Δημήτρης Κόκορης, «Άθλημα ή αθλιότης;». Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, Πεδίο, Αθήνα 2024.
Δεν νομίζουμε ότι ο Γιώργος Δέλιος (1897-1980), όταν εξέδιδε το 1930 τη μετάφραση της θεατρικής κωμωδίας του Emmanuel Gambardella Ο ποδοσφαιριστής, μπορούσε να σκεφτεί ότι η μετάφρασή του θα αναγνωριζόταν ως η απαρχή της ελληνικής ποδοσφαιρικής λογοτεχνικής γραμματείας. Στο πρόσφατο βιβλίο του «Άθλημα ή αθλιότης;». Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, ο Δημήτρης Κόκορης, καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας στο Α.Π.Θ., υποστηρίζει ότι η μετάφραση του Δέλιου είναι η αφετηρία αυτού του είδους της λογοτεχνικής γραμματείας και εξετάζει, μέσα από ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων κειμένων, το πώς «αναδύονται όψεις της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, απόψεις, δηλαδή, για τον ρόλο του ποδοσφαίρου ως προσωπικού και κοινωνικού βιώματος και ως παράγοντα που διακρίνεται στις υπαρξιακές ταλαντώσεις των συγγραφέων και, συνακόλουθα, των αναγνωστών» (σ. 14–15).[1] Για την πραγμάτευση του πρωτότυπου ερωτήματος, ο Κόκορης χρειάστηκε να αξιοποιήσει τις αποδεδειγμένες από άλλες του εργασίες αρετές, όπως είναι η αποτελεσματικότητα στην έρευνα, η ευαίσθητη ματιά του ως αναγνώστη λογοτεχνικών κειμένων, η ουσιαστική συνομιλία με τη βιβλιογραφία, η απρόσκοπτη και χωρίς εξεζητημένες θεωρήσεις μετάβαση από την παράθεση στη σύνθεση, η διαυγής συλλογιστική πορεία και το ανεπιτήδευτο ύφος.

Ένα ευχάριστο ξάφνιασμα περιμένει τον αναγνώστη, καθώς θα διαβάζει το βιβλίο αυτό. Απαλλαγμένος, ίσως, πλέον από τη συνθήκη της συγγραφής μιας εργασίας που θα προορίζεται για κρίση για την επόμενη πανεπιστημιακή βαθμίδα, ο Κόκορης ξεδιπλώνει στο χαρτί ένα άλλο συγγραφικό του χάρισμα. Ας το δούμε μέσα από ένα παράθεμα, όπου, εντός εισαγωγικών, σχολιάζεται το γεγονός ότι, από τα λογοτεχνικά κείμενα στα οποία εντοπίζονται αναφορές στο ποδόσφαιρο, υπερέχουν αριθμητικά τα ποιήματα:
«[…] Δεδομένου και του ότι οι Έλληνες, από αρχαιοτάτων χρόνων έως και σήμερα, ίπτανται επί νεφών, όντες συναισθηματικοί αλλά και απειθάρχητοι, μοιραίο ήταν στην ανάπτυξη της λογοτεχνικής τους έκφρασης να προκρίνουν το σχετικά ολιγόστιχο ποίημα και το κείμενο μικρής φόρμας – άλλωστε, δεν τους αρέσει να κουράζονται και πολύ! Οι μεγάλοι ποιηταί της Ελλάδος είναι πολλοί, οι μείζονες ελληνόγλωσσοι διηγηματογράφοι ευάριθμοι (Γεώργιος Βιζυηνός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημήτρης Χατζής, Γιώργος Ιωάννου), οι σημαντικότεροι μυθιστοριογράφοι ανύπαρκτοι!» (σ. 97)
Και εάν ο λιγότερο ή περισσότερο μυημένος αναγνώστης αναγνωρίζει εδώ τη μίμηση της ροΐδειας οξύνοιας, σε άλλα σημεία του βιβλίου του ο Κόκορης ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας τον Μανούσο Φάσση και το υπόγειο, το ανατρεπτικό χιούμορ της περσόνας του Μανόλη Αναγνωστάκη, όταν, για παράδειγμα, αναφερόμενος στο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Τα γκωλ-ποστ» και στο πολύ γνωστό από το ΥΓ. του Αναγνωστάκη απόφθεγμα Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει — τώρα έπαιζε την παράταση, βρίσκει την ευκαιρία να καυτηριάσει την εξεζητημένη χρήση λογοτεχνικών θεωριών:
Με εικοτολογίες και εξυπνάδες, βέβαια, δεν ερμηνεύονται τα ποιήματα. Από την άλλη, πού να ανοίγουμε τώρα το χρονοντούλαπο της λογοτεχνικής θεωρίας για να βγάλουμε στο φιλολογικό φως εργαλεία ρομαντικά, μαρξιστικά, φορμαλιστικά, ψυχαναλυτικά, νεοκριτικά, σημειωτικά και δομιστικά ή έστω φωτισμένα από τη λάμψη της αποδόμησης και των μεταμοντέρνων πραγμάτων; […] Η ηθική υποχρέωση απέναντι στις αναγνώστριες και τους αναγνώστες μας, ότι δικαιούνται να καταλαβαίνουν τι διαβάζουν χωρίς να σκαλώνουν κάθε δυο σειρές από τη χρήση θεωρητικών όρων υπέρμετρης ακαταληψίας, μάς επαναφέρει στο επίκεντρο της δουλειάς μας. (σ. 187–188)
Ασφαλώς, δεν είναι μόνον το διαρκώς παιγνιώδες και ανατρεπτικό ύφος του συγγραφέα που προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Είναι και το ίδιο το περιεχόμενο. Ο Κόκορης διευκρινίζει στην εισαγωγή ότι δεν πρόκειται να σχολιάσει το σύνολο των κειμένων που έχει εντοπίσει από την έρευνά του και ότι, αναπόφευκτα, οι επιλογές που γίνονται υπόκεινται στην κρίση του. Αυτές οι επιλογές έχουν ενσωματωθεί σε τρεις κύριες ενότητες, οι οποίες πλαισιώνονται από τη σχετική βιβλιογραφία, από ένα χρηστικό ευρετήριο προσώπων, καθώς και από ένα παράρτημα με τίτλο «Το ποδόσφαιρο σε στίχους τραγουδιών», στο οποίο ο Κόκορης σχολιάζει τους στίχους που έγιναν τραγούδια, ξεκινώντας από τους ύμνους των ποδοσφαιρικών ομάδων και φτάνοντας μέχρι και το πολυαγαπημένο (ακόμα και σε όσες/ους δεν αγαπούν το άθλημα) τραγούδι του αείμνηστου Λουκιανού Κελαηδόνη «Αρχίζει το ματς» (1979), μέχρι και το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού «Φανέλα με δικέφαλο» (1993).
Όπως σημειώθηκε, οι πρώτες αναφορές στο άθλημα απαντώνται στη νεοελληνική λογοτεχνία κατά τη δεκαετία του 1930, και μάλιστα με την εκδοχή της σάτιρας ηθών. Η πρώτη κύρια ενότητα του βιβλίου έχει τον τίτλο «Μία μεταφρασμένη “μονόπρακτος κωμωδία” και δύο καβαφικές παρωδίες» και αφορά την αρχική αυτή υποδοχή. Προκειμένου να διατάξει με συνεκτικό τρόπο το υλικό του, ο μελετητής συντάσσει τη δεύτερη και την τρίτη ενότητα στη βάση ενός κριτηρίου που θα το λέγαμε κριτήριο των δύο άκρων, σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν λογοτεχνικές εγγραφές που υποδηλώνουν μια θετική διάθεση απέναντι στο άθλημα και άλλες που υποδηλώνουν το αντίθετο.
Η δεύτερη ενότητα, που φέρει τον τίτλο «Με πυρήνα ποδοσφαιρικό: Τα ευνοϊκώς προσκείμενα», είναι διαρθρωμένη σε τέσσερις υποενότητες, με γνώμονα τον ειδολογικό χαρακτήρα των κειμένων: ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα και δοκίμιο-μαρτυρία. Ως προς τα ποιήματα, η παρατήρηση που κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ότι, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το άθλημα και οι συνοδευτικές αναφορές περισσότερο παρουσιάζονται ως τρόποι άσκησης για τη βελτίωση των σωματικών προσόντων και της αρρενωπότητας των παικτών. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν παρά η αρχή, γιατί το «ματς» έμελλε να εξελιχθεί διαφορετικά στις επόμενες δεκαετίες, χάρη στην ασυναγώνιστη τριπλέτα Μανόλης Αναγνωστάκης, Νάσος Βαγενάς και Γιώργος Μαρκόπουλος. Ο Κόκορης διαπιστώνει ότι πολλοί ποιητές, ειδικά από τη Μεταπολίτευση κ.εξ., δημιουργούν συνάψεις ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και στα ανθρώπινα πάθη και στις αγωνίες. Αυτό ακριβώς το σημείο, όπου διασταυρώνονται το ποδόσφαιρο και η προσωπική αγωνία, είναι ο πυρήνας του ερμηνευτικού σχολιασμού των ποιημάτων που επιχειρεί ο μελετητής.
