Heinz Helle, Η υπέρβαση της βαρύτητας, μτφρ. Λένια Μαζαράκη, εκδ. Aldina/Gutenberg, Αθήνα 2022.

Το μυθιστόρημα Η υπέρβαση της βαρύτητας του Χάιντς Χέλλε (γενν. 1978) έχει στο επίκεντρό του δύο ετεροθαλή αδέλφια και είναι ένας χειμαρρώδης και πυκνός φιλοσοφικός στοχασμός όχι μόνο για την αδελφική σχέση, αλλά και για τις ενοχές που κουβαλούν οι Γερμανοί για το ιστορικό τους παρελθόν, τον ρόλο της οικογένειας και της πατρότητας και την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στο κακό. Ο μεγαλύτερος αδελφός είναι ένας άνθρωπος ευφυής, ευαίσθητος και ιδεαλιστής, βυθισμένος στην κατάθλιψη και εξαρτημένος από το αλκοόλ, ενώ ο μικρότερος είναι πιο πειθαρχημένος και πραγματιστής. Οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου αδελφού από καρκίνο, ο μικρότερος θυμάται την τελευταία τους βόλτα και προσπαθεί με μια σαγηνευτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του μεγάλου αδελφού και να κατανοήσει τις επιλογές του, ανακαλώντας στιγμές της ζωής τους και τις κατά καιρούς συζητήσεις τους. «Όταν κάποιος μελετάει πώς ήταν τα πράγματα χτες, δεν χάνει ποτέ την ελπίδα ότι αύριο θα καταλάβει κάπως περισσότερα για όσα συμβαίνουν, είπε ο αδελφός μου», λέει ο αφηγητής στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, γι’ αυτό και ο αναδρομικός μονόλογός του δεν είναι μόνο μια προσπάθεια αποδοχής του μεγάλου αδελφού αλλά και συμφιλίωσης με τις δικές του αβεβαιότητες.
Τα δύο αδέλφια, στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, γυρνούν από μπαρ σε μπαρ και πίνουν μπίρες, και αυτή η γλυκιά χαυνωτική θολούρα της μέθης γίνεται ο δρόμος της αυτεπίγνωσης και της κατάδυσης στον εαυτό. Η δύναμη του αλκοόλ σε σπρώχνει το δίχως άλλο στη συνειδητοποίηση της περατότητάς σου. Γι’ αυτό και τα δύο αδέλφια μιλούν διαρκώς, σε μια προσπάθεια να παρέμβουν στη ζωή τους με τις λέξεις, να καταλάβουν τον κόσμο γύρω τους, αν και ξέρουν ότι η γλώσσα μόνο έναν ρόλο παρηγοριάς και αναπλήρωσης μπορεί να παίξει, η πραγματική γνώση θα παραμείνει ένα άπιαστο όνειρο: «Η γλώσσα μας είναι προπάντων διαμορφωμένη έτσι ώστε να μας παρηγορεί και να αναπληρώνει το κενό που απλώνεται μέσα μας όταν αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε ιδέα γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει».
Ο Χέλλε χρησιμοποιεί πολύ έξυπνα τη μεταφορά της βαρύτητας ως συμβόλου για όλα όσα μας κρατούν δέσμιους σε μια πραγματικότητα σκληρή και άτεγκτη. Ο ιδεαλιστής μεγάλος αδελφός αγωνίζεται να βρει νόημα σε έναν κόσμο που φαίνεται να είναι γεμάτος βία και αδικία. Σε έναν κόσμο, στον οποίο δεν έχεις αντίκρυ σου μόνο τον φόβο του θανάτου, μιας και «εντέλει όλοι οι άλλοι φόβοι είναι παραλλαγές αυτού του ενός και μοναδικού πραγματικού φόβου», αλλά και το κακό που σε περιβάλλει. Με διάφορες μορφές. Όση προσπάθεια κι αν καταβάλεις για να κατανοήσεις την ύπαρξη ενός παιδεραστή, όπως ο Μαρκ Ντιτρού ή ενός στρατοπέδου όπως η Τρεμπλίνκα, μονίμως θα σε συνθλίβουν ο θάνατος και ο πόνος ως πεμπτουσία της ανθρώπινης εμπειρίας. «Κάθε ζωή είναι μια ανθρώπινη αποτυχία», είχε πει εύστοχα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε μια συνέντευξή (1) του, και τα δύο αδέλφια στο μυθιστόρημα του Χέλλε νιώθουν αυτή τη χαμένη μάχη ό,τι κι αν σκεφτούν.
Σε μια προσπάθεια, μάλιστα, να συμφιλιώσουν τη μοναδικότητα της ζωής με όσα συμβαίνουν γύρω τους, αναζητούν ένα αξίωμα για να μπορεί να ζει κανείς τη ζωή του, έστω ραγισμένος και συναισθηματικά ανέστιος: «Εκείνο το παρ’ όλα αυτά, όπως επισήμαινε, αποτελούσε τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, το μεγαλείο του είδους όπως και τη μοναδικότητά του, το αξίωμα της επιβίωσης σε θύελλες, ανομβρίες και πολέμους, όπως και την πρωτοφανή αισιοδοξία, […] γιατί όποιος προσπαθεί ειλικρινά να κατανοήσει τι συνέβη σε ένα μέρος όπως η Τρεμπλίνκα, επαναστατεί ενάντια στην αχρειότητα του ανθρώπινου γένους ως συνόλου, κάθε δευτερόλεπτο που συνεχίζει να ζει και προσπαθεί να είναι ευτυχισμένος, σε ένα άνετο διαμέρισμα, για παράδειγμα, με ή χωρίς οικογένεια, αλλά έχοντας διαρκώς επίγνωση τι είναι ικανοί να κάνουν οι άνθρωποι».
