Ηλίας Μπιστολάς, Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα, Τόπος, Αθήνα 2022.

Το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Ηλία Μπιστολά εκτυλίσσει το πώς ένα καταγωγικό έγκλημα σφραγίζει τη σάγκα μιας ολόκληρης οικογένειας επί τουλάχιστον τρεις γενεές και ως προς αυτό αποτελεί επικαιροποίηση των αρχαίων τραγωδιών. Παρακολουθούμε σε τρία διαφορετικά μέρη τους βίους τεσσάρων αδελφών, που έχει επηρεάσει ο φόνος που διέπραξε ο πατέρας και πατριάρχης του οίκου. Οι επιλογές των ηρώων, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, επηρεάζονται από το πρώτο έγκλημα, αν όχι ως προς τις πράξεις σίγουρα ως προς το συνοδευτικό βίωμα. Η κλειστότητα του οίκου, λόγω του φονικού, αφήνει τους ήρωες ανέστιους και υπαρξιακά ορφανούς ενώπιον της εκκρεμότητας των μεγάλων ερωτημάτων.
Η αφήγηση έχει κινηματογραφικές αρετές –είναι, μεταξύ άλλων, σαφής η επίδραση του Ντέιβιντ Λιντς–, όπως το πολύ σφιχτοδεμένο μοντάζ που κάνει ώστε μια πληθώρα γεγονότων της πολυπρόσωπης αφήγησης να χωρά σε 152 μόλις σελίδες, σε ό,τι ονομάζεται στο κείμενο του οπισθοφύλλου «σάγκα τσέπης». Το «χώμα» του τίτλου μπορεί να σημαίνει ένα τρίπτυχο «δεν ακούω, δεν βλέπω, δεν μιλάω», όπως στην ταινία Οι Τρεις Πίθηκοι του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, με άλλα λόγια την επί χρόνια αποτυχία της οικογένειας να αρθεί σε μια ώριμη αυτογνωσία, βασισμένη στην αυτοσυνειδησία ως προς το έγκλημα και τον ρόλο που έχει παίξει, γεγονός που έκανε «οι αμαρτίες των γονέων να παιδεύουν τα τέκνα» σε βάθος γενεών μέχρι την αργή ολοκλήρωση του δραματικού κύκλου. Όπως στην τραγωδία Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλέους, το έγκλημα και ο δράστης του γίνεται γνωστό στον αναγνώστη προς το τέλος, ερμηνεύοντας οπισθοβατικά την αφήγηση και αφήνοντας μέχρι τότε τον αναγνώστη να τοποθετείται έναντι των νεότερων ηρώων και των πεπραγμένων τους με εκκρεμή γνώση.
Εκτός από την κινηματογραφική γραφή, το δεύτερο πολύ σύγχρονο στοιχείο της αφήγησης είναι μία οικολογική μέριμνα για το σύνολο της φύσεως με μια αντισπισιστική επικέντρωση σε ζώα που γίνονται εξίσου με τους ανθρώπους ήρωες του έργου, καθώς γίνεται αντιληπτό ότι στον ίδιο πλανήτη που κατοικούμε οι συνέπειες των ανθρώπινων εγκλημάτων δεν μπορούν παρά να αφορούν και τη φύση. Ο αντισπισισμός συμπλέκεται με μια υπόρρητη φεμινιστική καταγγελία στην πατριαρχία και συναφώς η γλώσσα ως σύνδεσμος των ανθρώπων τίθεται σε αντίστιξη με την αναζήτηση μιας πρωτογλώσσας των μη ανθρώπινων ζώων. Είναι κυρίως, όμως, το έδαφος της γης που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο ως ο τόπος των χθόνιων θεοτήτων, ως το υπόγειο του εγκλήματος, ως χώρος υποσυνειδήτου και μυστικών που λανθάνουν και ελλοχεύουν. Το αντίστοιχο ως προς την πλοκή είναι η μη γραμμική αλλά κλωθογυριστή αφήγηση, όπου έχουμε πολλές επαναδρομές στις ίδιες θεματικές και γεγονότα που επιτρέπουν μια πληθώρα πολυφωνικών ερμηνειών κατά μια μπαχτινική πολυσημία.
Με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, το παραδοσιακό και κλασικό συντίθεται με το σύγχρονο: Οι προσδοκίες τραγικής σπουδαιότητας που δημιουργούνται στον αναγνώστη από μια οικογενειακή σάγκα με τη δική της σύγχρονη αρά, που θα μπορούσε να θυμίζει τον μυκηναϊκό ή τον θηβαϊκό κύκλο, έρχονται να γειωθούν στην ευτέλεια της νεοελληνικής επαρχίας, στην οποία εσχάτως στρέφονται όλο και περισσότεροι δημιουργοί της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, ενώ είναι σαφές ότι το έργο έχει γραφτεί από έναν σινεφίλ που, είτε συνειδητά, είτε αυθόρμητα, χρησιμοποιεί κινηματογραφικές τεχνικές στην αφήγησή του. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι το έργο κινείται με άνεση αφενός στη μερικότερη εντοπιότητα του χωριού, αφετέρου στον κοσμοπολιτισμό του πλανήτη με αναφορές σε σειρά ταξιδιών και μεταναστεύσεων σε εξωτικούς προορισμούς· είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας, καθώς ο Έλληνας αστός της κρίσης αφενός αναζητεί την αυτοσυνειδησία του στη σχέση με το χωριό του, ενώ αφετέρου, στην εποχή των Google maps, αλλά και της διαρκούς επικαιρικής μετανάστευσης, δεν μπορούμε να δούμε τους εαυτούς μας αποκομμένους από τη μεγάλη εικόνα της παγκοσμίωσης. Με όρους της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας, θα λέγαμε ότι είναι ένα έργο που συνδυάζει την τραγωδία του ευσύνοπτου τόπου της πόλεως με το χαοτικό άνοιγμα στον οικουμενισμό της κοσμοπόλεως, όπως βλέπουμε στο ελληνιστικό μυθιστόρημα.