Τρία παραδείγματα: Το πρώτο είναι το ποίημα του Γιάννη Κουβαρά «Κρέμασε τη ζωή του στα γκολ-ποστ», όπου ήρωας είναι η σχεδόν μυθική φιγούρα του Λάκη Σοφιανού. Στο ποίημα αυτό, ο βιολογικός θάνατος του ήρωα συνδέεται συμβολικά, κατά τον Κόκορη, με το τέλος της ποδοσφαιρικής καριέρας (σ. 74-76). Το δεύτερο παράδειγμα είναι η μικρή ωδή που έγραψε ο Θανάσης Βενέτης για τον ξαφνικό θάνατο του Κώστα Δαβουρλή (σ. 70-71). Σε αυτήν την περίπτωση, οι αναμνήσεις του ποιητικού ομιλητή από τις δαντελένιες κινήσεις και τις ευθύβολες εκτελέσεις φάουλ του χαρισματικού μέσου Κώστα Δαβουρλή συμπλέκονται, χάρη στην ποιητική γλώσσα, με την αγωνία του υποκειμένου για τη μοίρα μας ως θνητών. Και εάν στο ποίημα του Βενέτη ο φιλοσοφικός τόνος έρχεται να επισκιάσει την περιγραφή των δεξιοτήτων του βιρτουόζου ποδοσφαιριστή, στην περίπτωση του αιχμηρού, ανατρεπτικού και νεωτερικού λόγου του Γιάννη Βαρβέρη στο ποίημα «Κόκκινη κάρτα», αρθρώνεται η υπαρξιακή προβληματική για το δίπολο ζωή και θάνατος, με την έμφαση να δίνεται στη ζωή και στο ποδόσφαιρο, το οποίο βιώνεται ως εμπειρία επίγειας χαράς, σε αντίθεση με την παραμορφωτική και τρομακτική μορφή που έχει στη μεταθανάτια κόλαση στην οποία ζει ομιλητής (σ. 78-80).
Το ποδόσφαιρο στην ελληνική διηγηματογραφία δεν έχει, κατά κανόνα, την ίδια τονικότητα με αυτήν της ποίησης – ή τουλάχιστον αυτή η εκδοχή της διηγηματογραφίας που επέλεξε να σχολιάσει ο Κόκορης. Μέσα από τη μικρή φόρμα, οι διηγηματογράφοι αξιοποιούν τη θεματική του ποδοσφαίρου και την αισθητική κυρίως του νεορεαλισμού, προκειμένου να τροφοδοτηθούν η απεικόνιση της μεταπολεμικής καθημερινής ζωής, οι νοσταλγικές επιστροφές στα παιδικά χρόνια και η, όχι πάντα εύκολη ή αθώα, ενηλικίωση στις ποδοσφαιρικές αλάνες και στις κερκίδες των γηπέδων. Ο Κόκορης, πάντως, στρέφει την προσοχή του, και τη δική μας κατ’ επέκταση, σε μια άλλη δέσμη κειμένων που απομακρύνονται από την αναπαραστατική αφήγηση, για να αποδώσουν όχι μόνον (ας το πούμε ακριβέστερα: όχι τόσο) τη συνθήκη της εξωτερικής πραγματικότητας όσο τις αναδιπλώσεις του ψυχισμού των ηρώων. Για παράδειγμα, στο διήγημα του Δημήτρη Μίγγα «Μαύρη Θύελλα» (σ. 117–119), ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί μέσα από την αφήγηση την ιστορία ίδρυσης και τις αγωνιστικές περιπέτειες της Μαύρης Θύελλας, του προσωνυμίου της ομάδας της Καλαμάτας, αλλά την εσωτερική περιπέτεια τριών ηρώων, η οποία αποδίδεται με τη χρήση της ποιητικής γλώσσας. Όπως σημειώνει ο Κόκορης, η εσωτερική περιπέτεια των ηρώων «ενσωματώνει, ταυτόχρονα, και γνωρίσματα του νεωτερικού ποιητικού λόγου», δημιουργώντας ένα είδος ρυθμού με «υψηλόβαθμη δραματικότητα» και «φιλοσοφικό βάθος» (σ. 119).
