Διονύσιος Σκλήρης

Για το «Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού» του Βασίλειου Γούλα

Βασίλειος Γούλας, Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού, Γρηγόρης, Αθήνα 2026.

Η μελέτη συμβάλλει στην ανάπτυξη σπουδών για τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, αναπτύσσοντας το θέμα της επανερμηνείας χριστιανικών αφηγήσεων για την πτώση, την κρίση και την κόλαση με το οντολογικό υπόβαθρο να αφορά πάντα στη διερώτηση για το αίνιγμα του κακού. Γι’ αυτό και το έργο, ακολουθώντας τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, κινείται μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, απευθυνόμενο τόσο σε όσους μελετούν τη δογματική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και σε όσους ενδιαφέρονται για μια απροϋπόθετη πραγμάτευση του προβλήματος του κακού στη συνάφεια μιας φιλοσοφικής Θεοδικίας. Ο Βασίλειος Γούλας καταδεικνύει ότι η σκοποθεσία του Χρήστου Γιανναρά δεν είναι μια απομυθοποίηση της Βίβλου, όπως συνέβη στην περίπτωση του Ρούντολφ Μπούλτμαν, αν και υπάρχει και στη σκέψη του Έλληνα θεολόγου μια έμφαση στην υπαρξιακή εμβίωση του κακού. Στην αρχή του βιβλίου, αποστασιοποιείται κατά αντιπλατωνικό τρόπο η ύλη από το κακό, καθώς η καλή λίαν ύλη θεωρείται ως ετερογενής προς τη θεία φύση πλην αγαθό αποτέλεσμα της ελεύθερης προσωπικής και δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Το αίνιγμα του κακού δεν σχετίζεται, επομένως, με την ύλη, όπως σε πλατωνιστές, νεοπλατωνιστές, μανιχαίους, γνωστικούς, αλλά αναδύεται στο πεδίο της διαφοράς του κτιστού από το άκτιστο, χωρίς όμως να ταυτίζεται με την κτιστότητα, καθώς κάτι τέτοιο θα απέδιδε το κακό στον Θεό. Κακό δεν είναι η κτιστότητα, αλλά μια ορισμένη χρήση του αυτεξουσίου που εγκλωβίζει το ανθρώπινο πρόσωπο σε έναν αυτονομημένο ψευδαισθητικό τρόπο της κτιστότητας σε αποκοπή από τον δημιουργό της.

Εν προκειμένω, ο Βασίλειος Γούλας αναφέρεται και στη σκέψη του φιλόσοφου Ηλία Παπαγιαννόπουλου, ο οποίος στο έργο Επέκεινα της Απουσίας (Ίνδικτος, Αθήνα 2005) διερωτάται αν μπορεί να υπάρξει κτιστότητα χωρίς θνητότητα. Στη σκέψη του Παπαγιαννόπουλου η πτώση έχει νόημα κυρίως σε μια εσχατολογική προοπτική ως μια αστοχία σε σχέση με το μελλοντικό τέλος, η οποία αποτυχία, όμως, ιδρύει μια ιδιαίτερη χρονικότητα του ανθρώπινου ελλείμματος. Ο Γούλας αναφέρεται επίσης και στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), στον οποίο η πτώση εννοείται κυρίως ως πτώση από τον εσχατολογικό σκοπό της δημιουργίας. Μπορεί περαιτέρω να υπομνησθεί ότι η θνητότητα ως δυνατότητα θανάτου δεν ταυτίζεται φιλοσοφικώς με τον ενεργείᾳ θάνατο και με τον θάνατο ως σύστημα που αναπαράγεται μαζί με την αμαρτία, δηλαδή ως το «κράτος του θανάτου», κατά την έκφραση του αποστόλου Παύλου. Ενώ η θνητότητα ως απλή δυνατότητα του θνήσκειν είναι εγγενής στην κτιστότητα ως δυνάμει συνθήκη, αν η κτίση αποκοπεί από τον Θεό, ο θάνατος ως ενεργείᾳ σύστημα συνδέεται με την αμαρτία ως άρνηση του Θεού και ως εγκλωβισμός στην αυτονομημένη κτιστότητα. Θα λέγαμε, επομένως, ότι το κακό δεν είναι η κτιστότητα, αλλά μια ορισμένη χρήση της προσωπικής ελευθερίας που αποκόπτει την κτιστότητα από τον δημιουργό της και την εγκλωβίζει σε μια φαντασιώδη αυτονομημένη εκδοχή της.

