Διονύσιος Σκλήρης

Για το «Κατά των ληστρικών και εγκληματικών ορδών των άλλων χωρικών» του Μ. Λούθηρου

Martin Luther, Κατά των ληστρικών και εγκληματικών ορδών των άλλων χωρικών, μετάφραση: Τάσος Ψηλογιαννόπουλος, επίμετρο: Γιώργος Κουτσοδιάκος, Firebrand, Αθήνα 2025.

Τα δύο κείμενα του τόμου γράφτηκαν από τον Μαρτίνο Λούθηρο το 1525 ενάντια σε εξεγερμένους χωρικούς στη Γερμανία που υποστηρίζονταν από τον Τόμας Μύντσερ. Το πρώτο, με τίτλο Κατά των ληστρικών και εγκληματικών ορδών των άλλων χωρικών (Wider die räuberischen und mörderischen Rotten der andern Bauern), είχε επισυναφθεί από τον Λούθηρο ως επίλογος στην Επίπληξη επί των Δώδεκα Άρθρων της αγροτιάς στη Σουαβία με σκοπό την ειρήνευση. Όταν το έγραψε βρισκόταν στη Βόρεια Θουριγγία και προσπαθούσε να αναλάβει δράση ενάντια στην εξέγερση των χωρικών. Το δεύτερο κείμενο του τόμου με τίτλο Ανοιχτή επιστολή σχετικά με το σκληρό εγκόλπιο κατά των χωρικών (Ein Sendbrief von dem harten Büchlein wider die Bauern) αποτελεί μια επεξήγηση του Λούθηρου σχετικά με το προηγούμενο κείμενο, λαμβάνοντας αφορμή από επιστολή του καγκελάριου του Μάνσφελντ, Κασπάρ Μύλλερ. Στις 15 Μαΐου 1525, ο στρατός των χωρικών της Θουριγγίας είχε ήδη ηττηθεί στο Φράνκενχαουζεν και είχε αρχίσει να εξελίσσεται μια αιματηρή εκδίκηση από τους ηγεμόνες ενάντια στους εξεγερμένους χωρικούς, η οποία συνδέθηκε ιδεολογικώς με το «σκληρό εγκόλπιο» του Λούθηρου, δηλαδή με το κείμενο «κατά των ληστρικών ορδών». Με την ανοιχτή επιστολή, λοιπόν, ο Λούθηρος λαμβάνει θέση μετά τα γεγονότα, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις.

Με αφορμή την επέτειο των 500 ετών από την εξέγερση των Γερμανών χωρικών, οι εκδόσεις Firebrand μας μυούν σε αυτή τη μαύρη σελίδα της πρώιμης νεωτερικότητας, με μία μετάφραση του Τάσου Ψηλογιαννόπουλου και ένα επίμετρο του Γιώργου Κουτσοδιάκου. Τα κείμενα έχουν πολλαπλές σημασίες, μεταξύ άλλων για να καταλάβουμε το εγχείρημα του Τόμας Μύντσερ, αλλά και τις πιο ζοφερές όψεις της πολιτικής θεολογίας του Μαρτίνου Λούθηρου. Η τελευταία βασίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε δύο διακριτά βασίλεια, αυτό του Χριστού και αυτό του κράτους. Ενώ οι Χριστιανοί δεν δικαιούνται να προβούν σε έναν οποιοδήποτε «ιερό πόλεμο», το κράτος, κατά τον Λούθηρο, είναι, όλως αντιθέτως, υποχρεωμένο εκ της φύσεώς του να καταφύγει στη βία με εργαλείο «τα ξίφη και τους στρατούς». Με άλλα λόγια, δεν επιτρέπεται ένας Χριστιανός να πολεμά «στο όνομα του Χριστού», αλλά μπορεί και πρέπει να πολεμά στο όνομα του κράτους. Αυτά αφορούν κυρίως τους εξωτερικούς εχθρούς, όπως η Οθωμανική αυτοκρατορία που εκείνα τα χρόνια απειλούσε τη Βιέννη. Ο Λούθηρος, όμως, είναι πολύ πιο ενθαρρυντικός στη βία, όταν πρόκειται για εσωτερική κοινωνική εξέγερση. Τότε οι κοσμικοί ηγεμόνες παρουσιάζονται ακόμη περισσότερο ως «εντεταλμένοι υπηρέτες του Θεού» για την επιβολή της τάξης και της ασφάλειας.

