Ντέιζι Τζόνσον, Κάτω από την επιφάνεια, μτφρ. Μαρία Βαρδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2019.
«Η λογοτεχνία είναι ένας από τους ελάχιστους τομείς που πασχίζουν να μας φέρουν κοντά στις σκληρές αλήθειες του κόσμου, επειδή από την ίδια της τη φύση είναι πάντα ψυχολογική, εστιάζει στην εσωτερική λογική και στα κίνητρα των ηρώων, αποκαλύπτει σε κάποιον άλλο την κατά τ’ άλλα απρόσιτη εμπειρία τους ή απλώς προκαλεί τον αναγνώστη σε μια ψυχολογική ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Μόνο η λογοτεχνία είναι ικανή να μας αφήσει να διεισδύσουμε βαθιά στη ζωή μιας άλλης ύπαρξης, να καταλάβουμε τους λόγους της, να μοιραστούμε τα συναισθήματά της και να βιώσουμε το πεπρωμένο της» [1]. Νομίζω ότι το απόσπασμα αυτό από την ομιλία της Όλγκα Τοκάρτσουκ, κατά την τελετή βράβευσής της με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2018, δεν προσδιορίζει απλώς την ουσιαστική δυναμική της λογοτεχνίας, σκιαγραφεί, παράλληλα, και το πλαίσιο της κριτικής ανάγνωσής της. Πέρα από παιχνίδια της γραφής και γλωσσικούς ναρκισσισμούς, η λογοτεχνία που μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό, να σε ωριμάσει όχι απλώς ως αναγνώστη αλλά και ως άνθρωπο, είναι αυτή που εστιάζει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας, στη χαμηλόφωνη διάσταση των πραγμάτων, άλλοτε οικείων άλλοτε ανοίκειων σε σένα, που σε μαθαίνει να βλέπεις τη ζωή σαν να την αντικρίζεις για πρώτη φορά.
Η Ντέιζι Τζόνσον (γεννημένη το 1990), στο δεύτερο βιβλίο της, το μυθιστόρημα Κάτω από την επιφάνεια (είχε προηγηθεί η συλλογή διηγημάτων Fen), αναμετριέται με αξιοθαύμαστη επιτυχία με την κατασκευή αυτής της απαιτητικής λογοτεχνικής πραγματικότητας. Συνθέτει ένα λογοτεχνικό σύμπαν ψυχογραφικής διεισδυτικότητας και σωματικής έντασης, που έχει στον πυρήνα του πολλές θεματικές: ο ρόλος του παρελθόντος και του τόπου στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας, η σχέση μάνας και κόρης, η έμφυλη ταυτότητα, η ηλικιακή φθορά, η δύναμη της μοίρας –αυτό το τελευταίο ιδωμένο ως αξιοποίηση του μύθου του Οιδίποδα σε ένα σύγχρονο αφηγηματικό πλαίσιο.
Η Γκρέτελ, λεξικογράφος, που «προστατεύει τη μοναξιά της δίνοντάς της χώρο στη ζωή της, όπως άλλοι δίνουν χώρο στη θρησκεία ή στην πολιτική», ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης της μητέρας της, της Σάρας, που έχει να τη δει δεκαέξι χρόνια. Αυτή η αναζήτηση όμως θα τη φέρει αντιμέτωπη με την ανασύνθεση του παρελθόντος της, τη ζωή των δυο τους σε ένα ποταμόπλοιο, τη γλώσσα που είχαν επινοήσει για να νοηματοδοτούν τον κόσμο τους, τη γνωριμία τους με ένα παράξενο αγόρι που εμφανίστηκε κάποια στιγμή εκεί που έμεναν, τον Μάρκους. Η μνήμη ως κινητήριος μοχλός δεν ορίζει απλώς την εσωτερική αναζήτηση της Γκρέτελ, γίνεται ένα επώδυνο σκάλισμα της καρδιάς και του νου, καθώς αντιλαμβάνεται ότι «το παρελθόν μας δεν γίνεται να πεθάνει απλώς και μόνο επειδή το θέλουμε εμείς». Μας κρυφοκοιτάζει πίσω από βλέμματα και ήχους, δυσδιάκριτους φόβους, άγνωστα σώματα και γνώριμες λέξεις. Η γλωσσική έκφραση είτε ως λεξικογραφικό αντανακλαστικό της Γκρέτελ είτε ως σύνορα του κόσμου της μητέρας της (πολύ έξυπνη ιδέα η υφέρπουσα αφηγηματική συνομιλία ανάμεσα στον μητρικό κώδικα επικοινωνίας και τις επαγγελματικές αναζητήσεις της κόρης), μοιάζει να είναι η μόνη δυνατότητα που έχουν οι χαρακτήρες του έργου για να σκάψουν κάτω από την επιφάνεια των συναισθημάτων και να απαλύνουν, κάποιες φορές και να ερμηνεύσουν το αποτύπωμά τους.
