Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Εδώ και τώρα. Κείμενα φιλοσοφικής θεολογίας περί βλέμματος, σεξουαλικότητας, επιθυμίας και άλλων τινών, Αρμός, Αθήνα 2020.
Θέματα φλέγοντα και επίκαιρα εξερευνά το νέο βιβλίο της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου. To εξώφυλλο –ένα παράθυρο που μας επιτρέπει να φανταστούμε τι μπορεί να κρύβει το περιεχόμενο– στην έκδοση αυτή ενσωματώνει ένα άλλο παράθυρο, μια σκηνή σκοτεινή, όπου στο βάθος της αντανακλάται ένα γυμνό. Από την αρχή πλημμυρίζομαι από μια αίσθηση ενέργειας, με το γυναικείο σώμα-τόπος του Ρόρρη που δεν διακοσμεί απλώς το βιβλίο, αλλά ενσταλάζει την ουσία που συνδέει τα κείμενα που έχει συγκεντρώσει η συγγραφέας και μας τα προσφέρει για να θέσει μια σειρά από ερωτήματα που αφορούν τον ρόλο του θεολογικού λόγου στη σημερινή πραγματικότητα.

Στο πρώτο κείμενο «Κοιτάζοντας τις γυμνές γυναίκες του Γιώργου Ρόρρη» έχουμε μια εμπειρία του Θεού μέσα από το βλέμμα. Το τελευταίο κείμενο και πάλι έχει στο επίκεντρο μια αισθητική εμπειρία, αφού είναι αφιερωμένο στο Dogville του Lars von Trier, μια ανάγνωση που ψηλαφεί τη δυναμική της δικαιοσύνης σε έναν αντρικό κόσμο καταπίεσης με την ηρωίδα Grace να καταστρέφει μια ολόκληρη πόλη. Ανάμεσα στον Ρόρρη και στον Lars von Trier επτά ακόμη κείμενα συνθέτουν το βιβλίο με τον επιτακτικό τίτλο Εδώ και Τώρα. Τα επτά κείμενα δομούνται σε τέσσερις ενότητες: Α´ Περί βλέμματος, Β´ Περί σεξουαλικότητας και επιθυμίας, Γ´ Περί μετανοίας και Δ´ Περί δικαιοσύνης. Η διεισδυτική επίμονη ματιά της συγγραφέως αναζητά νοήματα στους πρόσφυγες, στον Γρηγόριο Νύσσης, στις σεξουαλικότητες, στους ανδρισμούς και τις θηλυκότητες, και μας παραδίδει γραφές παράξενες που δεν έχουμε συνηθίσει από μία θεολόγο. Πώς τολμά μια γυναίκα και μιλάει για ανδρισμούς και θηλυκοποίηση της θρησκείας, συζητάει τόσο ανοιχτά και απροκατάληπτα για ομοφυλοφιλία, οροθετικούς, ανάπηρους που επανεκτιμούν τη σωματική απόλαυση; Θα έλεγα ότι με τον τρόπο της η Αθανασοπούλου-Κυπρίου μας εξαναγκάζει να δεχτούμε ότι η θεολογία είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που περιμένουμε, από αυτό που γνωρίζουμε, συχνά κάτι άγευστο, απωθητικό και αδιάφορο. Σε αντίθεση με την κλειστοφοβική νοοτροπία της Εκκλησίας, τις αγκυλώσεις και τον επαρχιωτισμό, αυτό που κάνει σημαντικό τον λόγο της συγγραφέως είναι τα ερωτήματα που θέτει εξαρχής στις εργασίες της, που μας οδηγούν στο ζητούμενο της Εκκλησίας που είναι η οικουμενικότητα και η απελευθέρωση από τις αλυσίδες του παρελθόντος (βλ. χριστιανικό κράτος, έθνος, ταύτιση με έναν και μόνο πολιτισμό, ιδεολογικοποίηση, φανατισμός). Κι αυτά τα ερωτήματα είναι τολμηρά, αφορούν επιλογές και αποφάσεις, καθημερινές πρακτικές εντός της ιστορίας, προτάσεις ζωής, έχοντας ως κριτήριο την ανεύρεση του θετικού νοήματος στον πολιτισμό και την ανάδειξη του προσώπου.
