Λούθηρος, Περί της ελευθερίας του Χριστιανού (μετάφραση: Μιχάλης Παπανικολάου, Επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης), Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2022.

Το έργο του Λουθήρου που σφράγισε τη νεωτερική πνευματικότητα μεταφράστηκε από τον Μιχάλη Παπανικολάου στα ελληνικά με βάση την έκδοση της Βαϊμάρης του 1520 (Von der Freyheyt eynisz Christen menschen, 1520), η όποια, όντας στα γερμανικά, απευθυνόταν με ζωντανό τρόπο στους ανθρώπους της εποχής του και όχι στο εξειδικευμένο θεολογικό κοινό, όπως η λατινική εκδοχή. Το θεμελιώδες αυτό έργο του Προτεσταντισμού περιέχει μια βασική αντίφαση ότι αφενός ο χριστιανός είναι απολύτως ελεύθερος και ότι αφετέρου είναι απολύτως δούλος. Κατά τη διατύπωση του Σταύρου Ζουμπουλάκη στο επίμετρο, ο πιστός είναι «δούλος του Θεού και όμηρος του πλησίον» (σ. 81). Στη διαπραγμάτευση αυτής της βασικής αντίφασης ο Λούθηρος αναπτύσσει ότι την πλήρη ελευθερία την προκαλεί η πίστη στο πρόσωπο του Χριστού, η οποία απελευθερώνει τον χριστιανό από οποιαδήποτε ανταλλακτική ηθική, καθώς τις αμαρτίες μας τις έχει αναλάβει ο Χριστός στον Σταυρό και τις έχει οικειωθεί (μια πιο ορθόδοξη διατύπωση θα έκανε εδώ λόγο περισσότερο για τα αποτελέσματα των αμαρτιών). Η ελευθερία του χριστιανού χάρη στον Χριστό είναι από ολόκληρο το φαύλο δίπολο αμαρτίας και νόμου, και όχι μόνο από το ένα σκέλος του. Αλλά είναι επίσης και μια απελευθέρωση του ατόμου από τον ίδιο τον εαυτό του και από τα αιτήματα του εγωισμού του. Το βάθος, όμως, της απελευθέρωσης από τη φαύλη διαλεκτική νόμου και αμαρτίας είναι η ελευθερία από τον θάνατο και από το κράτος του θανάτου. Κατά τον Λούθηρο, το πρόβλημα με την έννοια της δικαιώσεως, όπως το εννοούσε η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, είναι ότι οδηγεί τον πιστό σε μια φαρισαϊκή αυτοδικαίωση βασισμένη στα έργα του. Στους αντίποδες βρίσκεται, κατά τον Λούθηρο, η δικαιοσύνη του Θεού που σημαίνει τη συγχώρεση των αμαρτιών του ανθρώπου μέσα από τη σωτηριώδη χάρη Του.
Η απαίτηση για έργα, που χαρακτηρίζει τις εντολές του Θεού, αποσκοπεί περισσότερο στο να μας οδηγήσει σε μια γόνιμη πνευματικώς απελπισία, λόγω της διαφοράς ανάμεσα στο πώς οφείλουμε να είμαστε και στο πώς είμαστε μέσα στην πτωτική συνάφεια. Με τον τρόπο αυτό ο Λούθηρος προδιαγράφει στοιχεία της νεωτερικής φιλοσοφίας, όπως λ.χ. τη δεοντοκρατία του Εμμανουήλ Καντ και το στοιχείο της απελπισίας στον υπαρξισμό. Ο Λούθηρος από μια αμιγώς θεολογική άποψη επιμένει περισσότερο στην ανάγκη να απευθυνθεί ο πιστός στη χάρη που παρέχει ο Χριστός, η οποία είναι ελεύθερη ακριβώς επειδή δεν συνιστά ανταμοιβή, αλλά προηγείται των όποιων καλών έργων. Η πίστη και η χάρη εκβάλλουν στην αγάπη ως αποτέλεσμα του ελεύθερου χαρακτήρα τους. Παρ’ όλο που στις θέσεις αυτές του Λούθηρου λανθάνει η μετέπειτα εξέλιξη της νεωτερικότητας, ωστόσο η σκέψη του Γερμανού μεταρρυθμιστή είναι ακόμα ενταγμένη απολύτως σε ένα αμιγώς θεολογικό κοσμοείδωλο, εξ ου και υπάρχει διαφοροποίηση από τον Έρασμο, ο οποίος επέμεινε στην ανθρωπιστική διάσταση της ελευθερίας. Ο Λούθηρος θεωρεί την ανθρώπινη ελευθερία ως δώρο της θείας χάριτος και όχι ως προκύπτουσα από την ανθρώπινη φύση. Ο διάλογος αυτός συνεχίστηκε με διάφορες μορφές στη μετέπειτα γερμανική και εν γένει δυτική σκέψη και τώρα το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει ένα κομβικό σημείο του.