Η Τζόνσον, όπως και άλλοι συγγραφείς της γενιάς της, διαχειρίζεται με μαεστρία τη θραυσματική πλοκή. Και δεν εννοώ απλώς την απουσία γραμμικής ακολουθίας, αλλά τη δυνατότητα να κτίζεις τον λογοτεχνικό σου χώρο, θρυμματίζοντας όχι απλώς τις σκέψεις των χαρακτήρων (όπως κάνει ο μοντερνιστικός συνειρμός), αλλά και τα ίδια τα γεγονότα. Τα μυθιστορήματα του Λάζλο Κρασναχορκάι είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα αυτού του αφηγηματικού προτύπου, αλλά και νεότεροι συγγραφείς έχουν δώσει εξαιρετικά έργα –ενδεικτικά μόνο αναφέρω τον Μαξ Πόρτερ, με το χειρουργικής μαεστρίας Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά, και τη Βασιλική Πέτσα με την εντυπωσιακή συνύφανση ψυχικής και ιδεολογικής ερημίας στο Δέντρο της υπακοής. Τεχνική ιδιαίτερα δύσκολη, αν σκεφτεί κανείς τον κόπο που απαιτεί για να αποφύγει ένας συγγραφέας την απώλεια της συνοχής του μύθου, να διασφαλίσει τον γλωσσικό ρυθμό και κυρίως να αντιστοιχίσει τις αποσπασματικές αναφορές με τη συνολική αίσθηση που θέλει να επιτύχει. Νιώθεις ως αναγνώστης ότι έχεις μπροστά σου ένα παζλ με τα κομμάτια του ριγμένα κατά τέτοιο τρόπο, που πρέπει να ανασυνθέσεις την εικόνα του σταδιακά, βλέποντας αυτά που είναι κουμπωμένα σωστά, αναπληρώνοντας όσα απουσιάζουν, και σκεπτόμενος γιατί και πώς δένουν τα υπόλοιπα μεταξύ τους.
Η εναλλαγή της οπτικής γωνίας και των φωνών στο μυθιστόρημα της Ντέιζι Τζόνσον, η κυριαρχική ατμόσφαιρα του τοπίου δίπλα στο ποτάμι, η λανθάνουσα αίσθηση αγωνίας, είτε με τη μορφή του φανταστικού τέρατος, του Μπόνακ, που ζει στο ποτάμι, είτε λόγω της αναπότρεπτης σύγκρουσης των χαρακτήρων του έργου με τη μοίρα ή το παρελθόν τους, αλλά και οι συχνές χρονικές μετατοπίσεις συνέχουν την πλοκή και οικοδομούν τη μνημονική αναμέτρηση της Γκρέτελ με το κουβάρι της φθοράς που κουβαλά μέσα της. Κι όσο κι αν προσπαθεί να ανασυνθέσει την προσωπική της ιστορία με τη βοήθεια της μητέρας της, το γεγονός ότι αυτή πάσχει από Αλτζχάιμερ, καθιστά αυτό το ταξίδι προς τα πίσω δύσκολο και ψυχοφθόρο. «Οι αναμνήσεις αστράφτουν στο σκοτάδι σαν σπασμένα γυαλιά από ποτήρια του κρασιού, κι έπειτα χάνονται», λέει η Γκρέτελ στην αρχή του έργου, αναφερόμενη στη μητέρα της, και σε όλο το έργο προσπαθεί να τιθασεύσει την αφηγηματική ισχύ της μνήμης, πράγμα διόλου εύκολο όσο συνειδητοποιεί ότι «το παρελθόν δεν είναι νήμα που σέρνουμε ξοπίσω μας, είναι μια άγκυρα». Ο γλωσσικός ρυθμός της αφήγησης, άλλοτε νευρικός κι άλλοτε στοχαστικός, συγκινητικά εξομολογητικός κατά διαστήματα, με απόλυτη όμως αίσθηση του μέτρου ώστε να μην εκπίπτει σε φθηνή συναισθηματολογία, καθρεφτίζει τη ζωτική ανάγκη των χαρακτήρων να ορίσουν την αγάπη, να μιλήσουν για τη μοναξιά και τη γονεϊκότητα, να παλέψουν με το πεπρωμένο, να συμφιλιωθούν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Κι όπως όλα τα καθηλωτικά μυθιστορήματα καταργεί τα σύνορα ανάμεσα στον αφηγητή και τον αναγνώστη, αναπτύσσοντας την ενσυναίσθηση του δεύτερου και οικουμενικοποιώντας την εμπειρία του πρώτου.
Αξίζει πραγματικά να παρακολουθήσει κανείς τη συνέντευξη που έδωσε η Ντέιζι Τζόνσον στην Iman Amrani του Guardian, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της και την ένταξή του στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker το 2018. Εκείνο που σε εντυπωσιάζει είναι η ωριμότητα και ο επαγγελματισμός που διακρίνεις πίσω από κάθε σχόλιο ή απάντησή της. Ο τρόπος με τον οποίο μιλά για τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, την αναζήτηση των κατάλληλων εκφραστικών μέσων και τη διαχείριση των δυσκολιών της συγγραφικής διαδικασίας, φανερώνει μία συγγραφέα, η οποία έχει πλήρη επίγνωση ότι για να συνθέσεις ένα λογοτεχνικό έργο που δεν θα κουβαλά απλώς την επιθυμία έκφρασης αυτού που το γράφει ή την αφηγηματική αναπλαισίωση προσωπικών εμπειριών, αλλά θα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τα πράγματα, πρέπει να περάσεις από αυτά που ξέρεις σε αυτά που αγνοείς. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια μελέτης, ουσιαστικού στοχασμού και αναμέτρησης με τη γλώσσα. Τα όρια των ιστοριών μας είναι εντέλει και τα όρια του κόσμου μας, για να παραφράσω τη γνωστή διατύπωση.
⸙ ⸙ ⸙
Σημείωση
1. Όλγκα Τοκάρτσουκ, Πλάνητες, μτφρ. Αλ. Ιωαννίδου, Αθήνα: Καστανιώτης 2020, σ. 446.