Ξεκινώ από τον τίτλο Εδώ και τώρα. Από τη θεωρία της επιτέλεσης γνωρίζουμε την προσπάθεια του περφόρμερ να αποδώσει σε μια ολότητα με ρίσκο σώμα-πνεύμα-νου, ενώπιον του κοινού. Αυτό συμβαίνει στο εδώ και τώρα ενώπιον των άλλων. Η παράσταση δεν σηκώνει αναβολές και ετεροχρονισμούς. Το ποιοτικό της χαρακτηριστικό είναι η ζωντάνια της. Αυτό τη διακρίνει από τη μαγνητοσκοπημένη ή ηχογραφημένη παράσταση. Η αμεσότητα. Συμβαίνει πάντα σε χρόνο ενεστώτα και είναι συνδυασμός δύο παραγόντων: της τυχαιότητας και της πειθαρχίας. Όπως λέει σωστά ο Σέχνερ ο σχοινοβάτης, σε κάθε του τυχαία κίνηση υπάρχει κρυμμένη μια ατελείωτη πειθαρχία και άσκηση. Με ενδιαφέρει, λοιπόν, αυτό το βιβλίο γιατί η συγγραφέας σαν τον περφόρμερ εξερευνά τις προσωπικές της εμπειρίες για να εντοπίσει τα στοιχεία που την προσδιορίζουν ως ταυτότητα και μεταμορφώνεται ως ο πρωταγωνιστής των κειμένων της μέσα από την αφήγησή της που διατηρεί την επιστημονικότητα αλλά δεν εξαντλείται σε στοιχεία, αριθμούς και σε μια ξύλινη ακαδημαϊκή επιχειρηματολογία. Είναι μια αφήγηση άμεση που μας αφορά στο σήμερα. Υπάρχει ένα στοιχείο του επείγοντος. Υπάρχει ένα ρίσκο. Που δεν αφορά μόνο τη συγγραφέα αλλά και τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες της. Αυτή λοιπόν η ζωντάνια, που υπογραμμίζεται με το επιτακτικό εδώ και τώρα του τίτλου, προσφέρει μια ιδιαίτερη ενέργεια και το ενδιαφέρον της αποκτά κοινωνική σημασία, διότι καταφέρνει να εμπλέξει το αναγνωστικό κοινό σε ιστορίες βίων, όπου το συναίσθημα έχει δεσπόζουσα θέση αλλά, κυρίως, γιατί οδηγεί σε νέα νοήματα παρά σε μια τελεσίδικη άποψη. Γι’ αυτό θα υποστηρίξω ότι τα κείμενα του βιβλίου έχουν και μια πολιτική δυναμική.
