Στέλιος Ράμφος, Σαν αφθαρσία μέσα μας. Ο χρόνος του Καβάφη, Αρμός, Αθήνα 2024.
Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος στο νέο του βιβλίο επικεντρώνεται στον Κωνσταντίνο Καβάφη ως έναν ποιητή που είχε ενιαίο χρόνο στα ποιήματά του, δηλαδή μη διεσπασμένο μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Ο Καβάφης συντονιζόταν έτσι με πρωτοποριακό τρόπο με πνευματικά αιτήματα της εποχής, στα οποία ανταποκρίθηκε την ίδια περίοδο στη φιλοσοφία ο Ανρί Μπερξόν. Επιμένοντας στη χρονικότητα, ο Στέλιος Ράμφος θέτει κατά την ανάλυση κάθε ποιήματος τη χρονολογία πότε γράφτηκε και πότε δημοσιεύτηκε, καθώς ο Καβάφης μπορεί να έβαζε ένα ποίημα στο ράφι και να το δημοσίευε μετά από πολλά χρόνια. Η στιγμή της δημοσίευσης είτε σχετιζόταν με ιστορική συγκυρία, –λ.χ. η «Αχαϊκή Συμπολιτεία» συνδέεται με τη Μικρασιατική καταστροφή ή το διάστημα μεταξύ των ποιημάτων «Μνήμη» και «Ιωνικός» συμπίπτει με τον εξευτελισμό μετά την ήττα στον πόλεμο του 1897–, είτε προκαλείτο από μια εσωτερική αίσθηση ότι το ποίημα είχε ολοκληρωθεί. Ο Καβάφης έκανε πολλές διορθώσεις στα ποιήματα με το πέρασμα των χρόνων, γι’ αυτό και τα επίσημα ποιήματα είναι 154, ενώ το σύνολο φτάνει περίπου τα 260. Δημοσίευε τα ποιήματα σε μονόφυλλα που ετοίμαζε ο ίδιος και τα πρόσφερε σε φίλους που εκτιμούσε, προκειμένου να προσδώσει στη χειρονομία έναν προσωπικό χαρακτήρα. Η πρώτη συνολική δημοσίευση των ποιημάτων τοποθετείται μετά θάνατον, το 1935. Παρ’ όλα αυτά θεωρείτο ήδη εν ζωή ως κορυφαίος ποιητής στην Ελλάδα και ο ίδιος είχε αυτογνωσία της σημασίας του έργου του.

Αυτή η ενότητα προσωπικού ήθους του Καβάφη ανταποκρίνεται και στην προσπάθεια να υπάρξει μία ενότητα στον χρόνο ως πνευματικό γεγονός της συνείδησης σε αντίθεση με το πνεύμα του θετικισμού του τέλους του 19ου αιώνα, που έβλεπε τη μνήμη σαν φωτογραφική μηχανή που φωτογραφίζει αντικείμενα. Ο κοσμοπολίτης Καβάφης μυρίζεται τη διεθνή πολιτισμική ατμόσφαιρα και πραγματοποιεί στην ποίηση κάτι αντίστοιχο με αυτό που επιχείρησε ο Πωλ Σεζάν στη ζωγραφική. Άλλωστε, με τον Ανρί Μπερξόν υπάρχουν παρόμοια διαβάσματα. Επικεντρώνοντας στην ύστερη αρχαιότητα, ο Καβάφης μελετά Πορφύριο και Απολλώνιο Τυανέα, ενώ ο Μπερξόν επηρεάζεται ιδιαιτέρως από τον Πλωτίνο κατά τη σύλληψη της φιλοσοφικής έννοιας της διάρκειας. Ο Καβάφης, γράφοντας σπουδαία ποίηση ήδη από το 1890, θα προηγηθεί ελαφρώς του Μπερξόν στη σύλληψη του χρόνου ως ενός ενιαίου γίγνεσθαι, όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αναμετρώνται. Οι μεγάλοι ποιητές του 20ού αιώνα που ενοπτρίσθηκαν μια ενιαία χρονικότητα, όπως ο Ουίλιαμ Γέιτς, ο Έζρα Πάουντ και ο Τόμας Στερν Έλιοτ έπονται του πρωτοπόρου Καβάφη. Την ίδια εποχή ο Φρόυντ θέτει ως σκοπό της ψυχανάλυσης: «Όπου είναι εκείνο, εκεί πρέπει να πάω», δηλαδή μια ενότητα του εαυτού που θα θεραπεύσει τη ρήξη που είναι το ασυνείδητο μέσα μας, όπως και από τον Καβάφη αναζητείται μια εσωτερική πληρότητα μέσα στον ενιαίο χρόνο που περιλαμβάνει συναισθήματα και συγκινήσεις.