Ο Λούθηρος, μάλιστα, κάνει λόγο για μια διπλή τιμωρία των εξεργεθέντων: άμεση εξόντωση ως προς τη θνητή παροδική ζωή, αλλά και παντοτινή τιμωρία στην κόλαση ως προς την αιώνια ζωή. Διατυπώνεται επιπλέον μια αυγουστίνεια θεολογία για τη διαφθορά της ανθρώπινης θελήσεως, την οποία, λόγω της ροπής της προς την αμαρτία και τον διάβολο, είναι αναγκασμένος ο Θεός να διορθώνει μέσα από την παντοδυναμία και την παντογνωσία Του. Εφόσον η φύση του ανθρώπου είναι βαθιά διεφθαρμένη μετά την πτώση, οποιοδήποτε όραμα για κοινωνική δικαιοσύνη είναι έργο του διαβόλου, ενώ η θεία πρόνοια βρίσκεται περισσότερο με το μέρος της ευταξίας, την οποία εξασφαλίζει η κοσμική βασιλεία ως υπηρέτρια της θείας οργής. Ο Λούθηρος παραλαμβάνει από τον Αυγουστίνο έναν σκληρό δυισμό ανάμεσα στο πνευματικό και το κοσμικό, αλλά και τις μανιχαϊκές πνευματικές καταβολές του επισκόπου Ιππώνος, ως προς την εγγενή κακότητα του κοσμικού. Κατά τον τρόπο αυτό, το έλεος και η ευσπλαχνία παρουσιάζονται ως αλλότρια προς την κοσμική δικαιοδοσία και ως αρμόζοντα μόνο στην πνευματική εσωτερική ζωή του χριστιανού. Στη σφαίρα του κοσμικού κράτους, είναι απαραίτητη η βία και η καταστολή λόγω της εγγενούς κακίας της ανθρώπινης φύσης σε έναν πτωτικό κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, χάνεται το πνεύμα της μεταμόρφωσης του κόσμου μέσα και από την κοινοκτημοσύνη, που είχε κηρύξει ο αρχέγονος χριστιανισμός, αλλά και Πατέρες, όπως ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου, ο Μέγας Βασίλειος Καισαρείας, ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος Κωνσταντινουπόλεως, και το οποίο είχε επικαιροποιήσει ο Τόμας Μύντσερ, ως ένας θεολόγος αγαπημένος από τους ριζοσπαστικοποιημένους ανθρώπους του μόχθου.

Πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον, ο τόμος είναι σημαντικός μεταξύ άλλων και για την κατάδειξη ενός είδους ιστορικής συνέχειας σε μια πολιτική θεολογία καταξίωσης της κρατικής βίας, η οποία φτάνει μέχρι τον Καρλ Σμιτ, αλλά και σύγχρονους επιγόνους. Ο Λούθηρος θέτει ως βάση της αφενός την παρότρυνση του αποστόλου Παύλου «πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω» (Πρὸς Ρωμαίους 13,1) και, αφετέρου, τη διάκριση που κάνει ο ίδιος ο Χριστός ανάμεσα στα πράγματα του Καίσαρος και στα πράγματα του Θεού (Κατὰ Ματθαῖον 22,21). Ωστόσο, η προοπτική έχει εμφανώς αλλάξει. Ο απόστολος Παύλος κήρυττε σε μία χριστιανική Εκκλησία, η οποία αντιμετώπιζε διωγμούς για το ανατρεπτικό μήνυμα που κόμιζε. Τόνιζε, λοιπόν, ότι οι χριστιανοί είναι σημαντικό να συμβάλλουν στην ευνομία της αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι διώκονται. Ακόμη και όταν οι χριστιανοί κατέστησαν κυρίαρχοι στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι Πατέρες δεν παραιτήθηκαν από το καθήκον να εμπνεύσουν τους θεσμούς της αυτοκρατορίας, έστω κι αν γνώριζαν ότι μια εναργέστερη προτύπωση της Βασιλείας του Θεού θα συμβεί στην έρημο και τον μοναστικό κοινόβιο.