Ήδη από τον Πρόλογο η αυτοαναφορικότητα είναι έκδηλη σε μια σειρά από εξομολογήσεις: Η συγγραφέας, αναλογιζόμενη τον τίτλο του παλαιότερου βιβλίου της Όχι εγώ, καταθέτει: «επαναθεωρώντας τη φράση “Όχι εγώ” που είπα το 2011, διακρίνω σήμερα την ομολογία ότι ήμουν εγώ. Ήμουν εγώ που φοβόμουν να αναλάβω την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων μου. Ήμουν εγώ που χρειαζόμουν όρια το 2016, όρια που θα με προστάτευαν από παραβιάσεις κάθε είδους». Διαβάζω αυτή τη δήλωση και σκέπτομαι ότι ένα βιβλίο είναι ένα σενάριο μιας παράστασης η οποία παίζεται κάθε φορά με την ανάγνωσή του, επιζητώντας την επικύρωσή της. Και αυτή η επιτέλεση έχει μια θεραπευτική διάσταση τόσο για τον δημιουργό του βιβλίου όσο και για το κοινό του. Θα έλεγα ότι είναι τόσο ιαματική αυτή η εμπειρία όσο περισσότερο βασίζεται στην αυτοκατανόηση και στον αυτοπροσδιορισμό, σε μια ματιά που συνδέει τον εσωτερικό κόσμο και τον προσωπικό λόγο με τον δημόσιο χώρο. Και στην περίπτωση της Αθανασοπούλου-Κυπρίου θα πρέπει να προσθέσουμε τον θεολογικό χώρο. Στο επίκεντρο της συγγραφέως είναι σαφές πως βρίσκεται η σχέση της με τη θεολογία μέσα από μια φεμινιστική προσέγγιση, όπου πρωταγωνιστεί το ανθρώπινο σώμα. Το φύλο, βιολογικό ή κοινωνικό, φυσικό ή κατασκευασμένο, προϋποθέτει ένα σώμα. Το ίδιο και η σεξουαλικότητα και η ερωτική επιθυμία, ετεροφυλόφιλη ή ομοφυλόφιλη.
Tο νέο βιβλίο της Αθανασοπούλου-Κυπρίου είναι ένα τεκμήριο των μεταμορφώσεων στις χριστιανικές ευαισθησίες της ορθόδοξης θεολογίας. Αντικρίζοντας τον πίνακα του Ρόρρη με τη γυναίκα δίχως ρούχα, αισθάνεται ότι αλλάζει. «Η ζωγραφισμένη γυναίκα αντιστεκόταν στο αρπακτικό μου βλέμμα που ήθελε να αποκτήσει το αντικείμενό του, να κατανοήσει τα πάντα και να τοποθετηθεί σε μια σχέση που δεν θα σεβόταν την ετερότητα του άλλου ή κάποιο στοιχείο υπερβατικότητας που παραμένει αόρατο». Και ακολούθως ομολογεί: «το βλέμμα μου σταδιακά μεταμορφώθηκε ή για την ακρίβεια μεταμορφώθηκε από αυτόν, έτσι που τώρα μπορώ να ομολογήσω ότι αυτός ο πίνακας έχει γίνει τελικά μια εικόνα που υποδηλώνει την υπερβατικότητα». Αναστοχασμός που μας πηγαίνει στη λογική του Σαρτρ για το βλέμμα, όταν έλεγε ότι διά του βλέμματος εκείνος που μας βλέπει μας μετατρέπει σε αντικείμενο του δικού του κόσμου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως αντικείμενο. Και να φτάσουμε σε μια αέναη μάχη με τον Άλλο που προσπαθεί να μας επιβληθεί ως υποκείμενο. Αντιστρόφως, εμείς ως υποκείμενα αντικρίζουμε το άλλο σώμα ως κατακτητές. Η τόλμη της συγγραφέως είναι ότι πάει παραπέρα και μιλάει για τη «δυνατότητα της ειδωλολατρίας και τη λαγνεία των ματιών» όταν λαχταράμε να γνωρίσουμε το απαγορευμένο. Ακριβώς αυτό οφείλουμε να δεχτούμε, τονίζει: τη λαγνεία των ματιών ώστε μετά να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε. Σε αυτό βοηθά η ζωγραφική του Ρόρρη γιατί μας εκθέτει και μας καλεί σε μεταστροφή. Να μάθουμε να έχουμε μάτια ανοιχτά στη διαφορά και στην υπερβατικότητα.
