Το ποιητικό πρόσωπο της γενιάς του ʼ70, σύνθετο και πολυεπίπεδο τόσο στις ιδεολογικές όσο και στις αισθητικές αναζητήσεις των δημιουργών της, στην πενηντάχρονη πλέον πορεία της, προβάλλει ανάγλυφο στην ολότητά του μέσα από το έργο τους που συνεχίζει δυναμικά να εμπλουτίζεται. Σε μια ενδιαφέρουσα ανέλιξη από το συλλογικό στο ατομικό, η οποία κορυφώνεται στην ωριμότητά τους, στη διαλεκτική της βιωμένης εμπειρίας επιβεβαιώνει τη δύναμη της ποίησης να αποκαλύπτει τις καθολικές διαστάσεις του ατομικού, διεκδικώντας την οντολογική χειραφέτηση του ανθρώπου από τις πολιτικοκοινωνικές και υπαρξιακές αγωνίες που γεννά η αμείλικτη καθημερινότητα.
Μετά τη συλλογική εκτίναξη της εκκίνησης στη δεκαετία του ʼ70 και μέχρι το 2000 οι ποιήτριες και οι ποιητές της γενιάς του ʼ70 πορεύτηκαν σε μια διαδρομή ενός ιδιότυπου ατομικού και ταυτόχρονα συλλογικού αυτοπροσδιορισμού που υπαγόρευσαν οι κοινές αγωνίες των νέων μιας ταραγμένης εποχής, κατά την οποία έκλεινε η τραυματική μεταπολεμική περίοδος και ξεκινούσε η πολλά υποσχόμενη, αλλά τελικά άκρως απογοητευτική, περίοδος μετά την πτώση της δικτατορίας. Εποχή συλλογικών οραμάτων και διεκδικήσεων, πολιτικοκοινωνικά ευαισθητοποιημένη και αμφισβητησιακή, η πρώτη δεκαετία της δημιουργίας τους καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εικοσαετία που ακολούθησε μέχρι το 2000 ως μια εποχή εσωστρέφειας, ενδοσκόπησης και συνεχών επαναπροσδιορισμών που στόχευαν εντονότερα πλέον στο υπαρξιακό διακύβευμα της ζωής. Μετά το 2000 και μέχρι σήμερα η ποιητική τους πορεία συνεχίζει να βαθαίνει τη βιωματική περιδίνιση στα όρια και τις αντοχές της ανθρώπινης συνθήκης, εμπλουτίζοντάς την από μιαν άλλη οπτική, αυτή που κομίζει ο χρόνος στο πέρασμά του και οι πολλαπλές δοκιμασίες που ορίζει για τον καθένα. Σωματικοί ποιητές από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής τους μέχρι σήμερα, καταθέτουν στην ποίηση καθεμιά και καθένας τους τον προσωπικό οβολό της δοκιμασίας τους στην αναμέτρησή τους με τον χρόνο και τα ινδάλματα των ημερών[1]Ζ. Σιαφλέκης, Τα ινδάλματα των ημερών, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1993 της νιότης τους, την πορεία τους προς την αυτογνωσία και την αλήθεια που περνά μέσα και από συλλογικά μονοπάτια και επιβεβαιώνει με τη γενναιότητα της αυτεπίγνωσης και ώριμη απολογιστική διάθεση τον στίχο του Γιάννη Βαρβέρη: Πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος/ σε βρέφος/ που δεν κλαίει[2]Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος, Αθήνα 2001, σελ. 21: «Πρόβα»..