Στη σκέψη του Λούθηρου ο άξονας έχει μετατοπιστεί. Ο θεολόγος ομιλεί από τη σκοπιά αυτού που προσφέρει, ως κραταιός σύμμαχος, στον κοσμικό ηγεμόνα την ιδεολογική του νομιμοποίηση. Η τελευταία συνίσταται μάλιστα σε μια διακριτή αποστολή εμπιστευμένη από τον Θεό, ώστε ο καθένας που εξεγείρεται λόγω αδικίας και καταπίεσης να είναι όργανο του διαβόλου, προορισμένο για την αιώνια κόλαση. Ενώ μπορεί να αναγνωρίσει κανείς ότι με τη σκέψη του Λούθηρου προβάλλεται μια νεωτερική αρχή εκκοσμίκευσης, η οποία άλλωστε υπάρχει και στο Ευαγγέλιο και λανθάνει στη σκέψη του ιερού Αυγουστίνου Ιππώνος, ωστόσο αυτή προβάλλεται εδώ με έναν τρόπο μάλλον διαστροφικό. Ο ηγεμόνας παρουσιάζεται ως διακριτός υπηρέτης του Θεού, ο οποίος έχει την εντολή να απασχοληθεί με τη διεστραμμένη μεταπτωτική ανθρώπινη φύση, ελέγχοντας ή καταστέλλοντάς την με τη βία, προκειμένου να είναι ελεύθεροι οι θεολόγοι για την ηθική και πνευματική καλλιέργεια. Όμως έτσι η διάκριση του κοσμικού από το πνευματικό σημαίνει ότι ενδοκοσμικώς μάλλον το πνευματικό είναι η παρυπόσταση και το παράσιτο επί της αναγκαίας κοσμικής βίας, σε αντίθεση με την αισιόδοξη θεώρηση των αρχαίων χριστιανών ότι το κακό είναι παρυπόσταση του αγαθού. Οι θεολόγοι της αρχέγονης Εκκλησίας διέθεταν έναν πολύ μεγαλύτερο οπτιμισμό για την αγαθότητα της ανθρώπινης φύσεως, ακόμη και μετά την πτώση, αφού μπορεί να είχε αλλάξει ο τρόπος της φύσεως μεταπτωτικώς, όχι όμως ο λόγος της, δηλαδή το αγαθό θέλημα του Θεού για την άνθισή της μέσα στην Ιστορία σε μια εσχατολογική προοπτική.

Με τις σχετικές θέσεις του Λουθήρου, αντιθέτως, εγκαινιάζεται μια νοοτροπία στην πρώιμη νεωτερικότητα ότι στην εγγενώς διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση αξίζει κυρίως η καταστολή. Στο πνευματικό επίπεδο, η ηθικότητα θα κατανοηθεί ως καταπίεση της φύσης και όχι ως μια μεταμόρφωση του τρόπου της, η οποία αναπαύει τα ίδια της τα υποκείμενα και βαθύτερα αιτήματα. Ακόμη περισσότερο στην πολιτική θεολογία, ο δυισμός σημαίνει μια αναβάθμιση του κοσμικού ηγεμόνα σε προνομιακό υπηρέτη του Θεού, ο οποίος καταστέλλει τις διαβολικές και άναρχες κινήσεις των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, ώστε να υπάρξει τάξη. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται το απολυταρχικό κράτος της πρώιμης νεωτερικότητας, που υπήρξε σημαντικό για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, και στη συνέχεια το έθνος-κράτος, ενώ η επιρροή του Λούθηρου φτάνει μέχρι τον Καρλ Σμιτ, θεωρητικό του γερμανικού ναζισμού. Βεβαίως, η νεωτερικότητα είχε εξαρχής και καθ’ όλη την εκτύλιξή της πολλαπλές πηγές και μεγάλες εντάσεις. Στην εποχή του Λούθηρου, είχαμε το εναλλακτικό όραμα του Τόμας Μύντσερ για την κοινοκτημοσύνη ως άνθιση της ανθρώπινης φύσης. Αργότερα, ο ρομαντισμός θα ανακαλύψει τις αγαθές προδιαθέσεις της ανθρώπινης φύσεως, οι οποίες χρειάζονται να ενθαρρυνθούν ενάντια στον αλλοτριωτικό χαρακτήρα των πολιτιστικών συμβάσεων. Στον Καρλ Σμιτ θα αντιταχθεί ο Έρικ Πέτερσον, προτάσσοντας την πίστη στην Τριάδα ως πηγή καταξίωσης του πολιτικού πλουραλισμού. Παραμένει το γεγονός ότι ο Λούθηρος αποτέλεσε μια κυρίαρχη απαρχή πολιτικής θεολογίας που διέγνωσε θεολογική αξία στο κρατικό μονοπώλιο της βίας και υποστήριξε μια κατασταλτική μορφή εκκοσμίκευσης. Είναι, λοιπόν, επίκαιρη μια ανάγνωση του Λούθηρου μέσα από τις παρατηρήσεις του Μαξ Βέμπερ για τον προϊόντα ολοκληρωτισμό της γραφειοκρατίας του νεωτερικού κράτους. Μια διόρθωση αυτής της πολιτικής θεολογίας μπορεί να συμβεί μέσα από την ανεύρεση της αγαθότητας της ανθρώπινης φύσης, η οποία πραγματώνεται συλλογικώς και όχι ατομικώς, όπως βλέπουμε σε χριστιανούς στοχαστές της πρώτης κοινής χιλιετίας του χριστιανισμού, αλλά και μέσα από απηχήσεις αυτής της θεώρησης της αγαθότητας της συλλογικώς επιτελούμενης φύσεως στον σύγχρονο πολιτικό στοχασμό.

Κύλιση στην κορυφή