Διονύσιος Σκλήρης

Για το Λίγα λόγια για μένα της Καλλιρρόης Παρούση 

Καλλιρρόη Παρούση, Λίγα λόγια για μένα, Τόπος, Αθήνα 2023.

Το μυθιστόρημα της Καλλιρρόης Παρούση πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και τη λογοτεχνική γραφή ή, για την ακρίβεια, την πάλη ανάμεσα στη λογοτεχνία, τη ζωή, τον θάνατο και την ανάσταση. Πρόκειται για ένα ανοικτό άθλημα, καθώς η λογοτεχνία μπορεί να επιτελέσει πολύ διαφορετικές σχέσεις με τη ζωή: μπορεί να είναι καταγραφή, αλλά και αυτομυθοπλασία και αυτοσκηνοθεσία, ειδικά σε μια εποχή που έχουμε κατακλυστεί από το πνεύμα της φαντασιωτικής μας έκθεσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορεί να είναι ένα βλέμμα Μέδουσας που απολιθώνει και σκοτώνει, αλλά μπορεί και να είναι μια ευλαβής προσπάθεια ανάστασης του παρελθόντος. Ενίοτε μπορεί να είναι πολλά από αυτά ταυτόχρονα: λ.χ. στην προσπάθειά μας να καταγράψουμε αυτό που αγαπάμε, το σκοτώνουμε με τη γραφή σαν έναν φυσιοδίφη, ο οποίος, καταλογογραφώντας τα ζωικά είδη που θέλει να διασώσει, στην ουσία τα προγράφει ενώπιον μελλοντικής εξαφάνισης, ενώ και η γραφή ως ανάσταση μπορεί να είναι είτε σεβαστική προσπάθεια συντονισμού με εναλλακτικές δυνατότητες του παρελθόντος που διανοίγονται εκ νέου, είτε χειραγώγηση του παρωχημένου ως μυθιστορηματική ύλη για την ατομική αυτοσκηνοθεσία του συγγραφέα. Το διήκον θέμα του έργου είναι η πάλη ανάμεσα στο χάος και την τάξη, το χάος που είναι ο θάνατος, όταν εξαφανίζει τα αγαπημένα πρόσωπα και εμάς τους ίδιους στις παρελθούσες εκδοχές μας, αλλά και την τάξη που είναι ο θάνατος, όταν εμμένουμε σε μια οργάνωση που είναι υπαρξιακώς μάταιη. Μέσα, όμως, από τις διαφορετικές μορφές θανάτου που εκτίθενται στο μυθιστόρημα (μεταξύ άλλων, ο φόνος, η αυτοκτονία, ο κειμενικός φόνος, ο θάνατος του συγγραφέα, ο θάνατος ως δυστύχημα ή ως εκούσια πρόθεση, ο θάνατος της ερωτικής σχέσης ή του αδελφού κ.ά.) τίθενται όλα τα σημαντικά ζητήματα της ανθρώπινης ζωής ως δίψας για ανάσταση και αθανασία, την οποία υπηρετεί και η τέχνη στα πλέον υπαρκτικά της αιτήματα, και εν προκειμένω η λογοτεχνία.

Το έργο της Καλλιρρόης Παρούση κλείνει το μάτι στην τρέχουσα auto-fiction, πλην με τρόπο παιγνιώδη και υπονομευτικό. Αφενός ο Χάρης, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, γράφει για τη ζωή του με έμφαση στις προσωπικές και επαγγελματικές αποτυχίες (ματαίωση της επιθυμίας του να γίνει πετυχημένος φωτογράφος, τελμάτωση στον γάμο του, η οικογένεια ως φυλακή). Αφετέρου, παρεμβαίνει ως αφηγήτρια η καθηγήτρια του Χάρη σε μαθήματα δημιουργικής γραφής, η οποία, πιστοποιώντας τη μετριότητα τόσο της ζωής όσο και της τέχνης του Χάρη, έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της εκκρεμότητες και εμμονές. Μεταξύ των δύο φωνών δεν υπάρχει τελική σύνθεση, αλλά μία συνεχής ανέκβατη διαλεκτική, η οποία μας επιτρέπει να περιηγηθούμε σε πολλά «άλλα εγώ» των δύο πρωταγωνιστών και δη στις ζωές και στους ιδιαίτερους θανάτους τους. Μέσα και από τη ματιά της δασκάλας παρατηρούμε τις προσπάθειες του Χάρη να επανεπινοήσει τον εαυτό του με τη διαμεσολάβηση έργων λογοτεχνίας, μόνο και μόνο για να εντείνει τη θεώρηση της ζωής του ως έκπτωσης και εκφυλισμού από τους κλασικούς κανόνες της τέχνης. Ενδεχομένως λανθάνει εδώ μια ειρωνεία για τα μαθήματα «δημιουργικής γραφής» που λειτουργούν ως ένα καλλιτεχνικό life coaching, με την έμφαση να τίθεται μάλλον στις παρενέργειές τους που παραπέμπουν σε hang over από ναρκωτικές ουσίες. 