Ο Χρήστος Γιανναράς παλεύει με τα ερωτήματα αυτά σε πληθώρα βιβλίων του και τείνει προς την υπαρξιακή εννόηση της πτώσεως. Αντιμάχεται κάθε τάση Γνωστικισμού και Μανιχαϊσμού, που πραγμοποιεί το κακό σε μια δεύτερη μεταφυσική αρχή, όπως λ.χ. η ύλη, ενώ εκδέχεται την πτώση ως υπαρκτικό τρόπο αυτονομίας και υπαρκτικής αυτοτέλειας. Ο ερμηνευτικός μίτος της σκέψης του Γιανναρά είναι, κατά τον Βασίλειο Γούλα, η έννοια του τρόπου, με την πτώση να συνιστά μια εγκύστωση στον τρόπο του κτιστού στους αντίποδες του τρόπου του ανοίγματος της κτιστότητας στο άκτιστο μέσω της αυθυπερβάσεως. Πτώση είναι η εμβίωση της κτιστής ύπαρξης ως αυτοσκοπού, η ψευδαίσθηση της αυθυπαρξίας, ενώ το αντίθετό της είναι η αγαπητική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. Το κακό είναι, κατά τον Γιανναρά, η εμμονή στον ατομοκεντρικό τρόπο του κτιστού, η ελεύθερη επιλογή αυτονομίας της κτιστής ύπαρξης ως ιδιοτέλεια, φιλαυτία, αυτοερωτισμός, φιληδονία. Είναι η επιλογή της μη-σχέσης, της μη-ζωής και άρα, εντέλει, της ανυπαρξίας. Η πτώση είναι η μη αναφορά της κτιστής φύσης στον Θεό, η μη σχεσιακή υποστασιοποίηση της φύσης. Πτώση είναι ο εγκλωβισμός στη φαντασίωση ότι η φύση μπορεί να υπάρξει με αυτάρκεια. Ο τρόπος της πτώσης είναι ο τρόπος της απληστίας. Αν η κτιστότητα είναι απλώς το έλλειμμα, το κακό ως διακριτό από την κτιστότητα, είναι ένας δυναμικός πλην φαύλος τρόπος να πληρωθεί το έλλειμμα με ακόρεστη απληστία και πλεονεξία, κάτι που είναι ίδιον των προσωπικών υποστάσεων της κτιστής φύσεως. Εναλλακτικός τρόπος πληρώσεως του ελλείμματος είναι η παράδοση στην υπαρξιακή πλησμονή της σχέσης, προσδοκώμενη να εκδηλωθεί σε όλη της την ενάργεια μετά τον θάνατο. Για τον λόγο αυτό, το κακό δεν είναι η κτιστότητα, αλλά ένα προϊόν της ελευθερίας κτιστών προσώπων που δίνουν έναν ορισμένο τρόπο δυναμικής ανταπόκρισης στην αφετηριακή ελλειμματικότητα που είναι η κτιστότητα. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται και ο μανιχαϊσμός που θα έθετε το κακό δίπλα στο καλό ως μια δήθεν δεύτερη αρχή.

Ο Βασίλειος Γούλας εξετάζει επίσης το ερώτημα της ιστορικότητας της πτώσεως ή της αλληγορικής ερμηνείας της. Αν και η υπαρξιακή εμβίωση της πτώσεως είναι σημαντική, δεν καταφάσκεται από τον Γούλα μία μονομερής αλληγορική ερμηνεία, η οποία θα αντέκρουε την ορθόδοξη παράδοση. Η πτώση δεν είναι απλή αλληγορία, διαθέτει ιστορικότητα, από τη στιγμή που οδηγεί σε συγκεκριμένη ιστορική υποκειμενοποίηση την ανθρωπότητα και, για τους πιστούς, το σώμα της Εκκλησίας. Αν ερμηνευθεί η αφήγηση της πτώσης απλώς αλληγορικά και υπαρξιακά, αυτό που χάνεται είναι μια ορισμένη ιστορικότητα της συνθήκης της ανθρωπότητας και της Εκκλησίας ως εν τη Ιστορίᾳ κινουμένης κοινότητας. Ακόμη κι αν δεν εννοηθεί η πτώση ως πτώση από μια τέλεια προπτωτική κατάσταση που είχε διαρκέσει στο παρελθόν, θα μπορούσε να ειδωθεί ως πτώση από μια δυνατότητα που θα μπορούσε να είχε πραγματωθεί στο μέλλον. Με αυτήν την έννοια, η πτώση έχει ιστορικότητα, είναι μια ιστορική συνθήκη πένθους και νοσταλγίας του μέλλοντος. Η κρίση θεωρείται, αντιστοίχως, ως μια οντολογική και όχι δικανική αναμέτρηση με το κριτήριο του Λόγου. Η κόλαση και αυτή δεν γίνεται αντιληπτή δικανικώς, αλλά ως μια οντολογική αναστάτωση που προκύπτει όταν ένα κτιστό πρόσωπο ταυτίζει τη θέλησή του με μια φορά στο μη ον, η οποία δεν θα είναι δυνατή εν μέσω της αναστάσεως των πάντων. Με παρόμοιους συλλογισμούς, ο Βασίλειος Γούλας αναδεικνύει μια σκέψη, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τον σύγχρονο υπαρξιακό προβληματισμό χωρίς να εγκαταλείπει τους μύχιους θησαυρούς της παράδοσης.

Κύλιση στην κορυφή