Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας,Δώμα, Αθήνα 2025.
Ο Δημήτρης Καράμπελας εντρυφά στη δοκιμιογραφία προκειμένου να αρθρώσει μία «ιστορία του πνευματικού», κυρίως στη Δύση, με άξονα το δίπολο ζωή και αλήθεια. Αν η ζωή είναι το βιολογικό, η σαρκικότητα, η ορμή, η θνητότητα και το πάθος, η αλήθεια είναι το νόημα που ο πολιτισμός βρίσκει στον Θεό αλλά και στην επιστήμη, στον φυσικό και τον ηθικό νόμο. Τι σημαίνει τότε το «τέρας» για μια ιστορία του πολιτισμού; Το τέρας είναι, θα λέγαμε, η αδυναμία απόλυτης σύμπτωσης ενός από τους δύο πόλους με τον εαυτό του, μία τραγική ή γκροτέσκα υπόμνηση ότι για τον άνθρωπο η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο ζωή και η αλήθεια δεν μπορεί να είναι μόνο αλήθεια. Ζωτική ορμή και νόημα είναι καταδικασμένα σε ένα αέναο ταγκό, που ενίοτε μπορεί να μην είναι αρμονικό, αλλά αν-άρμοστο. Το «τέρας» είναι η ένδειξη του ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα ον μεταιχμιακό και γι’ αυτό διψά για πνευματικούς μεσάζοντες.
Στην αρχή του δοκιμίου, ο Δημήτρης Καράμπελας ερμηνεύει τον άνθρωπο ως μια «τερατώδη συνύπαρξη των αντιθέτων». Αναδιφά μια λαϊκή μυθιστορία που είχε κρατήσει μέχρι και τον βασιλιά Σαχριάρ ξάγρυπνο στις Χίλιες και μια νύχτες: Ο αυτοκράτορας Αδριανός, εξερευνητής όλων των παραδοξοτήτων («omnium curiositatum explorator» κατά τον Τερτυλλιανό), ζήτησε από τον Έλληνα φιλόσοφο Σεκούνδο έναν ορισμό του ανθρώπου. Ο Σεκούνδος παραμένει σιωπηλός, ακόμη και υπό τις απειλές βασανιστικού θανάτου, αλλά εντέλει, όταν ο αυτοκράτορας παραιτείται από την ισχύ και τη βία, ο φιλόσοφος του χαρίζει την απάντηση γραπτώς σε ένα κηρωμένο πινάκιο. Μεταξύ των εκφράσεων διαβάζουμε ότι ο άνθρωπος είναι «νους σεσαρκωμένος, πνευματικόν αγγείον, επίπονος ψυχή, οικητήριον ολιγοχρόνιον, φάντασμα χρόνου, κατάσκοπος βίου, τύχης παίγνιον, ζωής δαπάνημα, φυγάς βίου, αιώνιος νεκρός». Ο άνθρωπος θεωρείται ως ένα «υβρίδιο φωτός και θανάτου», κατά τον Δημήτρη Καράμπελα, ένα κράμα ουρανού και χθονός.
Αν η απάντηση του Σεκούνδου λαμβάνει χώρα εντός της μελαγχολίας της ελληνορωμαϊκής εποχής, ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος θα αναδιατυπώσει το ερώτημα ως μια φιλοσοφική απορία καθ’ οδόν προς μια θεολογική εκπλήρωση. Ο άνθρωπος είναι «ζώον εν εξ αμφοτέρων, αοράτου και ορατής φύσεως, προσκυνητής μικτός, επόπτης της ορατής κτίσεως, μύστης της νοουμένης, μέσος μεγέθους και ταπεινότητος, ο αυτός πνεύμα και σαρξ». Στις προνεωτερικές κοινωνίες ο άνθρωπος συνδέει την αιωνιότητα και την ιστορία, την ανάγκη και την τυχαιότητα μέσα από τις δικές του ενσαρκώσεις, όπως παρατηρεί ο Καράμπελας. Τα τέρατα των αρχαίων μυθολογιών και θρησκειών, που επιβιώνουν ως σύμβολα ακόμα και σήμερα, μέσα από την υβριδικότητα των φύσεών τους στην ουσία αποκαλύπτουν τη μεικτότητα του ανθρώπινου είναι. Τα τέρατα είναι ο καθρέφτης μας, έστω σε οριακές συνθήκες όπου έχει χαθεί η αρμονία, αλλά και μια πρόκληση-πρόσκληση για πνευματική διαμεσολάβηση μεταξύ ζωής και αλήθειας-νοήματος.