Μολονότι στην ποίησή τους συνυπάρχουν αξεδιάλυτα, όπως ακριβώς και στη ζωή, πολιτικές ανησυχίες, κοινωνικοί προβληματισμοί, υπαρξιακές αναζητήσεις ως έκφραση της πολύμορφης ανθρώπινης αγωνίας αποκαλύπτοντας τον πολυπρισματικό λόγο της, η κοινωνική ευαισθησία τους αποτελεί μια από τις κινητήριες δυνάμεις της γραφής τους. Η ποίησή τους ως «χειρουργείο καθημερινότητας»[3]Γ. Κοντός, Τα Ποιήματα (1970-2010), Τόπος, Αθήνα 2013: Περιμετρική, 1970, σ. 29. επιβεβαιώνει την άποψη της Νόρας Αναγνωστάκη για την ποίηση που γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ʼ70, σύμφωνα με την οποία «Η ποίηση έγινε κοινωνική στην ευρύτατη σημασία του όρου· (αντιθέτως η «κοινωνική» ποίηση εξαφανίστηκε). Η ποίηση του αποκλειστικά ιδιωτικού χώρου έχει καταβαραθρωθεί: είναι σχεδόν κάτι ανεπίτρεπτο. Η υπαρξιακή αγωνία και οι αφηρημένες αναζητήσεις του απροσδιόριστου άγχους έχουν ταφεί στην απειλή του απολύτως συγκεκριμένου, του ρεαλιστικά υπάρχοντος. /. . ./ Στην ποίηση επανέρχεται βίαια απροκάλυπτη ή υποφώσκουσα, η θεματογραφία και το θ έ μ α ε ί ν α ι έ ν α κ α ι μ ό ν ο γ ι α ό λ ο υ ς: η σ η μ ε ρ ι ν ή ε λ λ η ν ι κ ή π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Και τα ιδιωτικά και τα παγκόσμια θέματα μέσα από το πρίσμα της δικής μας αθλιότητας βλέπονται»[4]Ν. Αναγνωστάκη, Η κριτική της παντομίμας (1970-1975). Κέδρος, Αθήνα 1977, σελ. 72-73.. Ο κοινωνικός προβληματισμός τους, άμεσα συνδεδεμένος με τις ραγδαίες αλλαγές της βίαιης αστικοποίησης στην Ελλάδα του ʼ70, με τις συνακόλουθες νέες «αξίες» του καταναλωτισμού, της εμπορευματοποίησης των πάντων, της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης των ανθρώπων θα σφραγίσει το έργο τους έντονα, κυρίως στην πρώτη δεκαετία της γραφής τους, φανερώνοντας την ανταπόκριση της ποίησης στη συλλογική αγωνία ως συνειδητή και ελεύθερη επιλογή του δημιουργού που μετέχει με ένταση και πάθος στην εποχή του και διεκδικεί μέσω της τέχνης του να δώσει αντικειμενική υπόσταση στο υποκειμενικό βίωμα που τον κυριαρχεί[5]Ο Μ. Μερακλής μνημονεύει σχετικά στο έργο του Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία: 1945-1980, Μέρος πρώτο: Ποίηση (Πατάκης,Αθήνα1987) και στο κεφ. «Κοινωνική ποίηση» (σ. 158) την άποψη του Παλαμά, σύμφωνα με την οποία «Δεν αξίζει να λέγεται ποιητής εκείνος που δεν εκφράζει παρά μονάχα τις ατομικές του ιδέες και την προσωπική του συγκίνηση. Εκείνος μόνο αξίζει να λέγεται ποιητής, που ξέρει να χωνεύει μέσα του τον εξωτερικό κόσμο».. Οπωσδήποτε υπαγορεύεται και από την πολιτική τους στάση, έκφραση ηθικής εντιμότητας[6]Περ. Ενδοχώρα, τχ. 20/1962, σ. 1079: «Οργισμένοι νέοι: «/…/Δόξα τω Θεώ υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να εξοργίσουν έναν άνθρωπο στον τόπο μας. Φτάνει να υπάρχει λίγη εντιμότητα». απέναντι στα ιστορικά τεκταινόμενα. Έτσι άλλωστε διερμηνεύεται η διεύρυνση και η αιτιακή αναγωγή του κοινωνικού τους προβληματισμού στην πολιτική πραγματικότητα και η συχνή αλληλεπίδραση πολιτικού και κοινωνικού που αποτελούν από τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής τους, όπως και η προβολή του ατομικού βιώματος και της προσωπικής εμπειρίας ως απότοκων των κοινωνικών καταστάσεων που βιώνουν. «Εγώ είμαι η προέκταση του ενεστώτος» θα γράψει ο Ντ. Σιώτης αλλά και «Οι άλλοι είναι εγώ»[7]Ν. Σιώτης, Εμείς και ο βροχοποιός, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 27-29. υπογραμμίζοντας την ενεργό παρουσία του σύγχρονου ανθρώπου στο παρόν του, όπουτο πρόσωπο υπάρχει ως οντότητα ξεχωριστή, αλλά τελεί σε άρρηκτη σχέση με το κοινωνικό σύνολο, μετέχοντας σε μια πορεία από «την ύπαρξη στη συνύπαρξη», σε μια ποίηση με έντονο τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με προσωπικές και συλλογικές διαψεύσεις διεκδικώντας ατομικά και συλλογικά οράματα. Πολύ συχνά είναι σαφής η αναφορά τους σε συγκεκριμένα κοινωνικά ζητήματα με όρους ποιητικού ρεαλισμού στην εικαστική απόδοση της ποιητικής ιδέας, γεγονός που συμβάλλει στη στοιχειοθέτηση ενός ιδιότυπου λυρισμού που καθιστά αιχμηρό στην ουσία του και επώδυνο τον ποιητικό τους λόγο, κρατώντας ισχυρό μέσα του το αίσθημα του ανέστιου σύγχρονου πολίτη.