Στη συνέχεια, στο κείμενο για το «εσχατολογικό σώμα» η συγγραφέας περνάει στην προσέγγιση μιας χριστοκεντρικής αντίληψης για το σώμα, προσανατολισμένης κυρίως στην εσχατολογία. Σε αυτό το πλαίσιο δεν αντέχει πλέον η ιδέα ότι ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου είναι μια μακρόχρονη ετεροφυλόφιλη σχέση, που εκπληρώνεται στον γάμο άντρα και γυναίκας. Το ζήτημα είναι η σωτηρία του ανθρώπου και όχι ένα μοντέλο επιβίωσης που επιβάλλεται από έναν Θεό-δυνάστη και περιορίζεται σε μία υποχρεωτική σταθερή ετεροφυλοφιλία. Άραγε ποιες δυνατότητες κρύβει η πατερική σκέψη και η θεολογία της Ανατολής που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε όσους είναι καταπιεσμένοι και περιθωριοποιημένοι, και αντιμετωπίζονται σαν τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας; Αυτό είναι το θέμα της διερεύνησης της συγγραφέως. Και ήταν φανερό από παλαιότερα, όπως στην προσέγγιση που έκανε στον Γάμο του Καραχμέτη του Παπαδιαμάντη, όπου θέτει το ζήτημα της ενδοικογενειακής βίας και την ευθύνη που έχει ο χριστιανός.
Από την υποχρεωτική συμβατική αντίληψη για το φύλο έχουμε υποστεί πολλά από διάφορες πλευρές, έχουν βασανιστεί πολλοί συνάνθρωποί μας, ακόμη και από τις υποτιθέμενες προοδευτικές δυνάμεις του εκκλησιαστικού χώρου. Αρκεί να θυμηθώ τον Χρήστο Γιανναρά, που τόσα έχει προσφέρει στη θεολογική σκέψη, και τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο θέτει το ζήτημα των φύλων στη Βασιλεία του Θεού. Πόσο ασφυκτική αντίληψη είναι ο ισχυρισμός πως μόνο το ζεύγος άντρα-γυναίκας δικαιούται να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού. Αναφέρω τελείως ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα από το Αλφαβητάρι της πίστης στο κεφάλαιο «Ο άνθρωπος»: «Μόνο όταν ο έρωτας που κατευθύνεται στο ετερόφυλο πρόσωπο οδηγήσει στην αγαπητική αυθυπέρβαση της φυσικής ατομικότητας (που θα πει: να ξεπεράσει ο άνθρωπος το άτομό του, τις ατομικές του επιθυμίες, ανάγκες και απαιτήσεις, να πάψει να σκοπεύει στην ατομική επιβίωση και να αρχίσει να ζει για χάρη του άλλου, από αγάπη για τον άλλον), μόνο τότε ελευθερώνεται ο δρόμος για την ανταπόκριση του ανθρώπου στην ερωτική κλήση του Θεού και γίνεται ο έρωτας οδός ζωής και χάρισμα ζωής. Γι’ αυτό και τύπος του συζυγικού έρωτα είναι ο σταυρικός έρως του Χριστού για την Εκκλησία». (σ. 113)
Αυτό το μόνο έχει σημασία: αποκλείει κάθε άλλη μορφή έρωτα. Και παρακάτω θα επαναληφθεί όταν συγκρίνει τον έγγαμο βίο με τον μοναχισμό. Οι μοναχοί «αρνούνται τον γάμο, τον φυσικό τρόπο για την ερωτική αυθυπέρβαση της ατομικότητας, και επιχειρούν το άλμα… να υπάρξουν μόνο με την υπακοή και την άσκηση, μόνο με την αυτοπαραίτηση από τη φύση… Εμείς οι άλλοι, οι πολλοί, έχουμε ανάγκη από τον ετερόφυλο “βοηθό” για να φτάσουμε, με το σταυρικό υπόδειγμα του Χριστού, στη νέκρωση και ανάσταση που οι μοναχοί με άλμα κατορθώνουν.» Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο κόσμος μας, κατά τον Γιανναρά, αποτελείται από τους πολλούς που είναι αυτοί που επιλέγουν τον ετερόφυλο «βοηθό» και τους λίγους που είναι οι μοναχοί. Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο πόλους δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες. Κάτι που δεν ισχύει στον πραγματικό κόσμο με τους πραγματικούς ανθρώπους, αφού υπάρχουν πολλοί τύποι συζυγιών και σχέσεων. Όλο βέβαια αυτό, η ερωτική σχέση άνδρα-γυναίκας, υποτίθεται ότι εικονίζει το σχήμα της σχέσης Θεού-Ισραήλ και Χριστού-Εκκλησίας, αργότερα. Όποιος δεν ανταποκρίνεται στη στερεότυπη εικόνα αυτή, στην έμφυλη απαίτηση που θεμελιώνεται θεολογικά ως αναγκαστική, μένει εκτός νυμφώνος. Μένει εκτός Βασιλείας του Θεού. Ο λόγος που αναφέρεται εδώ ο Γιανναράς είναι επειδή, ενώ προώθησε σε μια εποχή πουριτανική θέματα που είχαν σχέση με τον ανθρώπινο ερωτισμό, ενώ απελευθέρωσε τον ετεροφυλόφιλο έρωτα και τον δικαίωσε ως εικόνα του τριαδικού Θεού, ουσιαστικά έμεινε εκεί. Οι επιρροές του είναι ορατές και σε άλλους θεολόγους, όπως, για παράδειγμα, ο π. Βασίλειος Θερμός, για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω.