Βεβαίως, ο χριστιανισμός της πρώτης χιλιετίας επικέντρωσε στην προσπάθεια οι δύο διαφορετικές φύσεις του μεσάζοντος Χριστού, θεία και ανθρώπινη, αθάνατη και θνητή, αόρατη και ορατή, να παραμείνουν εντός των ορίων τους ως τέλειες και η ανθρώπινη ουσία να σωθεί ως τέτοια. Ο,τιδήποτε καταδικάστηκε ως αίρεση ήταν η εκδοχή να θεωρηθεί ο Χριστός ως υβρίδιο, ως μετάλλαξη (διαφορετικές μορφές μονοφυσιτισμού) ή ως βολονταριστικός υπεράνθρωπος (νεστοριανισμός). Στην ορθόδοξη θεολογία που αρχίζει κυρίως με τους Καππαδόκες, όπως ο άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Χριστός αποτελεί έναν σωτήριο μεσάζοντα ακριβώς με το να μην είναι ένα τέρας, δηλαδή ένα υβρίδιο, αλλά μία ολοκληρωμένη ανθρώπινη φύση που σώζεται ως πλήρης μέσω της προσωπικής ένωσης με ό,τι την υπερβαίνει. Βεβαίως, ο Χριστός αναλαμβάνει στοιχεία της αρχαίας τερατωδίας στην ταυτότητά του. Είναι «απερριμμένος» («λίθος ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες»), αποτελεί ένα «σημείον» για μια ερχόμενη εσχατολογική πραγματικότητα, –ας μην ξεχνάμε ότι ετυμολογικώς η σημασία του τέρατος συνδέεται με τα σημεία για τον ερχομό νέων εποχών ή θείων παρεμβάσεων, βλέπε την έκφραση «σημεία και τέρατα»–, έχει μια υπόσταση μεθόρια και μετάρσια. Ωστόσο, στην ελληνική Ανατολή, όλη η προσπάθεια των Χριστιανών Πατέρων ήταν ακριβώς να δείξουν ότι η ανταπόκριση του Χριστού στα αιτήματα του «τέρατος» ήταν η σωτηρία μιας πλήρους ανθρώπινης φύσης που εκπληρώνει όλες τις ιδιότητές της, του νου (ενάντια στην αίρεση του Απολλιναρισμού), της θελήσεως (ενάντια στον Μονοθελητισμό), της ψυχής και της σωματικότητας (ενάντια στον Γνωστικισμό), κατά τον πλέον ενεργή τρόπο, ακριβώς όταν ενώνεται με το άκτιστο και υπερφυσικό. Τι θα ήταν το «τέρας» σε μια παρόμοια σωτηριολογία; Το τέρας θα ήταν ακριβώς το φάσμα παλινδρόμησης στο ζωώδες ενός πλάσματος που έχει απωλέσει πλέον αυτή τη δυνατότητα. Θα ήταν μία πρόκληση για το Πνεύμα η ενσάρκωση του Θεού στον άνθρωπο να διήκει και όλη την υπόλοιπη φύση. Θα ήταν, ωστόσο, και μία νύξη ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αυτάρκης στον εαυτό του, ότι η αυτοπραγμάτωση της ανθρώπινης φύσεως έχει ανάγκη το υπέρ φύσιν. Αυτό είναι το νόημα του χριστιανικού παραδόξου ότι ένα κατά φύσιν που μένει στον εαυτό του, χωρίς να αναλαμβάνεται από το υπέρ φύσιν εκπίπτει τελικά στο παρά φύσιν, δηλαδή σε μια τερατωδία που υπενθυμίζει ωστόσο ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να επανέλθει στη συνθήκη του ζώου: οποιαδήποτε προσπάθεια παλινδρόμησης γίνεται νοητή ως αμαρτία, ως τερατωδία. Στη μοντερνιστική εποχή, η Χάνα Άρεντ επαναδιατύπωσε αυτή την αλήθεια υπογραμμίζοντας ότι, όταν χάνεται το νόημα της αθανασίας, χάνεται και το