Μέχρι το 2000 κυρίαρχο θέμα τους αποτελεί η απάνθρωπη μορφή της σύγχρονης πόλης σε μια ποίηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατεξοχήν «αστυκή»[8]Ο όρος, ένα λεκτικό παιχνίδι με εμφατικό εννοιολογικό στόχο, ανήκει στον Γ. Πατίλη. τόσο γιατί κλείνει μέσα της την εικόνα της τσιμεντούπολης και την υποκριτική ανθρώπινη μεταμφίεση της, αφού, όπως χαρακτηριστικά γράφει η Α. Παπαδάκη, «Η πόλη μας δεν έχει πράσινο./ Βάφουνε πράσινους τους πάγκους»[9]Α. Παπαδάκη, Αρχάγγελος από μπετόν, Αθήνα 1974, σ. 7., όσο και γιατί επιδρά καθοριστικά στον ψυχισμό του πολίτη και τις ανθρώπινες σχέσεις, μέσα από τους δεσμούς έκπτωτης αγάπης μαζί της που την καθιστούν ένα σκότος φωτεινό[10]Γ. Πατίλης, Ζεστό μεσημέρι. Ύψιλον/ βιβλία, Αθήνα 1984, σ. 16.. Η άναρχη οικιστική και η απειλητική κυριαρχία της αισθητικής της πολυκατοικίας, ένας ακόμα τρόπος για να καταγγελθεί η πραγματικότητα της μαζοποίησης σε μια πόλη φυλακή[11]Α. Βιστωνίτης, Σονέτα, Αθήνα 1970, σ. 56. θα τους απασχολήσει. Ο μύθος της Αθήνας που ζει στην ποίησή τους, πανάρχαιας γόησσας, αλλά και παγιδευμένης πόλης από αρτηριακό πυρετό [12]Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος, Αθήνα 1977, σ. 9., επικής και χαμένης[13]Γ. Μαρκόπουλος, Η θλίψις του προαστίου, Κέδρος, Αθήνα 1976, σ. 29., δεν αρκεί για να απαλύνει το αίσθημα του αδιεξόδου. Ο Α. Τραϊανός θα το αποδώσει με τον πλέον εμφατικό τρόπο: «Μολύνθηκα ανίατα μέσα σ’ αυτήν την πολιτεία»[14]Α. Τραϊανός, Το δεύτερο μάτι του κύκλωπα – Cancerpoems, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 16., ενώ και οι ποιητές που διατηρούν τη μνήμη της ελληνικής ενδοχώρας στη γραφή τους θα το υπαινιχθούν. Ο Π. Κυπαρίσσης θα ομολογήσει: «Εμείς πεθαίνουμε/ πριν μας αγγίξει το μαύρο φτερό του∙/ στις πολιτείες της ομίχλης/ με τις παλιές προφητείες/για παραδείσους»[15]Π. Κυπαρίσσης, Η άλλη φωτογραφία, Ρόπτρον, Αθήνα 1990, σ. 26. κι ο Μ. Γκανάς θα αναρωτηθεί εκφράζοντας τη νοσταλγία του γενέθλιου τόπου «Τι γυρεύεις εδώ ψυχή τραυλή,/ μακριά από τα βοσκοτόπια της πατρίδας»[16]Μ. Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια, Κείμενα, Αθήνα 1981, σ. 33.. Ο Δ. Ποταμίτης θα καταθέσει την ανάγκη διαφυγής παρά δήμον ονείρων[17]Δ. Ποταμίτης, Η δολοφονία των αγγέλων από τα γουέστερν και τη φορμάικα και η αποδημία του μικροαστού κου δημητρίου ποταμίτη παρά δήμον ονείρων, Ιωλκός, Αθήνα 1967., ενώ ο Γ. Μαρκόπουλος στη Θλίψη του προαστίου θα αναδείξει μια άλλη