Αντίθετα, στις προσεγγίσεις της Αθανασοπούλου-Κυπρίου, έχουμε ένα άλλο βλέμμα που μας εξοικειώνει με την κουήρ θεολογία. Και τι είναι αυτό: Μία θεολογία που προσβλέπει στο Κυριακό αίτημα της αγάπης και επιθυμεί να δει το ανθρώπινο σώμα δίχως τους δογματικούς τραυματισμούς και τις κακοποιήσεις που του έχει επιφέρει η ιστορική ιδεολογικοποιημένη Εκκλησία, αλλά και μια ετεροφυλόφιλη κυρίαρχη λογική που διατυπώνει την περί Θεού διδασκαλία και ποιμαντική. Μια κυρίαρχη λογική, όπου η θέση των γυναικών είναι προβληματική. Θυμίζω πώς κλείνει η θεία λειτουργία: με τις ευχές των πατέρων. Οι αγίες, οι οσίες, οι μάρτυρες, οι μητέρες ημών απουσιάζουν κραυγαλέα. Ακριβώς, η θεολογία αυτή επανεκτιμά την παράδοση, προκειμένου να εντοπίσει τις κουήρ διαστάσεις σε αγίους και αγίες, σε μάρτυρες και θεολόγους. Και μια περίπτωση που έχει προσελκύσει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο Μάξιμος ομολογητής και ο Γρηγόριος Νύσσης. Ιδίως ο Γρηγόριος θεωρείται ο περισσότερο κουήρ θεολόγος της Εκκλησίας. Και είναι αυτός που ερευνά και η συγγραφέας μας προκειμένου να δει τη σχέση που έχει η θεολογία του με το φύλο (στο κεφάλαιο «Εσχατολογικό σώμα»). Στο σημείο αυτό είναι απόλυτα συντονισμένη με δυτικές θεολόγους που εργάζονται στην ανατολική παράδοση αναζητώντας απαντήσεις σε θέματα για τη σεξουαλικότητα. Από αυτή την πλευρά η Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου μας εισάγει σε έναν προβληματισμό για το τι σημαίνει βιολογικό σώμα και ποια είναι η θέση, η μορφή του και εντέλει η οντολογική του σημασία στα έσχατα. Και εδώ καταθέτει την προοπτική που μας ενδιαφέρει: Τα έμφυλα στερεότυπα υπονομεύονται εν Χριστώ και εν τέλει, όπως θα μας πει, καταργούνται.
