Αν ο χρόνος συνιστά μια αδιαμφισβήτητη και διαιώνια ευεργεσία, είναι κυρίως γιατί ό,τι κι αν έχουμε ζήσει στα παιδικά και στα εφηβικά μας χρόνια, σε ιδιωτικό επίπεδο, άνθρωποι με την ίδια ηλικία, με την έννοια όσο διαφορετικά κι αν υπήρξαν τα γεγονότα που επάνδρωσαν, στοίχειωσαν ή μετέβαλαν σε ανεξίτηλα τα χρόνια αυτά, η πείρα που αποκομίζει ο καθένας μας είναι σα να έχουμε ζήσει όλοι μας τα ίδια ακριβώς πράγματα. Και κατά έναν παράξενο αλλά και μαγικό ταυτόχρονα τρόπο, άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ συναντηθεί μεταξύ τους ή δεν έχουν καν υποψιαστεί ο ένας την ύπαρξη του άλλου, είτε πρόκειται για δημιουργούς είτε για απλούς καθημερινούς ανθρώπους που συνετέλεσαν στην εσωτερική, πνευματική μας διαμόρφωση, είναι όχι μόνον σα να έχουν γνωριστεί, αλλά και να έχουν έρθει συνειδητά σε συνεννόηση μεταξύ τους προκειμένου να συνδράμουν στην προκοπή και την ανέλιξή μας.
Ένα «εύρος» ανθρώπων, εκ των πραγμάτων συγκλονιστικό που γίνεται ακόμη συγκλονιστικότερο, αν συνδυαστεί με την αβυθομέτρητη δεξαμενή που συγκροτούν μέσα στον κόσμο, έστω κι αν συναρτάται με μια περιορισμένη χρονικά ηλικιακή διάρκεια ενός ανθρώπου, οι κινηματογραφικές ταινίες, τα βιβλία, οι θεατρικές παραστάσεις και οι μουσικές, χωρίς επιπλέον σε μιαν ώρα απολογισμού να μπορεί να διακριθεί η συμβολή τους, ποια υπήρξε η ισχυρότερη. Αν είναι δηλαδή οι Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Ντοστογιέφσκι ή από τα Άγουρα χρόνια του Κρόνιν, από τα Επικίνδυνα παιχνίδια του Ρενέ Κλεμόν ή από το Οι Γερμανοί ξανάρχονται του Αλέκου Σακελλάριου ή τέλος από τους Φυσικούς του Ντύρενματ ή από τα Κόκκινα φανάρια του Αλέκου Δαμιανού, που έκαναν τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και το θέατρο κάτι ταυτόσημο με τη ζωή ενός ανθρώπου. Χωρίς ωστόσο αυτή η αδυναμία, να διακρίνει κανείς τον βαθμό επίδρασης που είχε πάνω του κάθε έργο τέχνης χωριστά, είτε λογοτεχνικό είτε κινηματογραφικό και θεατρικό ήταν αυτό, να σημαίνει πως δεν συνειδητοποιεί τις αντικειμενικές τους διαφορές ως προς την καλλιτεχνική τους βαρύτητα.
