο εκτιμάς το υλικό που έχει να διαχειριστεί ο Βαγγέλης Χρόνης στο προπαρασκευαστικό στάδιο.

Θυμάμαι πάντα μιαν εξομολόγησή του πριν από δέκα πέντε χρόνια, που είχε πει πως σ’ ένα μακρινό, πολυήμερο και εξοντωτικό επαγγελματικό ταξίδι, η σωτηρία του υπήρξε τα δύο ποιήματα που είχε γράψει στη διάρκεια του ταξιδιού αυτού. Δεν γνωρίζω συγκινητικότερη αφετηρία για τη γραφή ενός ποιήματος, τις αναπόφευκτες δοκιμασίες που επιφυλάσσονται σε όλους μας, όποιας μορφής και αν είναι αυτές, να τις μετέρχεσαι ως ένα είδος υποθήκης του εαυτού σου προκειμένου να υπάρξει ένα αρτιωμένο ποιητικά αποτέλεσμα που, ακριβώς επειδή ελάχιστα ή καθόλου, δεν θα ανακαλεί τις δοκιμασίες αυτές, θα προσφέρει σε σχέση με σένα την ίδια ή και μεγαλύτερη παρηγοριά στους άλλους. Όσο και αν ακούγεται άδικο ή και βλάσφημο ακόμη, θεωρώντας κανείς την ιστορία στο σύνολό της, καταλήγει στο συμπέρασμα πως αν υπάρχει μια μορφή δικαιοσύνης μέσα στον κόσμο, δεν είναι παρά η μεταστοιχείωση σε μια μεστή, κρουστή ποιητικά απόφανση, σ’ ένα ακέραιο δηλαδή ποίημα, όλων εκείνων των δοκιμασιών που τόσο για τα θεία όσο για τα ανθρώπινα μέτρα ηχούν ακατανόητες και παράλογες. Με την έννοια αυτή υποκλίνεται κανείς σε δημιουργούς όπως ο Τσέχωφ και ο Καβάφης που, με τις Τρεις αδερφές ο πρώτος και με το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» ο δεύτερος, μας συμφιλίωσαν – όσο τούτο είναι δυνατόν – με την έννοια ή μάλλον με την πραγματικότητα της απώλειας όταν γίνεται ποίηση.

Επιστρέφοντας ωστόσο στον Βαγγέλη Χρόνη, χωρίς η ποίηση του να είναι άμοιρη των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν παραπάνω, θα πρότεινα για ένα ασφαλές, ή μάλλον πολλά ασφαλή συμπεράσματα, όσον αφορά το σύνολο της ποιητικής, ως τα σήμερα, δημιουργίας του (με την Έφιππη ψυχή αναμφισβήτητα να έχει συμπεριληφθεί σ’ αυτό το σύνολο) να επιμέναμε, έστω και ακροθιγώς, στους τίτλους των επιμέρους ποιητικών του βιβλίων καθώς συνιστούν πάντα ένα «παιχνίδι» με την πιο ουσιαστική σημασία του, όπου ακόμη και η πιο δύσκολα προσδιορίσιμη στο περιεχόμενό της λέξη, αποκτά το βάρος και τη δραματικότητα μιας συμπεριληπτικής πολλών δοκιμασιών έννοιας. Για παράδειγμα, οι τίτλοι Ένα χωνάκι θλίψη και Τα αγάλματα και οι ψυχές, όπου ο μινιμαλισμός της λέξης «χωνάκι» φαίνεται να πολλαπλασιάζει το μέγεθος και την ένταση της θλίψης. Φανταστείτε πόσο αδιάφορη θα μας ήταν μια θλίψη που θα χρειαζόταν ένας ακόμη και εκατονταπλάσιος σε μέγεθος χώρος, σε σχέση με το μέγεθος που περικλείει ένα «χωνάκι», για να συνειδητοποιήσουμε ένα ακόμη κυρίαρχο ποιητικό χαρακτηριστικό του Βαγγέλη Χρόνη. Το απολύτως ορατό να γίνεται ακόμη πιο καταλυτικό χάρη στο αδιόρατο, το ολοφάνερο να γίνεται ακόμη πιο πειστικό χάρη στη δεσπόζουσα, χωρίς καθόλου να υπογραμμίζεται, σημασία του αφανούς, ο τρόπος που μ’ αυτόν τελικά αγγίζουμε τα πράγματα να μην είναι διάφορος σε σχέση με τον τρόπο που τα υποψιαζόμαστε.