Δεν φαίνεται να είναι πλούσια η συγκομιδή των μυθιστορημάτων που θα μπορούσαν να έχουν θέση στη λογοτεχνική ποδοσφαιρική μας γραμματεία, παρόλες τις δυνατότητες που προσφέρει η μεγάλη φόρμα για την ποικίλη αξιοποίηση της θεματικής του ποδοσφαίρου. Και εάν, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η αξιοποίηση γίνεται, σύμφωνα τον Κόκορη, ατελώς, γιατί ο συγγραφέας δεν είναι επαρκής γνώστης των κανόνων του αθλήματος και της «γλώσσας» του, όπως συμβαίνει με τα εμπορικά επιτυχημένο έργο του Μένη Κουμανταρέα Η φανέλα με το εννιά (1986), σε κάποιες άλλες περιπτώσεις μυθιστορηματικής γραφής, το ποδόσφαιρο, χάρη στην ενοποιητική δύναμη που έχει να ενώνει τάξεις και κοινωνικές συμπεριφορές, προσλαμβάνει τη λειτουργία σχεδόν μιας μετωνυμίας. Το ποδόσφαιρο ως άθλημα, τότε, έρχεται να υποκαταστήσει σημαντικές όψεις της ανθρώπινης ζωής και να υποδηλώσει την πρόθεση του αφηγητή να φέρει στην επιφάνεια και διά αυτού του τρόπου διαχρονικά προβλήματα της κοινωνίας μας και του ιδεολογικού, αξιακού προσανατολισμού της. Ως ένα τέτοιο παράδειγμα αναγνωρίζεται από τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου το έργο του Ανδρέα Φραγκιά Άνθρωποι και σπίτια (1955): Ο Παπαγεωργίου, στην εξαιρετική κριτική του, γραμμένη σαράντα πέντε χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος, «εκλαμβάνει», όπως παρατηρεί ο Κόκορης, «το ποδόσφαιρο ως συνθετότερη παράμετρο του μυθιστορήματος Άνθρωποι και σπίτια, αντιμετωπίζοντας τον αθλητικό αγώνα και τον τόπο διεξαγωγής του, το γήπεδο, με όρους ιδεολογικής πίστης και κοινωνικής μέθεξης» (σ. 125).
Εάν δεχτούμε ότι η ελληνική ποιητική και πεζογραφική λογοτεχνική γραμματεία, στις πιο λαμπρές της ίσως στιγμές, συνδέθηκε με τον υπαρξιακό και τον κοινωνικό προβληματισμό των συγγραφέων, σε μια άλλη κατηγορία λόγου, όχι αμιγώς λογοτεχνική, παρατηρούμε ότι η ποδοσφαιρική γραμματεία μας μπορεί δυνητικά να προκαλέσει το ενδιαφέρον ακόμα και εκείνων που η μόνη τους σχέση με το άθλημα μπορεί να εκφράζεται με ερωτήσεις ολικής άγνοιας, όταν τύχει και βρεθούν ως (τηλε)θεατές μπροστά σε έναν αγώνα. Στα «Δοκίμια-μαρτυρίες», όπως τα χαρακτηρίζει ο Κόκορης, απαντούν μερικά από τα πλέον έξοχα κείμενα στα οποία το θεαματικό ποδόσφαιρο άλλοτε παραλληλίζεται με άλλες μορφές τέχνης, υψηλές και απαιτητικές, όπως είναι ο χορός και η τέχνη της μυθοπλασίας, και άλλοτε συνδέεται με την κοινωνική ιστορία μιας πόλης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της πάλαι ποτέ φημισμένης για την ποιότητα και τις αρετές του παιχνιδιού της Δόξας Δράμας. Σε αυτήν την κατηγορία λόγου ανήκουν, κατά τον Κόκορη, το εμβληματικό κείμενο του «πρύτανη των Ελλήνων ποδοσφαιρολόγων» Αναγνωστάκη, με τον τίτλο «Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ» (1984), καθώς και κείμενα των δύο άλλων «αντιπρυτάνεων», του Βαγενά και του Μαρκόπουλου (σ. 83). Πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί στον πειρασμό να μην αντιγράψει ένα από τα πιο γνωστά παραθέματα του κείμενου του Αναγνωστάκη; Πώς μπορούμε, όσες και όσοι παρακολουθούμε σήμερα τον πολύ μεγάλο αριθμό αγώνων που δίνουν οι ομάδες κάθε χρόνο (σε βαθμό που οι ίδιοι οι αθλητές να έχουν φτάσει πλέον να διαμαρτύρονται για την καταπόνησή τους), να αποφύγουμε τις αναγωγές εκείνες που συγκρίνουν (και γεφυρώνουν) το τότε με το τώρα;