Bέβαια, θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση έχουν όλα αυτά με την ορθόδοξη παράδοση. Ξεχνώντας ίσως ότι οι εκκλησίες, σε Δύση και Ανατολή, είναι συχνά τόποι βασανισμού για τους ομοφυλόφιλους. Και σίγουρα μπορεί τα θέματα αυτά να προκαλούν αμηχανία ή να τα βαφτίσει κανείς «δαιμονικά» σε μια κοινωνία, όπως η δική μας, που διστάζει να μιλήσει για το σώμα και τις ανάγκες του και που ο θεολογικός λόγος δεν αγγίζει περιοχές ενοχοποιημένες και απαγορευμένες. Ή μάλλον ασχολείται όταν πρέπει να οριοθετήσει την κανονικότητα από την απόκλιση. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς την εικόνα Ιησού και Ιωάννη, όπως παραδίδεται και ερμηνεύεται από τους πατέρες της Ανατολής.
Γεγονός είναι ότι οι διχοτομήσεις, οι διαιρέσεις και τα στερεότυπα καταρρέουν στο ίδιο το πρόσωπο του Ιησού. Αυτός είναι ο πυρήνας της κουήρ θεολογίας. Ένα νέο βλέμμα στην προσδοκία για τη Βασιλεία του Θεού. Ένα κάλεσμα στο νέο και μελλοντικό. Εκεί, όπου τα πάντα ανατρέπονται: ζωή-θάνατος, τιμωρία-συγχώρεση, κυριαρχία-περιθώριο. Υπάρχει ένας κουήρ Χριστός που ενσαρκώνει την απόλυτη αγάπη, για την ακρίβεια ως πρόσωπο του Θεού είναι η ίδια η αγάπη και ως εκ τούτου οι κοινωνικές ταυτότητες διαγράφονται και τη θέση τους παίρνει κάτι νέο που δεν περιορίζεται στο φύλο, όπως το γνωρίζουμε. Ας θυμηθούμε: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» με το βάπτισμα.
Η αποστολή μιας κουήρ εκκλησιαστικής κοινότητας είναι η συμπερίληψη στο όνομα της αγάπης του Θεού. Όλοι είμαστε αγαπημένα παιδιά του Ιησού, πέρα από την προσωπική ερωτική επιθυμία. Η προοπτική αυτή σπάει τους διαχωρισμούς και τα στεγανά του ετεροκανονικού χριστιανισμού, αφού οι πάντες προσέρχονται στο τραπέζι της Ευχαριστίας ισότιμα, δίχως οι διαφορές να προκαλούν πρόβλημα στο ποίμνιο. Βέβαια στην πράξη τα πράγματα είναι αλλιώς. Η έλλειψη χώρου είναι το βασικότερο πρόβλημα για όσους δεν αισθάνονται ότι ανήκουν στην ετεροφυλόφιλη μερίδα. Το περιθώριο είναι η μόνη λύση για όποιον δεν βρίσκει χώρο στην εκκλησιαστική κοινότητα. Ας σκεφτούμε πόσοι καλύπτονται από συμπεριφορές που έχουν την ετικέτα του κανονικού, ενώ αν τολμούσαν να εκφραστούν με τον δικό τους προσωπικό τρόπο θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσαρμονία και αναστάτωση σε έναν κόσμο τακτοποιημένο και αυστηρά οριοθετημένο. Ας σκεφτούμε ένα θηλυπρεπές αγόρι τι αναστάτωση προκαλεί και τι εκφοβισμό θα δεχτεί. Ας σκεφτούμε πόσοι κληρικοί μιλούν στις συνάξεις ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα, αλλά και πόσο αμήχανοι στέκονται στο κήρυγμα όταν εξαντλούνται στην τυποποιημένη επανάληψη της διδαχής για την αγία ετεροκανονική οικογένεια. Όλοι αυτοί αποσιωπούν ότι η σεξουαλικότητα είναι δώρο, ότι είναι κομμάτι της δημιουργίας του Θεού. Ξεχνούν ή αγνοούν ότι είναι ένας τρόπος να συνδεθείς με τον άλλο και με τον Θεό. Σεξουαλικότητα και χριστιανισμός δεν είναι κάτι αντίθετο.