Αν θα ήθελα να σταθώ σ’ ένα «σημείο αναφοράς» κοινό σε σχέση με τη γενιά μου, θα έλεγα πως στον ίδιο βαθμό που την καθόρισε το βιβλίο, την καθόρισε και η εφημερίδα. Δεν αποκλείεται, ή μάλλον οφείλεται αποκλειστικά σχεδόν στο γεγονός ότι συγγραφείς, πεζογράφοι κατεξοχήν, εντελώς πρώτης γραμμής, στον βαθμό που συναντιόντουσαν με τους αναγνώστες τους κάθε δύο ή τρία χρόνια μ’ ένα καινούργιο τους βιβλίο, στον ίδιο ή μάλλον σ’ έναν εντονότερο βαθμό πραγματοποιούνταν η εβδομαδιαία ή δισεβδομαδιαία συνάντηση, λόγω της εφημερίδας, με τους αναγνώστες τους. Και έννοιες ή αξίες δυσδιάκριτες ή δύσκολα ανιχνεύσιμες μέσα στο πεζογραφικό τους έργο, γίνονταν σχεδόν χειροπιαστές στα δοκιμιογραφικού χαρακτήρα δημοσιογραφικά τους κείμενα, όπως συνδυάζονταν σχεδόν πάντα με τρέχοντα και ζέοντα προβλήματα της πολιτικής, κοινωνικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής καθημερινότητας. Με επικεφαλής, αναμφισβήτητα, σε μια ομάδα παλαιότερων και νεότερων πνευματικών δημιουργών τον Άγγελο Τερζάκη, που η στοχαστική του δεινότητα είτε επρόκειτο για την αποβίβαση του πρώτου αστροναύτη στη σελήνη είτε για μια «κρίση» στους κόλπους του «Εθνικού Θεάτρου», είτε για την απειλή του Χρουτσώφ ότι «δεν θα σεβαστούμε ούτε την Ακρόπολη», είτε για την Σπυριδούλα που την είχε «σιδερώσει» το εγκληματικό ζεύγος των αφεντικών της, έδινε στα γεγονότα, όποια κι αν ήταν αυτά, τις ακριβείς τους διαστάσεις, ακριβώς γιατί λόγω του ηθικού τους εκτοπίσματος, είχαν αποκτήσει μια ήδη διαχρονική σημασία. Και ήταν τόση η γοητεία του γραπτού του –του Άγγελου Τερζάκη–, ώστε παρά το πάγιο στοιχείο μιας σύμφυτης με την ιδιοσυγκρασία του μελαγχολίας η συνάντηση μαζί του στην εφημερίδα κάθε Τετάρτη –και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και κάθε Παρασκευή με το ψευδώνυμο «Ερανιστής»– να εξελίσσεται σ’ ένα πραγματικό πανηγύρι.
Με το ίδιο, αν και σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο, να ισχύει για τους και επιφυλλιδογράφους Άλκη Θρύλο, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Μάριο Πλωρίτη, Ε.Π. Παπανούτσο, Κώστα Βάρναλη, Ηλία Βενέζη, Πέτρο Χάρη, Γιάννη Χατζίνη, Κώστα Ε. Τσιρόπουλο, Κλέωνα Β. Παράσχο, Κωστή Σκαλιώρα, Πάνο Καραβία, Σέμνη Καρούζου, αλλά και άλλους. Όταν είναι κανείς σε μιαν ηλικία που αισθάνεται περισσότερο, κατά την αλησμόνητη έκφραση του Αλέξη Μινωτή, ως «υποψήφιος απών» (την είχε απευθύνει στον Γιάννη Τσαρούχη, όταν τον διαβεβαίωνε πως δεν είχε να φοβάται τίποτε και, επομένως, μπορούσε να πάρει θέση για ένα ακανθώδες καλλιτεχνικό θέμα, ενώ ο σπουδαίος ζωγράφος παρέμενε σιωπηλός), λογικό είναι οι αναμνήσεις του ν’ αναφέρονται σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους που έχουν φύγει, με τόση μεγαλύτερη χαρά όταν δεν υπάρχει πια κανείς που να τους θυμάται, ή αν υπάρχει ενδέχεται να μη μιλήσει ποτέ γι’ αυτούς.