πλευρά των αστικών κέντρων, με τη δύναμη του ποιητικού νεορεαλισμού, εστιάζοντας στη λαϊκή τοπογραφία. Στην ποίησή τους άλλωστε υπάρχει θέση για πρόσωπα λαϊκά, ταπεινά, ενίοτε περιθωριακά, ανώνυμους εργάτες και μετανάστες, γυναίκες με Τα μαύρα τακούνια[18]Γ. Χρονάς, Τα αρχαία βρέφη, Άκμων, Αθήνα 1980 (Βιβλίο 1, Οι λάμπες, Τα μαύρα τακούνια, Κοινός Βίος).. Η κοινωνική και ανθρώπινη ευαισθησία τους θα υποδεχτεί στο έργο τους και πρόσωπα της τρίτης ηλικίας, σύμβολα μιας εποχής ιστορικά προσδιορισμένης, αλλά και της οριστικά απολεσθείσας παιδικής ηλικίας και της αναμέτρησης του ανθρώπου με τον χρόνο.
Θα τους απασχολήσουν ακόμα ο σύγχρονος τρόπος ζωής στα αστικά κέντρα, η αμείλικτη καθημερινότητα, ο σταυρός του σύγχρονου ανθρώπου για τον Λ. Πούλιο[19]Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής. Κέδρος, Αθήνα 1977, σ. 38: Συχνά όταν το σκοτάδι μου επιτίθεται/νιώθω καλύτερα τον συνάνθρωπο/που είναι κι αυτός σαν κι εμένα/ καρφωμένος στην καθημερινότητα όπως ο Χριστός στο σταυρό Του., η κυριαρχία της τεχνολογικής ανάπτυξης που έχει απωλέσει κάθε οικολογική ευαισθησία αποτελώντας ένα ακόμα μέσο εξόντωσης του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην ήδη προβληματική εικόνα της πόλης θα προστεθούν και τα νέα αρνητικά δεδομένα που η τεχνολογική ανάπτυξη επέφερε. Ο Ντ. Σιώτης, με την πολιτική και κοινωνική ευαισθησία διαρκή μέχρι σήμερα, θα τα καταγγείλει: «Ετοιμόροπος ουρανός/ νέφος απροσπέλαστον/ βιομηχανικά αναπνέοντας/ αζήτητα και μη χειρότερα»[20]Ν. Σιώτης, Κλιματιζόμενοι διάδρομοι, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1986, σ. 27. . Θα σταθούν στη νομοτελειακήκυριαρχία της μηχανής, ως μέσου εξουδετέρωσης του ανθρώπινου εργατικού δυναμικού και μέρος του συστήματος τυποποίησης, αλλά και στον απειλητικό ρόλο που τα μέσα μαζικής ενημέρωσηςθα έχουν τώρα πια στη ζωή των ανθρώπων, δυνάστες της ελευθερίας τους με τη δική τους συγκατάθεση. Ο ποιητικός λόγος του Γ. Πατίλη με την διαξιφιστική ειρωνεία του να αγγίζει την ουσία των καταστάσεων είναι καίριος: «Τι φοβάσαι;/ Και τηλεόραση έβαλες στο σπίτι και ράδιο, / κ’ εφημερίδα μεσημέρι δεν έλειψε . . ./ Εσύ όλ’ αυτά, με τα χέρια σου, τάφερες./ Μόνος τάβαλες σπίτι σου – / το δρόμο απ’ την πόρτα σου ε σ ύ πέρασες . . ./ τι άλλο φοβάσαι να μπη;/ Αλλά κοίτα τα χέρια σου, / αυτές τις λεπτές γραμμές, τα τυπώματα– / όσα η νεκροψία σύντομα θα τάβρη/ στο λαιμό σου»[21]Γ. Πατίλης, Αλλά τώρα προσέχτε!, Αθήνα 