Raymond Geuss, Not Thinking like a Liberal, The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, London 2022.

Ένα από τα ελάχιστα είδη πεζού λόγου που είναι δυσκολότερα από την πνευματική βιογραφία είναι η πνευματική αυτο-βιογραφία. Προϋποθέτει την πειθαρχία μια τριπλής οπτικής μέσα από τα αντίστοιχα πρίσματα των εσωτερικών διεργασιών του ατόμου, της ιστορικής του διάστασης και της αυτο-διαμόρφωσής του. Και στα τρία αυτά πρίσματα καραδοκεί ο πειρασμός της αυτο-δικαίωσης που, σχεδόν πάντα, χαλά και φαλκιδεύει το ύφος. Το βιβλίο Πώς να μη σκέφτεστε ως Φιλελεύθερος αποφεύγει τις τάσεις αυτο-δικαίωσης και, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τα τρία αυτά πρίσματα, καταφέρνει να διατηρήσει την ενότητα της αφηγηματικής του φωνής. Ακόμη και αν αυτές ήταν οι μόνες αρετές του, θα ήταν αξιοδιάβαστο και ικανός λόγος παρουσίασής του στο ελληνικό κοινό (παρά μάλιστα το γεγονός ότι ο γράφων διαφωνεί με βασικές θέσεις του συγγραφέα).
O Raymond Geuss είναι Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Καίημπριτζ και από τους γνωστότερους ειδικούς στη Σχολή της Φρανκφούρτης, με τους εκπροσώπους των οποίων έχει εύγλωττες διαλεκτικές συγγένειες. Ανήκει στη γενιά των ακαδημαϊκών που είχε την πολυτέλεια να μην κάνει πολλούς συμβιβασμούς προκειμένου να ενταχθεί στις τάξεις των ακαδημαϊκών δασκάλων ή, τουλάχιστον, ν’ αποφύγει αρκετούς από αυτούς. Μέχρι σήμερα αρνείται τη χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και δεν διαθέτει μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σε όλη τη σταδιοδρομία του υπήρξε ένας από τους πλέον ριζοσπαστικούς υπομνηματιστές της σύγχρονης πραγματικότητας, ακριβώς διότι αρνήθηκε να αποδεχθεί το αυτονόητο ως αυτονόητο. Υφολογικά ο λόγος του ταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στην ακαδημαϊκή μελέτη και το δοκίμιο με κέρδη και ζημίες: κάποιες απώλειες σε αυστηρότητα, σαφέστατα κέρδη σε αμεσότητα και δοκιμιακή αρτιότητα. Τα άρθρα και τα βιβλία του δεν είναι γραμμένα για αποκλειστική κατανάλωση σε ονειρικούς πυργίσκους ούτε σε κισσοφίλητα κολλέγια[1] (όσο προσφιλή κι αν είναι αμφότερα στον συγγραφέα αλλά και στον ταπεινό κρίνοντα). Αντίθετα, προσφέρει ακόμη και στον κάτοχο μιας πολύ μέτριας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης βασικά εργαλεία για να ξαναστοχαστεί την εποχή του.
Το σημείο εκκίνησης αυτού του ιδιόμορφου βιβλίου είναι το εξίσου ιδιόμορφο Λύκειο στο οποίο φοίτησε ο Geuss. Οι Πιαριστές Πατέρες, κοινότητα ιδρυμένη το 1617 στην Ιταλία από τον Ισπανό μοναχό Ιωσήφ Καλασάνκτιο και συγκροτημένη σε Tάγμα το 1621 με διάταγμα του Πάπα Γρηγορίου ΙΕ΄, είχαν ισχυρή επίδραση στα εκπαιδευτικά πράγματα της Ισπανίας και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Μετά την αποτυχημένη Ουγγρική Εξέγερση του 1956, οι περισσότεροι Πιαριστές κατέφυγαν σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες του δυτικού λεγόμενου μπλοκ, αλλά και στις ΗΠΑ. Στον βαθμό που οι εκλεκτότεροι καρποί ενός σχολείου είναι μέτρο της εκπλήρωσης των στόχων του, η περίπτωση του Raymond Geuss μας αφήνει ελάχιστες αμφιβολίες για την επιτυχία του Τάγματος κατά την ύστερη περίοδό του. Τέτοια παραδείγματα μας υπενθυμίζουν ότι η θεσμική μονολιθικότητα της ελληνικής σχολικής εκπαίδευσης δεν αφήνει καμία ελπίδα για την ανατροπή του πανίσχυρου πνεύματος