Χρήστος Γιανναράς, Αντιχάρισμα στον Νίτσε, Ίκαρος, Αθήνα 2020.
Το ζήτημα του πρόσφατου έργου του Χρήστου Γιανναρά είναι αν μπορούμε να έχουμε μία θεολογία και ευρύτερη φιλοσοφία κατάφασης στη ζωή, με τον τρόπο που το διεκδίκησε ο Φρίντριχ Νίτσε στην πάλη του ενάντια στον κατ’ αυτόν ευρωπαϊκό μηδενισμό. Ως προς αυτό, το έργο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία συνέχεια του Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης ή περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού [Δόμος, 2006, 5η έκδοση] ή ως μια γενεαλόγηση της φιλοσοφίας του Χάιντεγγερ στον Νίτσε. Η βάση είναι ότι η κριτική της οντοθεολογίας που κάνει ο Χάιντεγγερ ενάντια στη δυτική μεταφυσική παράδοση, δηλαδή του περιορισμού του Θεού σε ένα ον μεταξύ πολλών, ανάγεται στον Νίτσε, ο οποίος ήταν ο πρώτος που είχε διαγνώσει προφητικά τις «μηδενιστικές» προεκτάσεις αυτής της σκέψης. Ο Νίτσε κατέδειξε κυρίως το παράλογο της δεοντοκρατίας από τη στιγμή που ο θάνατος «κυριεύει τῶν βροτῶν». Όπως αργότερα ο Χάιντεγγερ, έτσι και ο Νίτσε επέμεινε στην υπαρκτική αυθεντικότητα ως σημαντικότερη από την ηθική.

Τι θα σήμαινε, όμως, το «ναι στη ζωή» που επιζητεί ο Νίτσε και μαζί του ο Γιανναράς; Η ορθόδοξη νηπτική παράδοση έχει διατυπώσει ένα παρόμοιο αίτημα, όταν λ.χ. διά της γραφίδας του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή θεωρεί το φυσικόν θέλημα ως συστατικό της υπάρξεως του ανθρώπου, σημαίνον μία όρεξη για ζωή απερίσταλτη. Οσιότητα σε αυτή τη νηπτική παράδοση είναι όχι να μεγαλύνεις τη βία προς τη φύση, αλλά να καταδείξεις το πώς η κατά χάριν υπερφυσική βιοτή στην ουσία αναπαύει τη φύση και ικανοποιεί τη βαθύτερη «πείνα και δίψα» της, για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός από τα πρώτα έργα του Χρήστου Γιανναρά. Στη νηπτική παράδοση καταξιώνεται το ζωτικὸν θέλημα, που θα μπορούσε να συγκριθεί με τις ομόλογες εκφράσεις θέληση (Wille) του Αρθούρου Σόπεναουερ ή θέληση για δύναμη (Wille zur Macht) του Φρίντριχ Νίτσε. Στον άγιο Μάξιμο Ομολογητή βλέπουμε ότι το ζωτικόν θέλημα ως ένα μεγάλο «ναι» στη ζωή το λέει και ο ίδιος ο Χριστός στη Γεθσημανή. Και αν τελικά σταυρώνεται σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός, αυτό ερμηνεύεται ως μία αλλαγή τρόπου στο ναι που λέει ο Χριστός στη ζωή, όχι ως ακύρωση του αφετηριακού «λόγου» που είναι η ορμή που χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο για ζωή απειροδύναμη.
Σημειωτέον ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός σύνδεσμος ανάμεσα στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και σε αυτήν του Φρίντριχ Νίτσε και αυτός έγκειται στη χρήση του όρου «αυθυπέρβαση», την οποία βρίσκουμε στον Νίτσε ως «Selbstüberwindung». Ο όρος αυτός σημαίνει μία δέσμευση των στοχαστών που την επικαλούνται εναντίον κάθε είδους μανιχαϊσμού και αντιτιθέμενων διπόλων. Στον Γιανναρά η «αυθυπέρβαση» σημαίνει μία μεταλλαγή τρόπων, η οποία συμβαίνει καθ’ οδόν, από τον τρόπο της απαιτήσεως του ενστίκτου στον τρόπο του «υπερφυσικού» χαρίσματος. Αυτός ο νιτσεϊκός «μονισμός» στον Γιανναρά λαμβάνει και τη μορφή μιας «συνέχειας» μεταξύ φυσικής και μεταφυσικής, όχι με τον τρόπο της οντοθεολογίας ότι ο Θεός είναι μία συνάρτηση του κόσμου, αλλά με την έννοια ότι η φαινομενολογική πρόσληψη του κόσμου εκβάλλει στη μεταφυσική διερώτηση για την αιτία και τον σκοπό του. Πρόκειται θα λέγαμε για μια δρομική οντολογία, με βαθιές ρίζες στον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, όπου η μεταμοιβή των τρόπων από τον τρόπο της φύσης στον τρόπο της τριαδικής αγάπης συμβαίνει καθ’ οδόν (ενδεχομένως και ανεπαίσθητα ή ανεπίγνωστα), χωρίς να αίρεται σε κάποιο σημείο το νιτσεϊκό αλλά και νηπτικό «ναι» στη ζωή. Και αυτή η σταύρωση ακόμη μπορεί να θεωρηθεί όχι ως ένα όχι, αλλά ως ένα υπέρτερο «ναι» στον δρόμο για την ανάσταση που θα σημάνει ότι το σπάσιμο του σώματος του Χριστού στον σταυρό έγινε η αιτία του ζωοποιού μοιράσματος της Ευχαριστίας στους πολλούς. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, στο οποίο ο Χρήστος Γιανναράς θέτει εκ νέου την παραδοσιακή θεολογία και την ανθρωπολογία της στη βάσανο των κριτικών του Νίτσε περί «μηδενισμού» (και των αντίστοιχων του Χάιντεγγερ για «οντοθεολογία») και αρθρώνει μια μεταφυσική, η οποία συνιστά κατάφαση στη ζωή αντί για άρνησή της.