Για τον Στέλιο Ράμφο, ο Καβάφης δεν είναι καθόλου ένας ποιητής της νοσταλγίας ή της παρακμής, καθώς στην ποίησή του δεν υπάρχει καθόλου απώλεια χρόνου, αλλά μια χρονικότητα ζωντανή στο παρόν. Ο Καβάφης γίνεται ποιητής του χρόνου, επειδή σμιλεύει την αφήγηση ως διάρκεια ή συγκίνηση της σκέψης. Χρησιμοποιεί σύμβολα που υπερβαίνουν τα πράγματα, αποδίδοντάς τους εκ νέου την αθωότητα που έχουν χάσει στη χρήση και την κατάχρησή τους. Η ιστορικότητα στον Καβάφη παρουσιάζεται ως ένα μέσο να υπερβαθεί ο νηπιασμός του ανθρώπου με ορίζοντα την ανοικτότητα και την αυτονομία, την ανάληψη των πραγμάτων κατά το νόημά τους και όχι ως εμπειρικών δεδομένων. Τα ιστορικά θέματα φωτίζονται εκ των υστέρων, όπως συμβαίνει στη βυζαντινή εικόνα. Ακόμη και στο ποίημα «Απολείπειν ο θεός Αντώνιο» η έμφαση δεν είναι καθόλου στη νοσταλγία, αλλά σε έναν ενεργό χρόνο που ενώνει αντί να διασπά, με σημείο αναφοράς το στωικό αξίωμα ότι πρέπει να αντικρίζουμε τη συμφορά με αξιοπρέπεια. H Αλεξάνδρεια διακρατείται, επειδή έχει γίνει ένα με τον Αντώνιο, καθώς έχουμε μεταβεί στο καθολικό νόημα. Παρομοίως, στις «Θερμοπύλες» το νόημα είναι η υπέρβαση του αυτοσκοπού της επιβίωσης στη μάχη για τη ζωή.
Η ενότητα του χρόνου στον Καβάφη έρχεται ως ανταπόκριση στους διχασμούς των Ελλήνων που περιγράφει στη «Μάχη της Μαγνησίας», έχοντας βεβαίως κατά νου τον διχασμό του 1915, οπότε και συντίθεται το ποίημα. Ο Ράμφος αποδίδει τον διχασμό στην έλλειψη μιας εξατομίκευσης με εσωτερική πνευματική χωρητικότητα, λόγω της οποίας κατέρρευσε και το Βυζάντιο. Αλλά και η μηχανική πρόσληψη της δυτικής εξατομίκευσης από τους Νεοέλληνες δεν απέτρεψε την πολυδιάσπαση. Για τον Στέλιο Ράμφο, ο Καβάφης μπορεί να προσφέρει στον Νέο Ελληνισμό έναν πνευματικότερο και πιο ενωμένο χρόνο, που υπερβαίνει τον διχασμό, ο οποίος είναι βασικό θέμα στα ποιήματά του. Ο Καβάφης προκρίνει έναν μη εθνοφυλετικό Ελληνισμό της ανοικτότητας.
Υπάρχει βεβαίως αναμέτρηση με την αρνητικότητα στην ποίηση του Καβάφη. Στο ποίημα «Μονοτονία» παρουσιάζεται ένα κύκλιο γίγνεσθαι όπου δεσπόζει το παρελθόν ως αέναη επανάληψη και το αύριο ως βαρεμάρα, καθώς δεν διαφέρει από αυτό που φεύγει. Περιγράφεται έτσι μία κρίση του παρόντος ως αγονίας ενός τρόπου ζωής που δεν ωθεί στη δημιουργία. Στη θεματική επικρατεί επίσης το θέμα του γήρατος. Ενώ το σχετικά πρώιμο ποίημα «Κεριά» είναι ένα ποίημα περισσότερο «οραματικόν» κατά την ορολογία του Ράμφου, δηλαδή με ευθεία αναπαράσταση της γραμμικότητας του χρόνου, σε μεταγενέστερα ποιήματα θα αποδοθεί μία περισσότερο εσωτερική αίσθηση, είτε της παράτασης του χρόνου διά της επαναλήψεως, όπως στους «Γέροντες», είτε της περιορισμένης εκπλήρωσης επιθυμιών με μια μνημονική εμβίωση που εξαντλεί το περιεχόμενο του παρόντος στο ποίημα «Ένας Γέρος», όπου το σκηνικό είναι ένα ανατολίτικο καφενείο της κυκλικής επαναλήψεως του χρόνου.