Ας σημειωθεί ότι οι Γραφές καταδικάζουν την υποκρισία (όπως και τόσες άλλες συμπεριφορές), ωστόσο η δυτική κοινωνία δεν διαμόρφωσε κάποιο ταμπού για τον υποκριτή, δεν είπαν ότι οι υποκριτές είναι ανώμαλοι, παρά φύσιν, κτήνη και, βέβαια, δεν περιθωριοποιήθηκαν σαν ανθρώπινη ομάδα. Όπως θα πει ο Boswell, έχει γίνει κάποια επιλογή των Γραφών που χρησιμοποιήθηκαν από τα χριστιανικά κράτη. Tα ασκητικά ιδεώδη παγίωσαν την εχθρότητα προς τους ομοφυλόφιλους με βάση τέσσερα επιχειρήματα που σχετίζονται: με την κτηνώδη συμπεριφορά, δυσάρεστους συνειρμούς, αντιλήψεις για τη φύση, προσδοκίες ως προς το φύλο.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε μια κριτική της συγγραφέως για το βιβλίο του π. Βασιλείου Θερμού Έλξη και πάθος. Μια διεπιστημονική προσέγγιση της ομοφυλοφιλίας (2016). Πιστεύω ότι είναι το τολμηρότερο κείμενο του βιβλίου γιατί περιέχει έναν απίστευτα αιχμηρό κριτικό λόγο. Αυτό το κείμενο είναι τεκμήριο της αδέσμευτης σκέψης της Αθανασοπούλου-Κυπρίου αλλά και της επιστημονικής της επάρκειας να αντιμετωπίσει ένα ογκωδέστατο σύγγραμμα για ένα ζήτημα που καίει οικογένειες και ανθρώπους που αναζητούν την ταυτότητά τους, και έχει συντεθεί από έναν άνδρα, λευκό, έγγαμο, ψυχίατρο, θεολόγο και ιερέα. Δηλαδή από κάποιον που εκπροσωπεί θεσμικά την κανονικότητα.
Στην κριτική της επισημαίνει πως ο π. Βασίλειος δίνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει τους ομοφυλόφιλους ως κάτι το αξιοπερίεργο και ως «εξωπραγματικά διαταραγμένα ανθρώπινα πλάσματα», ενώ αφιερώνει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην εξέταση αν αλλάζει κάποιος ερωτικό προσανατολισμό. Και εδώ περνάμε στη θεωρία της μεταστροφής που έχει βασανίσει πλήθη και έχει εξουθενώσει ανθρώπους με άγνοια του ζητήματος. Η θέση του βασίζεται στην αντίληψη πως ο ομοφυλόφιλος είναι ασθενής που μπορεί να γίνει καλά, ότι η ομοφυλοφιλία είναι παθολογία. Και εδώ σωστά επισημαίνεται από τη συγγραφέα ότι σύμφωνα με τους παγκόσμιους οργανισμούς ψυχικής υγείας το πρόβλημα για τον ψυχισμό του ανθρώπου είναι η ομοφοβία που εσωτερικεύεται και όχι η ερωτική προτίμηση. Και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει η λεγόμενη «θετική θεραπεία», όπως θα σημειώσει: «στο πλαίσιο της θετικής θεραπείας ομοφυλοφίλων υιοθετείται μια θεραπευτική προσέγγιση που στρατηγικά αντιδρά στον κοινωνικό ετεροσεξισμό και σε άλλες μορφές καταπίεσης ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μια ευρεία στάση αποδοχής επιλογών ζωής και ταυτοτήτων». Πρόκειται για προσέγγιση προσωποκεντρική όπου κανείς δεν αποκλείεται. Κριτική ακόμη ασκείται στον συγγραφέα όταν προτείνει τον ετεροφυλόφιλο γάμο ως μίμηση Χριστού. Αυτό συμβαίνει και σε άλλα σημεία, οπότε η ομοερωτική έλξη χαρακτηρίζεται ως άστοχη, παθολογική, αμαρτωλή. Με τα δικά του λόγια: «η ομοφυλόφιλη έλξη είναι ασύμβατη με το σχέδιο του Θεού και με την πρόνοια για συμμετοχή του ανθρώπου σε αυτό» (σ. 640). Ακριβώς, σε σχέση με αυτό συμπεραίνει η Αθανασοπούλου-Κυπρίου για τον π. Βασίλειο: «οι ομοφυλόφιλοι δεν συμβάλλουν στο ενοποιητικό έργο του Χριστού και αυτό συνιστά την αμαρτωλότητά τους». Τέλος, η επιθυμία για γάμο μεταξύ ομοφύλων ερμηνεύεται από τον π. Βασίλειο ως δικαιωματισμός και δίχως πνευματικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, αναρωτιέται η συγγραφέας, με αυτό τον τρόπο υποβαθμίζεται η σημασία της παρθενίας και του μοναχισμού στην ορθόδοξη παράδοση, στον βαθμό που δεν υπάρχει ανταπόκριση στο ενοποιητικό έργο που καλείται να ζήσει ένα ετεροφυλόφιλο ζευγάρι στο πλαίσιο του γάμου.
