Διονύσιος Σκλήρης

Για το «Ούτε “Deus” ούτε “Dominus”» του Γιώργου Κουτσοδιάκου

Γιώργος Κουτσοδιάκος, Ούτε «Deus» ούτε «Dominus». Αντιαυτοκρατορικό μαρτυρολόγιο, Firebrand, Αθήνα 2026.

Πρόκειται για προσπάθεια να συγκροτηθεί μία χριστιανική πολιτική θεολογία με αναρχικά χαρακτηριστικά, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και στους βίους των μαρτύρων ως προέκταση του κατεξοχήν μάρτυρα Χριστού, σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων. Ως προς τηνΑποκάλυψη, ο Γιώργος Κουτσοδιάκος παρατηρεί ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Βαβυλώνα», προκειμένου να συνδέσει τη Ρώμη με τις αυτοκρατορίες της Μεσοποταμίας που επέκριναν οι προφήτες σε ένα ενιαίο αντιαυτοκρατορικό θεολογικό αφήγημα. Στοχοποιείται έτσι η λατρεία της Ρώμης ως θεάς και προσωποποίησης της εξουσίας, η οποία παρουσιάζεται από τον Ιωάννη ως επιδεικτική γυναίκα με χαλαρά ήθη που αγαπά την πολυτέλεια και επιδεικνύει τον πλούτο με πολύχρωμα ενδύματα και κοσμήματα. Το έργο γράφεται βεβαίως στον απόηχο της καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και των συναισθημάτων που αυτή έχει προκαλέσει.

Δημιουργείται έτσι μια εσχατολογία η οποία αντιτίθεται στον κυρίαρχο εξουσιαστικό λόγο και όπου το εσφαγμένο Αρνίο κάθεται στον θρόνο μαζί με όλους τους αγίους, προφήτες και δικαίους ενάντια στις κυρίαρχες αυτοκρατορίες της οικουμένης. Πρόκειται για έναν θρόνο «άθρονο», κατά τον άγιο Βικτωρίνο, καθώς το Αρνίον ταυτίζεται με τον Λόγο που είναι άναρχος και συνάναρχος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστιανός ως μιμητής του εσφαγμένου Αρνίου είναι κατά τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι πιο επικίνδυνος από τον άθεο σοσιαλιστή, γιατί η αποφασιστική αδυναμία του θύματος είναι αυτή που γκρεμίζει εκ βάθρων τον αυτοκράτορα. Αυτό το ριζικό όραμα της σταύρωσης οδηγεί τους Χριστιανούς τόσο στην καταδίκη της δουλείας όσο και, μετά τον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας, στον κοινοβιακό μοναχισμό ως εκούσια κοινοκτημοσύνη στο πνεύμα των πρωτοχριστιανικών δείπνων της αγάπης. Η φυγή των μοναχών στην έρημο ανανεώνει, εξάλλου, το πρωτοχριστιανικό μαρτύριο, αλλά και τον «Θεό της ανοικτής ερήμου», που σώζει τον λαό του μετά την Έξοδο. Για τον Κουτσοδιάκο, η Αποκάλυψη διαθέτει έναν βαθιά αντιεξουσιαστικό χαρακτήρα, καθώς περιγράφει τον αγωνιζόμενο λαό του Θεού ενάντια στην αυτοκρατορία.

Στη συνέχεια αυτού του πνεύματος ο Τερτυλλιανός στρέφεται ενάντια στον αυτοκρατορικό στέφανο, καλώντας τους Χριστιανούς να αναλάβουν μάλλον τον ακάνθινο σταυρό του μαρτυρίου. «Άγιος» λαός σημαίνει «ξεχωρισμένος»: Δεν είναι οι «τα μαλακά φορούντες» ή οι lapsi. Κατά τον Κουτσοδιάκο, εδώ πρέπει να αναζητήσουμε τον λόγο της άρνησης των ιερών συγγραφέων να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «κράτος» στα βιβλικά εβραϊκά, ενώ στα σύγχρονα εβραϊκά ο όρος «κράτος» δηλώνεται με τη λέξη «μεντινά», που στα βιβλικά εβραϊκά σημαίνει τη «σατραπεία». Ο βιβλικός Θεός είναι αυτός που δεν ονοματίζεται και που τελικά όταν, μετά από αίτημα, «αναγκάζεται» να ονοματιστεί λέει «είμαι αυτός που θα είμαι», ο «Ων, ο υπάρχων, ο ερχόμενος», σύμφωνα με την πολυσημία του εβραϊκού πρωτοτύπου. Κατά αυτήν την έννοια, η εσχατολογία του Θεού που εκφεύγει διαρκώς της εξουσίας του ονοματισμού, επειδή έρχεται στο μέλλον και από το μέλλον, βρίσκει τη διαβεβαίωση ότι ο Θεός είναι «άναρχος» και ο Λόγος «συνάναρχος» με τον Πατέρα και το Πνεύμα, δηλαδή υπερβαίνουν κάθε αρχή με την πολλαπλή σημασία της χρονικής αρχής, της αιτιακής αρχής και της εξουσίας. Ο Θεός είναι, κατά τον Κουτσοδιάκο, ένας «γνωστός άγνωστος», δηλαδή αυτός που δραπετεύει από τη γνώση ως δύναμη και από το όνομα ως αντικειμενοποίηση. Σε ένα τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο Κουτσοδιάκος προβαίνει σε μία αφηγηματική Θεολογία με την οποία αναπτύσσει τις ζωές Χριστιανών μαρτύρων ως καταγγελία στην αυτοκρατορική εξουσία με νύξεις για την επικαιρότητα αυτού του μαρτυρίου σήμερα.

Κύλιση στην κορυφή