Αισθανόμαστε επομένως σα να μας έχει δοθεί ένα είδος εξουσιοδότησης για να επαναφέρουμε στη ζωή, έστω για όση ώρα κρατάει η ανάγνωση ενός κειμένου, ανεπανάληπτες κυριολεκτικά μορφές, όπως εκείνη του βιβλιοπώλη Γιάννη Λιαναρίδη, στον Βόλο, όντας βέβαιοι πως μια αντίστοιχή τους θα είχε υπάρξει τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70, και στην Καβάλα, στο Γύθειο, στα Γιάννενα ή στη Σάμο. Όπως πολύ εύστοχα γράφει το Ευαγγέλιο «το πνεύμα ου δέδεται» και μπορεί να μεταγγίζεται μέσα στον κόσμο χωρίς να γνωρίζει σύνορα ή φραγμούς, μ’ έναν αντίστοιχο τρόπο τα ίδια τα πρόσωπα, μπορεί να υφίστανται και να ενεργούν, με τα βασικά τους χαρακτηριστικά ακριβώς ίδια, χωρίς ποτέ να έχουν έρθει σε μια οποιαδήποτε επαφή ανάμεσά τους και σε χώρους πολύ πιο απομακρυσμένους μεταξύ τους σε σχέση με αυτούς που σημειώσαμε ήδη. Όπως ο βιβλιοπώλης Γιάννης Λιαναρίδης που είχε ταυτιστεί για τη συνείδηση όχι μόνον των φανατικών αναγνωστών με το καλό βιβλίο αλλά ήταν τόση η απήχηση της προσωπικότητάς του, ώστε αν και απροσμέτρητος ο αριθμός των ανθρώπων που γνώριζε πως το βιβλιοπωλείο του αποτελούσε το κυριότερο στέκι για την διακίνηση του προοδευτικού βιβλίου και δημιουργών με ακραιφνώς αριστερή ταυτότητα, τίποτε δεν είχε φτάσει στ’ αυτιά οποιασδήποτε αστυνομικής, διωκτικής αρχής. Θα ’λεγες πως μια ολόκληρη πόλη είχε συνωμοτήσει προκειμένου να διασωθεί μια αίσθηση ελευθερίας που την αισθανόσουν πλουσιοπάροχη δρασκελίζοντας το κατώφλι του βιβλιοπωλείου του Λιαναρίδη. Και υπήρξε μια τοτινή αλλά και μεταγενέστερη ευτυχία, όταν ο μέγας, μαρξιστικής συγκρότησης, κριτικός Μάρκος Αυγέρης, περαστικός από τον Βόλο, το καλοκαίρι του ’68, ενώ πήγαινε για ολιγοήμερες διακοπές στο Χόρτο του Πηλίου, καλεσμένος του δικηγόρου και ποιητή Πέτρου Σπεντζή (Σπεντζόπουλου), μας είχε ζητήσει να επισκεφτεί το βιβλιοπωλείο του Λιαναρίδη (μαζί με την Έλλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας, γυναίκας του Καζαντζάκη, που συγκατοικούσαν ήδη από το 1962 στο διαμέρισμα της οδού Αλωπεκής, στο Κολωνάκι).
Με εξίσου ευγνώμονα αισθήματα, δεν θα παραλείψουμε σ’ αυτό το προσκλητήριο ανθρώπων, που έχουν φύγει εδώ και δεκαετίες, αλλά τους οφείλουμε πολλά, να μνημονεύσουμε (έστω και με μετρημένα λόγια λόγω της συγγενικής σχέσης) τον σκηνοθέτη Κώστα Μανουσάκη, δημιουργό τριών μόνον ταινιών (Έρωτας στους αμμολόφους, Φόβος, Προδοσία), που στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ολοκλήρωσε, χωρίς καμιά επιπλέον συνέχεια, την κινηματογραφική και συγγραφική του σταδιοδρομία, με το εκτενέστατο αφήγημά του Σταθμός. Ένας εξαιρετικά ευαίσθητος δημιουργός, που η τρομακτική του ευαισθησία του έκανε απαγορευτική κάθε είδους συνέχεια στον καλλιτεχνικό χώρο και ιδιώτευσε, σχεδόν μονάζοντας, ανάμεσα στα βιβλία του, ως τα τέλη της ζωής του, στην Πεντέλη. Ένας δημιουργός που του οφείλουμε, μαζί με όσα έγιναν περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, την έξοχη φράση πως «Μια ζωή συχνά δεν φτάνει για την προσπάθειά σου να συναντήσεις έναν άνθρωπο προκειμένου να σε διαβεβαιώσει αν κάτι που έζησες έχει πραγματικά συμβεί ή το έχεις απλά σκεφτεί».