1973, σ. 27.. Ο καταναλωτισμός και η καλύτερη σύμμαχός του, η διαφήμιση, μια καταπιεστική προπαγάνδα ψευδαισθήσεων ευτυχίας έχει τη θέση της στο μωσαϊκό του κοινωνικού τους προβληματισμού που και ο Γ. Κακουλίδης θα διαμορφώσει με τον επώδυνο σαρκασμό του: «Στα παντελόνια μου το κουρελάκι του κατασκευαστή/ φωνάζει την ευημερία μου. Στα πουκάμισά μου το ίδιο/ κουρελάκι μπαίνει στο μάτι του γείτονα και πάει να του/ το βγάλει. Γεμίσαμε κουρελάκια ευημερίας./ Μια ευημερία κουρελάκια»[22]Γ. Κακουλίδης, Ο θρίαμβος του Χάπα Χούπα. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1982, σ. 41.. Η εμπορευματοποίηση των πάντων και η θεοποίηση του χρήματος αποτελεί την κυρίαρχη «αξία»[23]Γ. Πατίλης, Υπέρ των καρπών, Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 14: «Δολλάρια και περίστροφα/ οι σταθερές συντεταγμένες του αιώνα». της εποχής που στην ποίηση των νέων αναζητά τις αξίες της αγάπης και της φιλίας για να αντισταθεί στην ιδιοτέλεια και το συμφέρον που ως βασικές συνιστώσες της κυρίαρχης κοινωνικής ιδεολογίας οδηγούν στην απανθρωπιά. Ο λόγος της Ν. Χατζιδάκι αποτελεί γροθιά στο κατεστημένο της ηθικής διαφθοράς μέσω της δύναμης της ειρωνικής της «Παρώτρυνση(ς)»: «Υπάρχει/ ένας άνθρωπος/ Σκοτώστε τον/ όσο νωρίτερα σας δοθή ο καιρός/ Σας κόβει το δρόμο/ στις διαβάσεις/ Σας παίρνει μια θέση/ στις αφετηρίες/ Στα γκισέ των δημοσίων θεμάτων/ πρόκληση»[24]Ν. Χατζιδάκι, Στις εξόδους των πόλεων, Περγαμηνή, Αθήνα 1971, σ. 31.. Κυρίαρχο ζήτημα της κοινωνικής συνείδησης που εμπνέει την ποίησή τους η αδιαφορία του πλήθους για το πρόσωπο σε μια απρόσωπη ζωή μαζών που έχασε την ανθρωπιά της, η κοινωνική υποκρισία, η προβληματική ανθρώπινη επικοινωνία και ο θανάσιμος τραυματισμός της γλώσσας και βέβαια η μοναξιά. «Αλήθεια / «All the lonely people/ where do they all come from?»[25]Δ. Ποταμίτης, Το αρχαίο σαξόφωνο, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 22. αναρωτιέται ο Δ. Ποταμίτης εντάσσοντας στίχους από τραγούδι των Beatles στον ποιητικό του λόγο στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας διακειμενικής συνομιλίας και με νέους της εποχής του εκτός Ελλάδας, ενώ και ο Γ. Κοντός θα υπογραμμίσει την κυριαρχία της στη δύση του 20ού αιώνα: «Μόνος, κατάμονος είμαι στην πόλη: λέω ό,τι θέλω,/ περπατάω ασκόπως/ . . ./ Είμαι στη φάκα πια, / για τα καλά»[26]Γ. Κοντός, Ο Αθλητής του τίποτα. Δεύτερη έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1997, σ. 36..