Παρ’ όλα αυτά, αν μου ζητούσαν να διατυπώσω το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ποίησης του Βαγγέλη Χρόνη, ή ένα ακόμη κυρίαρχο, για να μην αδικώ όσα έχω πει ως τώρα, θα έλεγα πως είναι η διαχείριση της έννοιας «χρόνος». Μ’ έναν τρόπο σχεδόν δύσκολα αντιληπτό τον χρησιμοποιεί στα ποιήματά του με όση διάρκεια χρειάζεται για να αποτυπωθεί ένα «στιγμιότυπο», κάνοντας όμως έτσι τη δραματικότητά του ακόμη οξύτερη και πιο σπαρακτική καθώς μέσα στο «στιγμιότυπο» χώρεσε αυτοδυνάμως συγκλονιστικά περιστατικά που θα χρειάζονταν μια ατελείωτη διάρκεια για να γίνουν υποφερτά. Ένα μικρό παράδειγμα το ποίημα «Άνθη λευκά», που το «στιγμιότυπο» ενός «ήλιου που λάμπει πάνω στη γαλάζια θάλασσα», μεταβάλλεται αυτόματα σ’ έναν απροσμέτρητο χρόνο, όπως το ενοικούν, το ποίημα, μαζί με την ευτυχία μιας ασπαίρουσας φύσης, ένα παιδί που σκοτώθηκε μαζί με τους γονείς του σ’ έναν από τους αμέτρητους πολέμους όπως εξελίσσονται την ίδια στιγμή μέσα σ’ ένα περιβάλλον εκφραζόμενο με τον τρόπο που ήδη σημειώσαμε. Αξίζει ωστόσο να μνημονεύσουμε τον ακροτελευταίο στίχο του ποιήματος «Άνθη λευκά» που είναι «Οι πόλεμοι ποτέ δεν δίδαξαν», ακριβώς για τον συμπερασματικό τρόπο που διατυπώνεται η «διάσταση» του ανθρώπου με τη φύση που ο άνθρωπος είναι δημιούργημά της. Ακριβώς σαν το δημιούργημα να στρέφεται κατά του δημιουργού του και μάλιστα απροκάλυπτα υβριστικά.

Θα ήθελα ωστόσο, πριν προχωρήσω στη φιλοσοφική διάσταση της ποίησης του Βαγγέλη Χρόνη, όπως μας την υποβάλλουν μαζί με το ποίημα «Άνθη λευκά» και πολλά άλλα ποιήματά του, να κάνω μνεία δύο στίχων του ποιητή Νίκου Καρούζου που αποτυπώνουν μέσα στο σύνολο της νεοελληνικής ποίησης με τον εναργέστερο τρόπο, μαζί με τους στίχους του Βαγγέλη Χρόνη αλλά και τους στίχους μιας ευάριθμης κατηγορίας ποιητών, τη σημασία και τη βαρύτητά της έννοιας «χρόνος». Γράφει ο Καρούζος παρατηρώντας μια πέρδικα: «Κάθε χτύπημα των φτερών της / την φέρνει πιο κοντά στο θάνατο». Τι έξοχη εικονογράφηση αυτής της βέβαιης πορείας όλων των πλασμάτων προς τον θάνατο, χάρη σ’ έναν υπολογισμό, αυτού του χτυπήματος των φτερών της, που αν μπορούσε να υπολογιστεί ο αριθμός τους, όπως ακριβώς θα συνέβαινε με τις πράξεις των ανθρώπων, δεν αποκλείεται να κάναμε λιγότερο συχνή την επανάληψή τους ώστε να καθυστερήσουμε το αναπότρεπτο τέλος. Γνωρίζω πως οι κατάλογοι στην ποίηση είναι κάτι απωθητικό, ακόμη και όταν η συγκρότησή τους μπορεί να έχει μια επιπλέον διευκρινιστική σημασία σε μια «υπόθεση», όπως η ποίηση, που ακόμη και στην πιο εύληπτη μορφή της υπονοεί πολύ περισσότερα σε σχέση με όσα άμεσα εκθέτει. Ακόμη περισσότερο σε μια ποίηση, όπως αυτή του Βαγγέλη Χρόνη, που η αποφθεγματικότητα της δεν θα μπορούσε να λογαριαστεί ως η όψη ενός νομίσματος με την δεύτερή του να απεικονίζει την έννοια της «σύνοψης». Η αποφθεγματικότητά του, χωρίς ποτέ κανένα συμπερασματικό ή αποφατικό χαρακτήρα, ενέχει τη σημασία μιας πραγματικότητας που, συγκροτημένη χάρη σε μια πολυώδυνη και πολυεπίπεδη εμπειρία, μπορεί να διατυπώνεται άλλοτε ως πρόβλεψη άλλοτε ως προφητεία, ακόμη και ως χρησμός.

 Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσες ηθικά δρασκελιές οφείλει να πραγματοποιήσει κανείς για να ηχήσουν μέσα του ως ταυτόσημοι οι στίχοι, ακροτελευταίοι και οι δύο, «Η ιστορία / τιμωρεί την αμάθεια» από το ποίημα «Η ιστορία» και «Οι πόλεμοι ποτέ δεν δίδαξαν» (που αναφέραμε ήδη) από το ποίημα «Άνθη λευκά». Συνειδητοποιώ όμως πως μια άρτια ποιητικά απόφανση, ακόμη και ελαχίστων λέξεων, μπορεί να μας συνεγείρει πνευματικά, κοινωνικά και πολιτικά ακόμη όσο θα το κατόρθωναν, αν το κατόρθωναν, πολυσέλιδα εγχειρίδια αναλύσεων γραμμένα με αντικείμενό τους τους πολέμους ή την ιστορία. Δεν μπορώ, αν και σημείωσα ήδη την ένσταση για την ύπαρξη των καταλόγων, να μην αναφερθώ στην ύπαρξη εννέα ποιημάτων, όπως τα «Δίχως κριτήρια ισότητας», «Η δικαιολογία των θνητών», «Η έφιππη ψυχή», «Η παλαιά σημαία», «Οι παντοτινά περαστικοί», «Οι πεταλούδες», «Τα τραγούδια του Βοσπόρου», «Το δάνειο», «Το επόμενο καλοκαίρι» που πολιορκούν θα έλεγες, ποιητικά πάντα, την έννοια του χρόνου, άλλοτε μ’ έναν άμεσο κι άλλοτε μ’ έναν έμμεσο τρόπο, έτσι όπως εξισώνεται η οντότητά του με κείνη ενός απτού, χειροπιαστού αντικειμένου που ωστόσο δεν μπορεί να αποτελέσει ιδιοκτησία κανενός κι επιπλέον δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί, όπως ακριβώς δεν αμφισβητείται η ύπαρξη ενός ζωγραφικού πίνακα ή μιας μουσικής συμφωνίας που μας έχουν συγκλονίσει και συνεχίζουν να μας συγκλονίζουν.

Χωρίς να είναι τόσα πολλά όσα τα ποιήματα που διαχειρίζονται τις έννοιες του «θανάτου» και του «χρόνου», αλλά μόνον ένα, το ποίημα που αναγνωρίζει τον θεσμικό θα έλεγε κανείς ρόλο της ποίησης, ώστε να λάμπει ως προς τις προεκτάσεις του σάμπως και τα 44 ποιήματα της Έφιππης ψυχής να έχουν γραφεί για να προετοιμάσουν την έλευσή του. Είναι το ποίημα «Ο ποιητής έπεται», ένα ποίημα τεσσάρων μόνον στίχων: «Το ποίημα προηγείται / Ο ποιητής έπεται. / Όχι από σεμνότητα. / Από ευγνωμοσύνη». Βάζει, θα έλεγα, τα πράγματα στη θέση τους σε σχέση με την ουσιαστικότερη παράμετρο όλων των τεχνών, που είναι ο ίδιος ο δημιουργός, αν και σκεύος εκλογής, ώστε να προκύψει χάρη σ’ αυτόν ένα άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο σημαντικό δημιούργημα, να έχει ολοκληρωθεί η σημασία του στο γεγονός ότι υπήρξε το «μέσον» προκειμένου να αποκαλυφθεί στον κόσμο μια αλήθεια, να προκληθεί μια συγκίνηση ή ένας συγκλονισμός. Χωρίς να χρειάζεται να του πιστωθεί οποιαδήποτε άλλη αναγνώριση, αφού η επιλογή του να υπάρξει ως «μέσον» συνιστά ήδη μια ύψιστη τιμή.

Κύλιση στην κορυφή