Διονύσιος Σκλήρης

Για την «Κρυμμένη πατρίδα» του Γιάννη Κιουρτσάκη

Γιάννης Κιουρτσάκης, Κρυμμένη πατρίδα, Πατάκης, Αθήνα 2026.

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης καταθέτει έναν προσωπικό στοχασμό, σε ένα δοκιμιακό μεταίχμιο μεταξύ λογοτεχνικής αυτοβιογραφίας, λαογραφίας, ανθρωπολογίας και φιλολογίας. Ανιχνεύει μια Ελλάδα, η οποία λανθάνει στη γλώσσα ως φορέα ήθους και ως έναν τρόπο να ενοικήσουμε στον κόσμο, κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Κρύβεται, όμως, και στο τοπίο, στην υλική και πνευματική γεωγραφία, στο «φως που σε συλλογίζεται» και στα βράχια του Αιγαίου, ιδίως της αγαπημένης στον συγγραφέα Σκύρου. Οπωσδήποτε και στο, κατά τον Αριστοτέλη, «ευσύνοπτον μέγεθος», που αποτελεί το μυστικό της πόλεως και του δράματος, δηλαδή στο μέγεθος όπου συνοράς τα μέρη και το όλον χωρίς να χάνεις τους οργανικούς τους αρμούς. Το φως και η γλώσσα είναι ταυτοχρόνως ένα κοινό κτήμα που μας συνδέει με τους προγόνους, οι οποίοι αποτελούν ένα συστατικό στοιχείο του εαυτού μας.

Την Ελλάδα, κατά τον Γιάννη Κιουρτσάκη, τη βρίσκουμε στην εξορία και την παλιννόστηση, η οποία επαναλαμβάνει την κίνηση του Οδυσσέα, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα, που βρήκε το νόημα της Ελλάδας κατά τη μετοικεσία του στη Δύση και την επιστροφή του, κουβαλώντας όπως ο ομηρικός ήρωας τους δικούς του νεκρούς στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας και των διαψευσμένων ελπίδων της μεταπολίτευσης. Στην Ελλάδα ο Γιάννης Κιουρτσάκης ανιχνεύει μια σύνθεση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με το βιβλικό κυρίως μέσα από τις ελληνικές λέξεις που επανερμηνεύθηκαν, όπως η εκκλησία, η ανάστασις, η αγιότης, αλλά και μέσα από τα ήθη και έθιμα, που διήλθαν επίσης μια επανερμηνεία, όπως μας δείχνει η λαογραφία.

Η γλώσσα, το τοπίο, τα ήθη και έθιμα αποτελούν μία ένυλη μνήμη, έναν ζωντανό διάλογο μέσα από τις ποικίλες επανεγγραφές που γνωρίζει η ελληνική ιστορία, διά απωλειών, τραυμάτων και καταστροφών. Μνήμη σημαίνει και διάλογος με τους νεκρούς που φέρουμε μέσα μας και πάνω μας, όπως στη μορφή «δίκωλον», την οποία αναλύει ο Κιουρτσάκης στα έργα του. Γι’ αυτό και το έργο δεν στήνει ένα αφήγημα εθνικής συνέχειας, αλλά μιλάει επίσης για τις απουσίες, τις ασυνέχειες και τις διακοπές, οι οποίες ρηγματώνουν την κοινότητα, αλλά τρόπον τινά και τη συμπηγνύουν.

Η ελληνική γλώσσα προκαλεί ένα διάλογο μέσα από συνθετικά των λέξεων, όπως η δημιουργία ως έργο του δήμου, η συζήτηση ως κοινή αναζήτηση και όλα τα παράγωγα της λέξης «οίκος», όπως η οικουμένη, η οικονομία, η οικογένεια και η οικειότητα. Η πατρίδα καθίσταται έτσι μια συνεχής συλλογική δημιουργία με την οποία η γλώσσα συνιστά ένα ήθος εμβίωσης και κατοίκησης του κόσμου, ένα διαχρονικό δημοκρατικό κοινωνείν. Η γλώσσα αυτή, όπως και εν γένει η ταυτότητά μας, συγκροτείται μέσα από μια ζωντανή σχέση με τους άλλους και μάλιστα με τους νεκρούς του τόπου μας που συνεχίζουν να μας κατοικούν. Αν ο Σαίξπηρ θέτει το ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει» και ο αγαπημένος του συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ θεωρεί ότι το κυρίως ερώτημα που αξίζει απάντηση είναι γιατί να μην αυτοκτονήσει κανείς, θα λέγαμε ότι το έργο του Κιουρτσάκη θέτει το ερώτημα γιατί να μείνει κανείς στην Ελλάδα, παρά την προδοσία, την παρακμή, τη διαφθορά, τον χυδαίο καταναλωτισμό, τη φτώχεια, τη βία, τον κανιβαλισμό των παιδιών της. Τι σημαίνει η επιμονή σε έναν τόπο, που έχει εν πολλοίς καταστραφεί, σε μία φυσική καλλονή, η οποία ξεπουλιέται ως «τουριστικό προϊόν», η συνέχιση μιας παράδοσης με τόσα χάσματα. Αν ο Φρίντριχ Νίτσε επέμενε να καταφάσκουμε στις χθόνιες αξίες της γης παρά τις προκλήσεις του εκάστοτε δαίμονα, το άθλημα του Γιάννη Κιουρτσάκη για τη διάγνωση της κρυμμένης πατρίδας αποτελεί μια κατάφαση στην Ελλάδα που μας πληγώνει, για χάρη όλων όσα ακόμη λανθάνουν στη γλώσσα και στο τοπίο της διαυγασμένα από το μοναδικό φως της.

Κύλιση στην κορυφή