Μεταξύ των εντάσεων που εκφράζουν τις διερωτήσεις του έργου μπορούμε να αναφέρουμε τη φευγαλέα ιμπρεσιονιστική γραφή της Καλλιρρόης Παρούση, η οποία δίνει την εντύπωση διαρκούς αποδράσεως, συνυπάρχοντας, όμως, με επαναλήψεις. Οι τελευταίες, όταν δεν πρόκειται για ντεριντιανές επαναδρομές, μπορεί να δείχνουν ψυχαναγκαστικές καθηλώσεις στο παρελθόν διά της γραφής, το αντίθετο δηλαδή μιας εκπληκτικής διάνοιξης των δυνατοτήτων που λάνθαναν σε αυτό. Μια παρόμοια αντίστιξη υπάρχει στην εργασία των φυσιοδιφών, όπως λ.χ. ορνιθολόγων, στην οποία αναφέρεται συχνά το έργο. Το λειτούργημά τους μπορεί να είναι μια σεβαστική προσπάθεια να σωθούν τα επαπειλούμενα είδη. Και όμως η εμμονική ονοματοδοσία και καταλογογράφηση ζωικών ειδών μπορεί και να ισοδυναμεί με έναν συμβολικό φόνο διά της ταμπελοποίησής τους. Άλλωστε η ίδια έκρηξη της καπιταλιστικής αποικιοκρατίας που οδήγησε στην ανάπτυξη της φυσιοδιφίας δεν είναι αυτή που είχε ως αποτέλεσμα και τη μαζική εξαφάνιση των ειδών;  Η γραφή είναι φάρμακο και φαρμάκι, μπορεί να είναι αντίδοτο στην καταθλιπτική κυριαρχία του θανάτου, ειδών ως προς τα ζώα, προσώπων ως προς τους ανθρώπους, αλλά και να είναι η ίδια μια πράξη δια-γραφής της ενδεχομενικότητας της ζωής. Με αντίστοιχο τρόπο στο έργο υπάρχει ένα παλλόμενο συναίσθημα, αλλά και ένας πλούτος πληροφοριών, οι οποίες ενίοτε δίνονται με επιδεικτικά ξηρό τρόπο. Στη μετανεωτερικότητα έχουμε υπερβεί τον συγγραφικό ιδεαλισμό ή μονισμό, κατά τον οποίο κείμενο είναι μόνο ό,τι μας επιτρέπει να αναγνώσουμε ο συγγραφέας του έργου και αφηνόμαστε στην ανάδυση του «πράγματος καθ’ εαυτό» ήτοι των αντιστάσεων της ζωής στην επανεπινόησή της διά της λογοτεχνίας. Με τον τρόπο αυτό η γραφή δεν είναι ούτε μόνο φόνος ούτε μόνο ανάσταση, είναι και μια αυτοκτονία του συγγραφέα που αποδέχεται ως εκούσιο πάθος τον μεταμοντέρνο θάνατό του. Η Καλλιρρόη Παρούση αφήνει με ωριμότητα στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γίνει ο ίδιος ο επόμενος πόλος που θα διαλεχθεί με την πληθώρα των αφηγητών και ηρώων του έργου και με τη μη ολοποιήσιμη πολυφωνία τους.

Κύλιση στην κορυφή