κομφορμισμού. Η κριτική του Geuss εκκινεί από την ανήκουστη –για Βρετανό φιλόσοφο– μεθοδολογική προκείμενη ότι η «συνήθεια των φιλοσόφων να επικεντρώνουν την επιμέρους κριτική τους σε ευκρινώς διατυπωμένες θέσεις, δεν είναι άχρηστη αλλά έχει περιορισμένη αξία στην εξέταση ευρύτατων, ιστορικά ανθεκτικών κινημάτων όπως ο χριστιανισμός, ο εθνικισμός ή ακόμη και ο Δαρβινισμός» (σ. 3) επειδή ακριβώς τα κινήματα αυτά «έχουν απεριόριστη ευρηματικότητα στην αποφυγή ή την υποτίμηση των διαφαινόμενων ανασκευαστικών εναντιώσεων» (σ. 4). Προχωρώντας πέρα από αυτήν τη μεθοδολογική προκείμενη προχωρεί στην αμφισβήτηση της γνησιότητας της διχοτομίας «φιλελευθερισμός ή αυταρχισμός» με βάση την εξής διαφαινόμενη ασυμμετρία: αφού ο ίδιος ο φιλελευθερισμός δεν είναι κάτι ενιαίο αλλά αποτελεί «ένα άμορφο σύνολο πραγμάτων που αλλάζει σχήμα» (σ. 7) και ένα σύνολο πεποιθήσεων το οποίο έχει ιστορικά υποβληθεί σε αναθεώρηση, τότε ούτε ο αντίθετος πόλος θα έπρεπε να εννοηθεί ως κάτι το ενιαίο. Η κριτική που θα μπορούσε ενδεχομένως να ασκηθεί σε αυτό το σημείο είναι ότι η εναντίωση που περιγράφει ο Guess περιορίζει σαφώς την εγκυρότητα των εφαρμογών της αρχής αυτής αλλά δεν αναιρεί θεμελιωδώς την εγκυρότητά της, διότι η νοητική σύλληψη του ατόμου και η ουσιωδώς εμποροκρατική κατανόηση τη ιστορίας παραμένουν βασικές και διαχρονικές σταθερές των διάφορων μορφών φιλελευθερισμού.
Το στοιχείο, όμως, εκείνο που προσδίδει στη βιογραφία την πνευματικότητά της είναι ότι δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στο Εγώ της αφήγησης αλλά αρθρώνει την εμπειρία του συγγραφέα ως μία σταδιακή συσσώρευση επιδράσεων που δέχθηκε από τους καθηγητές του. Ως προς αυτό, σε μια εποχή περιστασιακών –κυρίως– ευχαριστιών σε προλόγους βιβλίων χωρίς όμως κάποια αποτύπωση βαθύτερων πνευματικών καταβολών, ο Geuss προάγει μια ουσιωδώς συντηρητική στάση. Το βιβλίο είναι μια κατάθεση βιωμένης ιστορικότητας παρά μια συγγραφή με αξιώσεις αποδεικτικής ισχύος και συνδυάζει την πνευματική βιογραφία με το κοινωνικό σχόλιο και τη συνεπή κριτική σε συγκεκριμένες πτυχές του νέο(;)-φιλελευθερισμού. Αναλαμβάνει ακριβώς την κριτική των πλέον αυτονόητων προϋποθέσεων του φιλελευθερισμού επειδή οι προϋποθέσεις αυτές έχουν εποικίσει τον μέσο σύγχρονο νου μέσω της αυτο-παρουσίασής τους ως αυτονόητων. Η πρώτη τάχα αυτονόητη σύλληψη στην οποία επιτίθεται είναι το φιλελεύθερο άτομο και η βασική κριτική του είχε ήδη διατυπωθεί σε προηγούμενο βιβλίο του:
«Το σφάλμα του φιλελευθερισμού ήταν το χαρακτηριστικό σημείο εκκίνησής του, η ιδέα ενός αφηρημένου, “γυμνού” ατόμου, κατά έναν περίεργο τρόπο ενός οντολογικού και ψυχολογικού “δεδομένου”, το οποίο μας περιμένει “εκεί έξω” ως αυτονόητο μέρος του κόσμου και οι πεποιθήσεις και επιθυμίες του μπορούν να αποτελέσουν πηγή νομιμοποίησης της δράσης» (Raymond Geuss, Who Needs a World View?, Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, London, England 2020, σελ. 7).
Η δεύτερη επίθεση αφορά όχι μόνο τον φιλελευθερισμό αλλά και τον ίδιο τον Θωμισμό: καμία από τις δύο σχολές σκέψης δεν έχει καταφέρει να νοηματοδοτήσει ουσιαστικά την ιστορία. Επεκτείνοντας τη σκέψη του, θα λέγαμε ότι ο ντετερμινισμός και των δύο καθιστά την ιστορία καθ’ εαυτή ένα πρόσχημα, ένα φόντο, εμπρός από το οποίο εκτυλίσσεται η δράση του αυτονομημένου ανθρώπινου λόγου.