Σε ποιήματα όπως ο «Δαρείος» και το «Εν πορεία προς την Σινώπην» για τον Μιθριδάτη, ο Καβάφης επικρίνει την υπερβολή της θελήσεως, που παράγει απρόβλεπτες καταστροφές. Ο Αλεξανδρινός ποιητής τονίζει τα εσωτερικά όρια του θέλειν. Μετά όμως από την εποχή του Καβάφη και του Μπερξόν, η χρονικότητα τέθηκε από τον Μάρτιν Χάιντεγκερ στην υπηρεσία της θελήσεως και τοποθετήθηκε τέρμα στην μπερξονική διάρκεια. Η διαφορά μεταξύ Χάιντεγκερ και Μπερξόν έγκειται κατά τον Στέλιο Ράμφο στο ότι ο Χάιντεγκερ έγινε ναζί, ενώ ο Μπερξόν, αν και θεωρούσε τον Χριστιανισμό ως την ανώτερη μορφή θρησκείας, δεν δέχτηκε να βαπτιστεί, γιατί ήθελε να υποστεί τη μοίρα των Εβραίων, εξ ου και στο κατεχόμενο Παρίσι, ο Μπερξόν στεκόταν στην ουρά, για να πάρει συσσίτιο. Ο χρόνος που εκβάλλει στον θάνατο κατά τον Χάιντεγκερ συμφωνούσε με την πνευματική ατμόσφαιρα μιας εποχής, όπου λ.χ. οι Ισπανοί Φρανκιστές έλεγαν «Viva la muerte» («Ζήτω ο θάνατος»). Ο Καβάφης διαθέτει ενοπτρισμό του θανάτου στην ποίησή του, αλλά μέσα από μια εσωτερική οργάνωση πνευματικής καθολικότητας του χρόνου, που ενώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Από αυτήν την άποψη, κατά τον Ράμφο αποτελεί μία κορυφή εσωτερικότητας που είναι πολύτιμη έναντι και του βολονταρισμού του Μεσοπολέμου και της μηχανικής χρονικότητας που επικράτησε μεταπολεμικά μέχρι τις μέρες μας με την ψηφιακή τεχνολογία. Όλα αυτά τα στοιχεία, διχασμός, βολονταρισμός, μηχανική χρονικότητα, είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ, αν και συνοδεύουν εξαρχής τη νεωτερική περίοδο του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και ο Καβάφης είναι, κατά τον Ράμφο, ένας εξαιρετικά γόνιμος ποιητής για τον Νέο Ελληνισμό.
Στη χρονικότητα του Καβάφη η συνέχεια και η ασυνέχεια των γεγονότων συνυπάρχουν μέσα μας, ώστε η μνήμη να ενυπάρχει στον εαυτό της και με τη σημασία της και όχι μόνο να σχετίζεται εγκεφαλικά με την υλική επιφάνεια των πραγμάτων. Η μνήμη από παραστατική και ψυχολογική γίνεται πνευματική. Η ποίηση αποτελεί μία φαρμακεία για τον Καβάφη έναντι της φθοράς του γήρατος, πλην όχι με μια αναζήτηση του χαμένου χρόνου, όπως στον Μαρσέλ Προυστ, αλλά με μια επιζήτηση της διάρκειας. Με τη μνήμη ο Καβάφης δεν θυμάται, αλλά ξαναζεί και με την τέχνη συνδυάζει το υλικό των εντυπώσεων με τη βιωμένη μνήμη, ώστε η συγκίνηση να αναβλύζει από το αίσθημα της σκέψης στις λέξεις των πραγμάτων. Με τη μνήμη ζωντανεύει το παρελθόν στο παρόν, με αποτέλεσμα αντί να στρέφεται ο κόσμος στα παρωχημένα, να τα νιώθει αναγεννημένα μέσα του. Ο Ράμφος προσεγγίζει αυτήν την αναγέννηση ως μια περιχώρηση του υπερούσιου με το ανθρώπινο και του ανθρωπίνου με το ιδεατό, με αποτέλεσμα η διασταύρωση του υλικού με το ιδεώδες να μας εξανθρωπίζει. Με τον τρόπο αυτό ο Καβάφης αιμοδοτεί διαρκώς τον Ελληνισμό, μέσα από μια γλώσσα κεντρισμένη στο νόημα.