Ομιχλώδης η σκέψη του μεγάλου αδελφού και αδήριτη η ροπή του προς την αυτοκαταστροφή. Ακόμη κι έτσι, η ανάγκη για φως δεν σταματά. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ανακαλεί τη στιγμή της γέννησης του παιδιού του, τη δύναμη της κραυγής με την οποία το βρέφος διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο, και τη ματιά όσων αντικρίζουν αυτή τη στιγμή που εκπέμπει αγάπη, ελπίδα και φόβο μαζί. Προοίμιο της ανθρώπινης εμπειρίας και κατάδυση σε όσα μας συνδέουν με τους άλλους. Η πατρικότητα και η ανιδιοτελής φροντίδα του παιδιού γίνονται και το πεδίο της συνάντησης του αφηγητή με τον μεγάλο αδελφό, όταν πια αυτός έχει φύγει από τη ζωή. Καθώς πηγαίνουν με το δικό του παιδί να πετάξουν σε κάδους ταξινόμησης τα ανακυκλώσιμα σκουπίδια τους, η στάση τους στη διάβαση πεζών, οι οδηγοί που άλλοτε δεν προλαβαίνουν να σταματήσουν κι άλλοτε προσποιούνται ότι δεν τους είδαν, η αβεβαιότητα, το γνέψιμο σε αυτόν που σταματά, το κράτημα του παιδιού από το χέρι, συγκροτούν μια υπέροχη υπαρξιακή μεταφορά της διαδρομής της ζωής. Απατηλό συχνά το υφάδι της ερμηνείας του κόσμου, αρκεί η κατάφασή του. Στην καταληκτική σκηνή του έργου, ο αφηγητής πετά μαζί με το παιδί του μεταλλικά, χάρτινα και γυάλινα αντικείμενα στις υποδοχές των κάδων και αφουγκράζονται τον ήχο των θραυσμάτων, καθώς πέφτει το γυαλί στον κάδο. Όσο βαθύτερα μπαίνουμε στη ζωή, τόσο εντονότερα νιώθουμε να θρυμματίζονται οι βεβαιότητές μας. Ένα «ναι» κι ένα «όχι» η ζωή μας, που το αποφασίζουμε σκεπτόμενοι το «ενδεχομένως». Κι όμως, αυτό το θραύσμα ελπίδας μάς συνέχει ως ανθρώπους, συγκεφαλαιώνει τελικά όλο το νόημα της θνητότητάς μας. Πόσο ωραία το διατύπωσε ο σπουδαίος Νίκος Γκάτσος:
Τρέχω, πετάω, κυνηγάω
πουλιά και όνειρα
και κάθε μέρα κολυμπάω
σε πιο βαθιά νερά.
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω
με ένα ζεστό φιλί.
και από τη δύση μου να φτάσω
ως την ανατολή.
Μα είναι φίδι το ταξίδι,
είναι χολή μαζί και ξύδι
σ΄ ένα μεγάλο, αγκάθινο σταυρό.
Όμως, εγώ δεν κάνω πίσω,
ούτε τον δρόμο μου θ’ αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. (2)
Η γλώσσα του μυθιστορήματος του Χάιντς Χέλλε είναι από μόνη της ένα κεφάλαιο, γι’ αυτό και είναι αξιοθαύμαστη η μεταφραστική δουλειά της Λένιας Μαζαράκη. Πολυεπίπεδος και ρυθμικός ο αφηγηματικός λόγος, σχοινοτενής, γεμάτος παρεκκλίσεις και συνειρμικά άλματα, δεν σηματοδοτεί μόνο τη δυσκολία εύρεσης απάντησης σε όσα αναζητούν τα δύο αδέλφια, είναι και η ιδανική εκφραστική διαδρομή της συνομιλίας τους, καθώς σχοινοβατούν μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης. Ο Χέλλε, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Die Welt (3), μερικά χρόνια πριν από τη δημοσίευση της Υπέρβασης της βαρύτητας, όταν του ζήτησαν να πει μια σκέψη κάποιου που του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, ανέφερε τη φράση του Ντον ΝτεΛίλλο, «ακούω ένα ρυθμό που με καθοδηγεί μέσα από τη σύνθεση των προτάσεων, και ο ρυθμός μιας πρότασης επιτρέπει έναν συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών. Μια συλλαβή παραπάνω και ψάχνω για μια άλλη λέξη. Πάντα υπάρχει μια άλλη λέξη που σημαίνει σχεδόν το ίδιο πράγμα –και αν δεν το κάνει, σκέφτομαι να αλλάξω το νόημα της πρότασης για να διατηρήσω τον ρυθμό, τον ρυθμό των συλλαβών. Είμαι πάντα έτοιμος να αφήσω τη γλώσσα να μου επιβάλει το νόημα». Είναι τόση η μαεστρία της γραφής του Χέλλε, που θα μπορούσαμε να στοιχηματίσουμε ότι έχει μετρήσει τις συλλαβές του έργου του μία προς μία.

