Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Διονύσιος Σκλήρης

Για το «Deep Fake» του Μάκη Μαλαφέκα

Μάκης Μαλαφέκας, Deep Fake, Αντίποδες, Αθήνα 2024.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα του Μάκη Μαλαφέκα ανανεώνει με πολλαπλούς τρόπους το ελληνικό νουάρ. Εδώ η κινητήρια δύναμη του μυστηρίου είναι η ίδια η επιθυμία του κεντρικού ήρωα, ο οποίος αναπαράγει ή, καλύτερα, ενσωματώνει και αυτόν του συγγραφέα: Ο Μιχάλης Κρόκος, γραφιάς που άφησε το Παρίσι για την Αθήνα, ένοικος Εξαρχείων, περιστασιακός «κάτι-σαν-ντετέκτιβ» ή έστω, λύτης γρίφων, είναι πάνω από όλα ένας λογοτέχνης, ο οποίος πάσχει από «μπλοκάρισμα του συγγραφέα» (writer’s block) και επιζητεί την περιπέτεια ως μια δυναμική επιτέλεση της λύσης των μυστηρίων της δικής του ταυτότητας. Δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε τον Οιδίποδα Τύραννο, όπου ο Σοφοκλής θέτει τον ήρωα να είναι ντετέκτιβ στη λύση ενός αινίγματος που ο ίδιος είναι ανεπίγνωστα το αντικείμενό του, διερευνώντας εντέλει τη δική του επιθυμία. Το μοτίβο αυτό του οιδιπόδειου ντετέκτιβ επαναλαμβάνεται σε πολλά μυθιστορήματα, όπου ο ντετέκτιβ ουσιαστικά ερευνά τον εαυτό του, και αναλαμβάνεται με πρωτότυπο τρόπο στο έργο του Μάκη Μαλαφέκα, όπου το κύριο θέμα είναι η εξέταση μύχιων επιθυμιών και φαντασιώσεων.

Στο σημείο αυτό συναντάται με τη σύγχρονη δυνατότητα μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας, πλέον και της τεχνητής νοημοσύνης, να δημιουργείται ένα deep fake, ένα βαθύ ψεύδος, στο οποίο δεν είναι πλέον δυνατό να ανιχνευθεί η πλαστότητα. Επομένως, ένας ντετέκτιβ που είναι ο ίδιος προέκταση του λογοτέχνη και προσπαθεί να εμπλακεί στη δράση, ώστε στη συνάντηση της επιθυμίας του να μπορέσει να δημιουργήσει τέχνη στο μεταίχμιο αλήθειας και φαντασίωσης, θα έχει ως αντίπαλό του κάποιον ο οποίος παράγει βαθύ ψεύδος, δηλαδή πλαστό υλικό, του οποίου ο κίβδηλος χαρακτήρας είναι καταστατικώς αδύνατο να διαγνωσθεί, αφενός εκβιάζοντας θύματα και αφετέρου συντονιζόμενος με τις φαντασιώσεις πελατών στους οποίους απευθύνεται το εν λόγω υλικό. Η πολιτική με τη στενή και την ευρεία σημασία της είναι ασφαλώς παρούσα. Το deep fake παράγεται μεταξύ άλλων και από διαδικτυακά τρολ, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσουν και για πολιτικούς σκοπούς, εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, για τη διασπορά συνωμοσιολογικών θεωριών, που κατά κανόνα ευνοούν την ακροδεξιά. Θίγεται, λοιπόν, ένα ιδιαιτέρως επίκαιρο πολιτικό ζήτημα, και μάλιστα εν μέσω προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ, ήτοι η επίδραση των ψηφιακών αυτών τεχνολογιών και δη της τεχνητής νοημοσύνης προς μια υπονόμευση της υγιούς δημοκρατικής διαβούλευσης. Ερευνάται, όμως, και το ερώτημα μήπως σε μια εποχή καθολικής επικράτησης της φαντασίωσης, αλλά και της ψηφιακής αυτοσκηνοθεσίας, ολόκληρο το πολιτικό παίγνιο διαδραματίζεται στο πεδίο μιας αυτονομημένης επιθυμίας. Και οι επιθυμίες κατά κανόνα διαθέτουν τον δικό τους ζόφο, που προκαλεί τη νουάρ ατμόσφαιρα σε ένα οιονεί πρωτότυπο (υπο-)είδος που θα μπορούσε να αποκληθεί «πολιτικό νουάρ αυτογνωσίας».

Ο Μαλαφέκας είναι εξάλλου ένας σπουδαίος ατθιδογράφος: Παρελαύνει στο βιβλίο όλη η σύγχρονη Αθήνα σε μια φιλάνθρωπη και ενήδονη εντρύφηση στην ευτέλειά της και, κατ’ επέκταση, ένα μέρος της Πελοποννήσου, με τον φέικ πύργο του Άιφελ στα Φιλιατρά να αποτελεί ένα εμβληματικό σημείο της εκτύλιξης της ιστορίας. Στη μικρή αυτή Οδύσσεια, που θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα ωραίο κωμικοτραγικό road movie, η γυναίκα λειτουργεί ως Κίρκη που ξεδιπλώνει τους κόμβους της πλοκής. Θίγεται, εξάλλου, η επίδραση του εξευγενισμού (gentrification) στο αστικό τοπίο με τρόπο που αυξάνει την ανοικείωση των πρωταγωνιστών στην ίδια τους την πόλη. Έτερο θέμα είναι η αλλοτρίωση της τέχνης μέσα από την εμπορευματοποίησή της. Ο ήρωας παρακολουθεί την κρίση του ανδρισμού με αφορμή τη δίκη του Τζόνι Ντεπ και ταυτοχρόνως μελετά την άνοδο της «εναλλακτικής (ακρο)δεξιάς» (altright). H ενατένιση, όμως, ενός αποκρουστικού σήμερα θέτει τον ήρωα εντός του κατεξοχήν deep fake που είναι η νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν που ουδέποτε υπήρξε.

Κύλιση στην κορυφή