νόημα της θνητότητας. Σημειωτέον ότι από θεολογική άποψη το «τέρας» διαθέτει έναν μεσσιανικό και εσχατολογικό χαρακτήρα: με το να παραπέμπει την αδυναμία σύμπτωσης τόσο της ζωής όσο και της αλήθειας στον εαυτό τους, υπομιμνήσκει ότι ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω, κάτι «υπερεκχειλίζον» και από τα δύο. Η χριστιανική σωτηριολογία, ωστόσο, διατυπώθηκε ως μία σύνθεση που επιχείρησε να απαντήσει στα αιτήματα του τέρατος που είναι εντέλει η ανθρώπινη συνθήκη, χωρίς να εκπέσει στην τερατωδία. Με βυζαντινούς όρους θα λέγαμε ότι το τέρας είναι η αδυναμία του αυτόνομου «κατά φύσιν», ενώ η σωτηρία είναι το «υπέρ φύσιν» που καταφάσκει στο «κατά φύσιν» από τη σκοπιά μιας υπέρβασής του που το διασώζει.
Ο Δημήτρης Καράμπελας πάντως δηλώνει ότι ο ίδιος είναι ξένος τόσο προς τη σιωπή ενός φιλοσόφου, όπως ο Σεκούνδος, όσο και προς την πίστη ενός θεολόγου, όπως ο άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Γι’ αυτό θα επιμείνει από μία κοσμική και μάλλον νεωτερική ή μετανεωτερική σκοπιά στη διήγηση της πνευματικότητας ως μεταιχμίου μεταξύ αλήθειας και ζωής. Φιλοτεχνεί ένα φιλοσοφικό bestiarium, όπου ο αναγνώστης θα βρει ημιθέους και μιξανθρώπους, Κενταύρους, Σατύρους, κυνοκέφαλους, γοργόνες, αιγίποδες, λυκάνθρωπους, φοίνικες, γρύπες, αμφίσβαινες, τραγέλαφους, ζόμπι, αλλά και μεταμοντέρνα κυβόργια. Πρόκειται για μια περιδιάβαση κυρίως στη δυτική νεωτερικότητα, η οποία μέσα από την αναζήτηση του κτιστού υπερβατικού (σε αντίθεση με τον βυζαντινό ησυχασμό που επιζητούσε το υπερβατικό στο καθαυτό άκτιστο) επαναφέρει τη λογική του υβριδίου (που η βυζαντινή δογματική είχε τρόπον τινά απαγορεύσει) και τον άνθρωπο ως ένα μεταβατικό ον αυθυπέρβασης από το ζωώδες στο υπερανθρώπινο ή, εντέλει, και στο μετανθρώπινο. Ήδη ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα θα θεωρήσει τον άνθρωπο ως έναν υπαρξιακό χαμαιλέοντα, ένα ον προικισμένο με τη δυνατότητα οικείωσης κάθε πιθανής φύσης, που καθίσταται έτσι ένας οικουμενικός διαιτητής ανάμεσα στο θεϊκό και το ζωώδες. Ο ρομαντισμός θα πανηγυρίσει τη δυνατότητα ανεξάντλητης μεταμόρφωσης, φτάνοντας μέχρι τον Ντοστογιέφσκι, ενώ στον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ το τέρας θα είναι η εκδίκηση της φύσης έναντι του καπιταλισμού, η οποία αναμέτρηση, ωστόσο, διατηρεί μια αινιγματική αστάθεια. Ο Σαρλ Μπωντλαίρ θα επιμείνει στο δισυπόστατο της τέχνης ως απότοκο του οντολογικού δυισμού του ανθρώπου με έναν ιδιόμορφο «σατανισμό» να περιγράφει τη νεωτερική απελπισία. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα απαντήσει μέσω της «αύρας» ως «αστρικού σώματος», όπου ο κόσμος γίνεται έμψυχος, για να απαντήσει στην ψυχή που σπεύδει να συναντήσει τον κόσμο.