[…] μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που βλέπω; Καλές ομάδες, δε λέω, μαχητικοί οι Βέλγοι, σταθερή η Λίβερπουλ, τεχνίτρα η Γιουβέντους, σκληροτράχηλη η Μπάγερν – αλλά, αλλά, αλλά, ποίο το διαφορετικό; (Θυμάμαι την πικρόχολη κουβέντα ενός φίλου, έμπειρου γερόλυκου των γηπέδων: «Καλή η Άρσεναλ. Ένα διεθνές φορμαρισμένο Αιγάλεω»). (σ. 85)
Και εάν η ομάδα-θρύλος της δεκαετίας του 1970, ο Άγιαξ του Κρόιφ, κάνει τον Αναγνωστάκη να σκεφτεί ευφυώς ότι το ποδόσφαιρο «μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης» (σ. 85) και η Δόξα Δράμας τον Βαγενά να δείχνει με ενάργεια ότι η κλίμακα ηθικών αξιών που εξέπεμπε σε όλο το ελληνικό πρωτάθλημα η ομάδα της Δράμας εκπροσωπούσε μια ολόκληρη πόλη, το άθλημα-παιχνίδι αποκαλύπτει στον Μαρκόπουλο την αξία της αθωότητας, χάρη στην οποία η ζωή μας ομορφαίνει, τα πάθη της αμβλύνονται (σ. 92-93), όπως γράφει στο μελέτημά του Εντός και εκτός έδρας (2006).
Σε άλλη θερμοκρασία και σε άλλη υφολογική διαστρωμάτωση, τα κείμενα που σχολιάζονται στην τρίτη, και εκτενέστερη, ενότητα του βιβλίου του Κόκορη φανερώνουν τρόπους υποδοχής του ποδοσφαίρου που δεν είναι θετικοί, θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο το στάδιο της αρχικής υποδοχής του 1930. Άλλωστε, ο τίτλος της ενότητας είναι αντιπροσωπευτικός του περιεχομένου: «Τα αρνητικώς διακείμενα – Τα βασισμένα σε μεταφορές και παρομοιώσεις – Τα περιφερειακά». Στην ενότητα αυτή συγκεντρώνεται υλικό σχετικό με το ποδόσφαιρο από τρεις διαφορετικές δεξαμενές: από κείμενα, από σχήματα λόγου και από έμμεσες, πλάγιες αναφορές («τα περιφερειακά»). Κοινό γνώρισμα και των τριών είναι ότι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό εκφράζουν
απαξίωση, αρνητισμό, προβλήματα και άγχος, που μέσω του ποδοσφαιρικού βασάνου αλληγορικά καθρεφτίζει και το άλγος της υπαρξιακής περιπέτειας [….] πολλά τα ποιήματα, αρκετά τα δοκίμια, ελάχιστα τα διηγήματα και ένα μόνο το μυθιστόρημα. (σ. 136)
Πρόκειται, λοιπόν, για κείμενα που άλλοτε αποβλέπουν στη διακωμώδηση του αθλήματος, όπως είναι τα σατιρικά στιχουργήματα του Μίμη Σουλιώτη, και άλλοτε για κείμενα στα οποία, μέσω του ποδοσφαίρου, ανακαλούνται στον ομιλητή/αφηγητή πολύ τραυματικές και οδυνηρές εμπειρίες· τα γήπεδα, λ.χ., δεν είναι μόνον χώροι ανέμελης άθλησης της νεότητας ή άσκησης της ρώμης, αλλά και χώροι όπου το αίμα έχει ποτίσει το χώμα και το γρασίδι τους (Μάρκος Μέσκος, «Εικόνες από την επαρχία. III», σ. 145). Αλλά οι αρνητικές όψεις του ποδοσφαίρου μπορεί να προσφέρουν και την κατάλληλη σκηνοθετική επινόηση για μια λιγότερο ή περισσότερο συγκεκαλυμμένη πολιτική στάση, όπως γίνεται στην περίπτωση του ποιήματος «Καβάλα, 13 του Δεκέμβρη 1967» (σ. 223–224), γραμμένο από τον πολύ καλό Καβαλιώτη συγγραφέα που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, τον Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου. Είναι πολλά τα κειμενικά παραδείγματα που σχολιάζει σε αυτήν την ενότητα ο Κόκορης· εξίσου πολλές και πλούσιες οι εξακτινώσεις που επιχειρεί, πολλαπλασιάζοντας και εξάπτοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τις καλειδοσκοπικές ερμηνείες που προτείνει.