Στο επίκεντρο των κειμένων του βιβλίου, όπως αναφέρθηκε, στέκει η ίδια η Αθανασοπούλου-Κυπρίου ως γυναίκα και θεολόγος. Και εδώ αποκτά μια άλλη διάσταση η γραφή: μετατρέπεται σε δημόσια εξομολόγηση, αποκαλύπτοντας πόσο ευάλωτη είναι και ταυτόχρονα πόσο υπεύθυνη όταν αναγνωρίζει τη δυσκολία, μάλλον την «αδυναμία», όπως λέει η ίδια να αγαπήσει τον άλλον, όπως τον εαυτό της, ελπίζοντας στο θαύμα: να ανοίξει ένας δίαυλος αλληλεγγύης προς εκείνους που βρίσκονται σε κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση το παράδειγμα είναι οι πρόσφυγες και η αινιγματική παρουσία τους, η ετερότητα του άλλου που δεν μπορεί να ιδωθεί ως αντανάκλαση της δικής μας τραυματικής ετερότητας. Μπορώ να αγαπήσω τον άλλον αν αγαπήσω το τραύμα μου, θα μας πει στο κεφάλαιο «Να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου και η έλξη της παράβασης».
Εκτιμώ την εργασία της Αθανασοπούλου-Κυπρίου γιατί κάθε της βιβλίο είναι μια ψηφίδα στην προσωπική της ιστορία. Κάθε βιβλίο της είναι μια προσωπική αφήγηση. Και μπορώ να καταθέσω από προσωπική πείρα πως αυτή η αφήγηση είναι ειλικρινής γιατί βασίζεται σε μια κλήση της συνείδησης και σε μια αγνή πίστη για το θαύμα που συμβαίνει στη γνώση της προσωπικής αδυναμίας. Το ζητούμενο για τη συγγραφέα είναι η επανένταξη της ίδιας αλλά και του αναγνώστη. Με άλλα λόγια η πρόκληση αλλαγής, ο μετασχηματισμός.
«Χρειαζόμαστε μια θεολογία του πολιτισμού», όπως είπε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι και ταυτόχρονα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης έχουμε ανάγκη από μια Ορθοδοξία «που θα αληθεύει εν αγάπη και όχι εν ζηλωτική μισαλλοδοξία… που διαποτίζει τον πολιτισμό με το πνεύμα της αγάπης και της ελευθερίας», όπως σοφά σημειώνει ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας. Πιστεύω ότι η Aθανασοπούλου-Κυπρίου με το πρωτότυπο έργο της και την ιδιαίτερα κριτική ευαισθησία της συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση: στο άνοιγμα της Εκκλησίας στον πολιτισμό, στη συνομιλία με καλλιτέχνες και έργα.
[Το κείμενο σε μια πρώτη μορφή ετοιμάστηκε για τη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου (30 Ιουνίου 2020)].