Είναι προφανές ότι η ζωή δεν έχει εκπληρώσει τα όνειρα και τις προσδοκίες των νέων και αυτής της γενιάς για έναν καλύτερο κόσμο στο τέλος του 20ού αιώνα. Την «Κατεδάφιση των εποχών» που τον χαρακτηρίζει ο Μ. Πρατικάκης θα δει να ακολουθεί η πανούργα Εξομοίωση[27]Μ. Πρατικάκης, Αφημένα ήσυχα στη χλόη, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σ. 27. της παγκοσμιοποιημένης νέας τάξης πραγμάτων. Το αδικαίωτο αίτημα του απόλυτου και του ακριβού, ως κοινωνικοπολιτικού και ανθρώπινου οράματος, αλλά και υπαρξιακής προσδοκίας, θα σφραγίσει την ωριμότητά τους. Ο πονεμένος απολογισμός του Γ. Μαρκόπουλου, αν και πρωτοπρόσωπος, έχει συλλογικούς αποδέκτες: «κυνηγώντας κι εγώ, πιστεύοντας, το απόλυτο/ έμεινα πάντα όπως ένα παιδάκι μέσα στην πλατεία/ που ζητούσε από τη μάνα του/ το ακριβό, κλαίγοντας, της ζητούσε»[28]Γ. Μαρκόπουλος, «Επιστολή στον Δ. Π. Παπαδίτσα», Μη σκεπάζεις το ποτάμι. Κέδρος, Αθήνα 1998,σελ. 12.. Αποτελεί την απάντηση στο ανεκπλήρωτο αίτημα που ο συνοδοιπόρος του σ’ αυτή τη γενιά, ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου, είχε διατυπώσει στο ξεκίνημά τους, διερμηνεύοντας τους νέους και τις νέες ποιήτριες αυτής της εποχής: «Υπήρχε όμως πάντα μια θέση για το απρόσκλητο το απρόσμενο που άλλαζε μορφές με τη διάθεσή μας. Κι ήταν συχνές εναλλαγές μεσ’ την καρδιά μας, τόσο, που άλλοτε κοιτούσαμε εκείνη τη θέση με μια θλίψη απόκοσμη κι άλλοτε χαρούμενοι που τίποτα δεν ήρθε… Περιμέναμε. Γι’ αυτό και σαν φεύγαμε αφήναμε το κλειδί της πόρτας στη γλάστρα με τον κρίνο ή πλάι στο γιασεμί. Δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα από τότε για να μην πω πως τίποτα δεν άλλαξε»[29]Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Συλλογή, Φέξης, Αθήνα 1970, σ. 32..
Το προδομένο ραντεβού με τον Γκοντό και της δικής τους γενιάς είναι γεγονός, γι’ αυτό και η καρυωτακικών καταβολών θλίψη, απότοκη και της κοινωνικής συνθήκης, χρωματίζει την ποίησή τους όχι όμως ως παραίτηση, αλλά ως κοινωνική καταγγελία, πολιτική θέση, ρεαλιστική θεώρηση, ανθρώπινη αντίδραση σε όσα συμβαίνουν. Η στάση των νέων ποιητών και ποιητριών της γενιάς του ʼ70 μέσα από τον ποιητικό τους λόγο αποκαλύπτει την εναργή κοινωνική και επί της ουσίας πολιτική τους συνείδηση που παρέμεινε μαχητική, όντας κριτική και καταγγελτική.