Η αναγνώριση πνευματικών οφειλών επεκτείνεται και στους πανεπιστημιακούς του καθηγητές. Ο Robert Paul Wolff, ειδικός στον Καντ και συγγραφέας της Υπεράσπισης του Αναρχισμού, συνδέεται με την κατάδειξη των τρωτών σημείων της αρχικής θέσης του Ρωλς την οποία και θεωρεί, εφαρμόζοντας ανάλογο σχήμα σκέψης με εκείνο που ο Μαρξ χρησιμοποίησε στην ερμηνεία του Ρουσσώ, ως εκλογίκευση της «πραγματικής και απτής» ανισότητας μέσα από μία υποτιθέμενη ισότητα που συγκροτείται ως μία «επιπρόσθετη φαντασιακή κατασκευή» (σελ. 119).
Η δεύτερη σημαντική επιρροή στον Geuss ήταν η διδασκαλία του Sidney Morgenblesser και η αμφισβήτηση της περί έλλογης επιλογής (rational choice) θεωρίας του Kenneth Arrow. Ο Morgenblesser εστίασε σε ζητήματα τα οποία ο Arrow είχε αποφύγει: το αποτέλεσμα της έλλογης απόφασης πάντοτε εξαρτάται από το είδος και το εύρος των διαθέσιμων επιλογών, ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση των εκλογών.
Η καθηγητική τριανδρία κλείνει με τον Robert Denoon Cumming, ο οποίος αφιέρωσε το magnum opus του Ανθρώπινη Φύση και Ιστορία στην εσωτερική αντινομία στη φιλελεύθερη σκέψη μεταξύ των ουνιβερσαλιστικών τάσεων του φιλελευθερισμού και της διεκδίκησης διιστορικής εγκυρότητας και τη θέση ότι ο φιλελευθερισμός είναι μια παρέμβαση σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση από την οποία και αντλεί το εκάστοτε νόημά του.
Ανάμεσα στους πολλούς προσφιλείς στόχους διανοητικής μετωπικής επίθεσης του Geuss, δύο είναι εκείνοι που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω: όλα εκείνα τα συμπαγή συστήματα, κοινωνικά και φιλοσοφικά που απαγορεύουν τις κεντρόφυγες δυνάμεις και ο φιλελευθερισμός. Στο σχετικά πρόσφατο έργο του Ποιος χρειάζεται μια Κοσμοθεωρία; αποτίνοντας φόρο τιμής στον λυκειακό του καθηγητή, φιλόσοφο και Πιαριστή ιερομόναχο πατέρα Κρίγκλερ αναγνωρίζει επιπρόσθετες πνευματικές οφειλές:
«Το οικονομικό μας σύστημα μας προδιαθέτει να θεωρούμε ότι η “επιλογή” (ιδιαίτερα μάλιστα η καταναλωτική επιλογή) είναι ιδιαίτατα σημαντική και επομένως όσο μεγαλύτερο είναι το εύρος των διαθέσιμων προϊόντων τόσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία μας. Όμως, όπως θα έλεγε ο Κρίγκλερ, η έννοια του εύρους ποικιλίας στην καταναλωτική επιλογή είναι διαλεκτική: μετά από κάποιο σημείο, το περισσότερο μετατρέπεται και πάλι σε λιγότερο» (Raymond Geuss, Who Needs a World View?, ό.π., σελ. 11).
Ο Geuss φροντίζει να καταρρίψει πολλές εσφαλμένες κοινοτοπίες που κατατρύχουν τον σύγχρονο κόσμο. Λόγου χάρη, ισχυρίζεται –όχι χωρίς θεμελίωση στη σύγχρονη ιστορική εμπειρία– ότι ο διάλογος, «αντίθετα με την άποψη που προάγουν οι οπαδοί του J.S. Mill, δεν οδηγεί απαραίτητα σε καλύτερη κατανόηση – αλλά ενδέχεται να σπείρει τη διχόνοια και να οξύνει την εχθρότητα» (σ. 35). Ο διάλογος, η συζήτηση δεν αποτελούν λύσεις και ούτε, πολύ περισσότερο, προάγουν πάντοτε την ευγένεια και την αβρότητα, παρά μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις στις οποίες οι συμμετέχοντες έχουν συμφωνήσει ρητά ή υπόρρητα. Σε αυτό το σημείο ο Geuss θα μπορούσε να είχε «ανοίξει» την κριτική του επισημαίνοντας ακριβώς ότι συχνότατα η συζήτηση ή ο διάλογος μεταξύ ατόμων από διαφορετικά αξιακά σύμπαντα δεν είναι παρά η συνέχιση του πολέμου με την προσθήκη και άλλων μέσων, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς.
Η πνευματική αυτοβιογραφία του Raymond Geuss προτείνεται σε εκείνους που θέλουν να ξεφύγουν από την τυραννία του αυτονόητου μέσα από την επανεξέταση των σχημάτων σκέψης που υποδόρια διαμορφώνουν την πρόσληψη της πραγματικότητας. Όσοι αγαπούν το αυτονόητο ας μη σπαταλήσουν τον χρόνο τους.
[1] Έμμεση αναφορά στην ομοσπονδία των πρεσβυτέρων πανεπιστημίων και κολλεγίων των ΗΠΑ, Ivy League.