O Μπένγιαμιν θρηνεί για την απώλεια της αύρας σε μια εποχή τεχνολογίας. Ο Φραντς Κάφκα θα επικεντρώσει στην εμπειρία του απορρίμματος υπό τη μορφή μιας επιθυμίας να ανήκεις σε μια αλήθεια που σε απορρίπτει. Μετά τη φρίκη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Φράνσις Μπέικον θα αποκαλύψει τον άνθρωπο ως σφάγιο, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ζώο, αλλά και το ζώο (γουρούνι, ταύρος ή σκύλος) μεταμορφώνεται σε πνεύμα. Στη δεκαετία του 1960, όταν οι εκκλησίες «ξαφνικά αδειάζουν», οι άνθρωποι ονειρεύονται μια νέα πνευματικότητα γενναιόδωρη και αθώα, μια πανηγυρική ένωση των πάντων, όπου η υπερχείλιση της εμπειρίας απορροφά αλήθεια και πραγματικότητα. Στον μεταμοντερνισμό, ωστόσο, κάποιοι, όπως ο Μπομπ Ντύλαν, θα επιστρέψουν στον χριστιανισμό, ενώ άλλοι όπως ο Λέοναρντ Κοέν θα αναζητήσουν την αλήθεια στον ιουδαϊσμό και τον ζεν βουδισμό. Ο Φρέντρικ Τζέιμσον θα μιλήσει για την ουδέτερη γλώσσα του μπρικολάζ που μιμείται την παράδοση χωρίς να τη βιώνει. Η εποχή μας είναι περισσότερο αυτή του Τόμας Πύντσον, του Ντέιβιντ Λυντς, με τους γκροτέσκους και διεστραμμένους μεσολαβητές προς το θείο, και του Μισέλ Ουελμπέκ. Σε μυθιστορήματα του τελευταίου, όπως τα Στοιχειώδη Σωματίδια ή ο Χάρτης και η Επικράτεια διαγιγνώσκεται πώς η απελευθέρωση του 1960 οδήγησε στους serial killers του 1990. Ο άνθρωπος θεωρείται ως κάτι το εφήμερο και μεταβατικό είτε προς την εντροπία της φύσης είτε προς την κατεύθυνση του τεχνολογικού μετανθρωπισμού με έμφαση σε μια νεο-νικολαϊτική/γνωστική αυθυπέρβαση της σεξουαλικότητας μέσω της ακραίας επώδυνης υπερβολής της. Αν στη Ντόνα Χάραγουεϊ βρίσκουμε μια ευφρόσυνη θεωρία των κυβοργίων, η Χάνα Άρεντ μας υπενθυμίζει αρκετά θεολογικώς ότι χωρίς την αθανασία χάνει το νόημά της και η ανθρώπινη θνητότητα, σε μια κομβική στιγμή της πνευματικής περιδιάβασης του βιβλίου.
Το έργο πάντως του Δημήτρη Καράμπελα δεν αποτελεί νοσταλγία κάποιου χαμένου κέντρου, αλλά ένα «ενύπνιον» κατά μια μεταμοντέρνα επανοικείωση με την ελληνιστική φιλοσοφία. Είναι ένα προκλητικό δοκίμιο που καταγγέλλει ως προπατορικό ψεύδος την πεποίθηση ότι ο πόλος της ζωής (βιολογία) ή της αλήθειας (ερώτηση περί του νοήματος) μπορεί να υπάρξει μόνος του και να ζήσει εξ ιδίων πόρων. Ο Καράμπελας αντιπροτείνει μια εντρύφυση στον άνθρωπο ως αμφίβιο ον, όπου περιχωρείται τερατωδώς το ζωώδες και το θείο, ίσως πλέον και το ρομποτικό.