Υποσημειώσεις[+]
| ↥1 | Ζ. Σιαφλέκης, Τα ινδάλματα των ημερών, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1993 |
|---|---|
| ↥2 | Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος, Αθήνα 2001, σελ. 21: «Πρόβα». |
| ↥3 | Γ. Κοντός, Τα Ποιήματα (1970-2010), Τόπος, Αθήνα 2013: Περιμετρική, 1970, σ. 29. |
| ↥4 | Ν. Αναγνωστάκη, Η κριτική της παντομίμας (1970-1975). Κέδρος, Αθήνα 1977, σελ. 72-73. |
| ↥5 | Ο Μ. Μερακλής μνημονεύει σχετικά στο έργο του Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία: 1945-1980, Μέρος πρώτο: Ποίηση (Πατάκης,Αθήνα1987) και στο κεφ. «Κοινωνική ποίηση» (σ. 158) την άποψη του Παλαμά, σύμφωνα με την οποία «Δεν αξίζει να λέγεται ποιητής εκείνος που δεν εκφράζει παρά μονάχα τις ατομικές του ιδέες και την προσωπική του συγκίνηση. Εκείνος μόνο αξίζει να λέγεται ποιητής, που ξέρει να χωνεύει μέσα του τον εξωτερικό κόσμο». |
| ↥6 | Περ. Ενδοχώρα, τχ. 20/1962, σ. 1079: «Οργισμένοι νέοι: «/…/Δόξα τω Θεώ υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να εξοργίσουν έναν άνθρωπο στον τόπο μας. Φτάνει να υπάρχει λίγη εντιμότητα». |
| ↥7 | Ν. Σιώτης, Εμείς και ο βροχοποιός, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 27-29. |
| ↥8 | Ο όρος, ένα λεκτικό παιχνίδι με εμφατικό εννοιολογικό στόχο, ανήκει στον Γ. Πατίλη. |
| ↥9 | Α. Παπαδάκη, Αρχάγγελος από μπετόν, Αθήνα 1974, σ. 7. |
| ↥10 | Γ. Πατίλης, Ζεστό μεσημέρι. Ύψιλον/ βιβλία, Αθήνα 1984, σ. 16. |
| ↥11 | Α. Βιστωνίτης, Σονέτα, Αθήνα 1970, σ. 56. |
| ↥12 | Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος, Αθήνα 1977, σ. 9. |
| ↥13 | Γ. Μαρκόπουλος, Η θλίψις του προαστίου, Κέδρος, Αθήνα 1976, σ. 29. |
| ↥14 | Α. Τραϊανός, Το δεύτερο μάτι του κύκλωπα – Cancerpoems, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 16. |
| ↥15 | Π. Κυπαρίσσης, Η άλλη φωτογραφία, Ρόπτρον, Αθήνα 1990, σ. 26. |
| ↥16 | Μ. Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια, Κείμενα, Αθήνα 1981, σ. 33. |
| ↥17 | Δ. Ποταμίτης, Η δολοφονία των αγγέλων από τα γουέστερν και τη φορμάικα και η αποδημία του μικροαστού κου δημητρίου ποταμίτη παρά δήμον ονείρων, Ιωλκός, Αθήνα 1967. |
| ↥18 | Γ. Χρονάς, Τα αρχαία βρέφη, Άκμων, Αθήνα 1980 (Βιβλίο 1, Οι λάμπες, Τα μαύρα τακούνια, Κοινός Βίος). |
| ↥19 | Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής. Κέδρος, Αθήνα 1977, σ. 38: Συχνά όταν το σκοτάδι μου επιτίθεται/νιώθω καλύτερα τον συνάνθρωπο/που είναι κι αυτός σαν κι εμένα/ καρφωμένος στην καθημερινότητα όπως ο Χριστός στο σταυρό Του. |
| ↥20 | Ν. Σιώτης, Κλιματιζόμενοι διάδρομοι, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1986, σ. 27. |
| ↥21 | Γ. Πατίλης, Αλλά τώρα προσέχτε!, Αθήνα 1973, σ. 27. |
| ↥22 | Γ. Κακουλίδης, Ο θρίαμβος του Χάπα Χούπα. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1982, σ. 41. |
| ↥23 | Γ. Πατίλης, Υπέρ των καρπών, Η μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 14: «Δολλάρια και περίστροφα/ οι σταθερές συντεταγμένες του αιώνα». |
| ↥24 | Ν. Χατζιδάκι, Στις εξόδους των πόλεων, Περγαμηνή, Αθήνα 1971, σ. 31. |
| ↥25 | Δ. Ποταμίτης, Το αρχαίο σαξόφωνο, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 22. |
| ↥26 | Γ. Κοντός, Ο Αθλητής του τίποτα. Δεύτερη έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1997, σ. 36. |
| ↥27 | Μ. Πρατικάκης, Αφημένα ήσυχα στη χλόη, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σ. 27. |
| ↥28 | Γ. Μαρκόπουλος, «Επιστολή στον Δ. Π. Παπαδίτσα», Μη σκεπάζεις το ποτάμι. Κέδρος, Αθήνα 1998,σελ. 12. |
| ↥29 | Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Συλλογή, Φέξης, Αθήνα 1970, σ. 32. |