Η εργασία του Κόκορη έρχεται να προστεθεί σε ένα δίκτυο άλλων εργασιών, που αναδεικνύουν μια πλευρά της λογοτεχνικής μας γραμματείας που δεν έχει φωτιστεί ιδιαίτερα. Αυτή η συνθήκη οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι ειδικά το ποδόσφαιρο, και κατ’ επέκταση και η φιλοσοφία που το συνοδεύει (στην προκείμενη περίπτωση η υπαρξιακή αγωνία), δεν έχει αναγνωριστεί ακόμα από το διανοητικό πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής (και της αριστεράς και της μη αριστεράς) ως ένα από τα ευγενή αθλήματα, ως μια κατηγορία αισθητικής αγωγής που μπορεί να έχει προεκτάσεις στην κοινωνική διαμόρφωση, στη συλλογική και ατομική πολιτισμική ταυτότητα. Πολύ περισσότερο όταν το άθλημα αυτό, ειδικά στη χώρα μας, μαστίζεται από περιστατικά ακραίας βίας και υποθέσεις διαφθοράς, χρηματισμού και σήψης, στοιχηματισμού και υπόθαλψης εγκληματικών στοιχείων, με συνέπεια να έχει αλλοιωθεί δραματικά ο χαρακτήρας του ως αθλήματος-παιχνιδιού. Όταν κρίσιμες πτυχές του αθλήματος ρυθμίζονται από τις πιο παθογενείς πλευρές μιας κοινωνίας, η οποία έχει εγκαταστήσει στον κώδικα της τις συμπεριφοράς της βίας, της παραβατικότητας και της καταστροφής, και όταν η πολιτεία δείχνει να είναι απρόθυμη να επιτελέσει τον ρόλο της, τότε διαλύεται κάθε αυταπάτη, ακυρώνεται κάθε προσδοκία για να αναγνωριστεί το πιο λαοφιλές άθλημα ως τρόπος και μέσον αγωγής. Η λογοτεχνική γραφή, όμως, μας προσφέρει μια οδό διαφυγής, ένα αντίδοτο, γιατί κατασκευάζει συγκινησιακούς τρόπους και δημιουργεί νησίδες αναγνωστικής απόλαυσης και προβληματισμού. Ο Κόκορης, μετά το στάδιο της απόλαυσης, πέρασε στο στάδιο της μελέτης και της ερμηνείας, με βασικό εξοπλισμό του τη διαπιστωμένη και σε προηγούμενες εργασίες του αναγνωστική ευαισθησία. Γι’ αυτό και το βιβλίο του αυτό είναι, ταυτόχρονα, και ευχάριστο στην ανάγνωση και μια αξιόλογη συνεισφορά στο ερευνητικό ζητούμενο, που παραμένει ακόμα ανοιχτό.
⸙⸙⸙
[O Μιχ. Γ. Μπακογιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας Α.Π.Θ.]
[1]. Ο Κόκορης έχει ασχοληθεί με την ελληνική ποδοσφαιρική λογοτεχνική γραμματεία ήδη από το 2000. Το πρώτο του σχετικό δημοσίευμα στον κερκυραίο Πόρφυρα αποτέλεσε έναν σημαντικό κρίκο στο ελληνόγλωσσο βιβλιογραφικό δίκτυο σχετικών δημοσιευμάτων, τα οποία είχαν αρχίσει να πυκνώνουν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980· βλ. Δημήτρης Κόκορης, «Ελληνική ποδοσφαιρική λογοτεχνία: Εισαγωγή και βιβλιογραφική πρόταση για ανθολόγηση κειμένων», περ. Πόρφυρας, τχ. 94 (Απρ.–Ιούν. 2000) 493–500. Για τα πρώτα δημοσιεύματα γύρω από αυτό το ζήτημα βλ. την ενότητα «Βιβλιογραφία – Διαδικτυογραφία», στο Δημήτρης Κόκορης, «Άθλημα ή αθλιότης;». Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, Αθήνα, Πεδίο, 2024, σ. 259–281.

