Γιάννης Κιουρτσάκης, Σαν Μυθιστόρημα. Το Ίδιο και το Άλλο, Πατάκης, Αθήνα 2023
Το σημαντικότερο έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη, που είχε δημοσιευτεί στην πρώτη μορφή του το 1995, έχει ως θέμα τη σχέση του συγγραφέα με τον νεκρό αδελφό του, τον οποίο «κουβαλά» μέσα του, παραπέμποντας στη μορφή του Δίκωλου από τη λαϊκή παράδοση, όπου ο ήρωας φέρει έναν νεκρό αδελφό στην πλάτη του. Το έργο παρακολουθεί τα χρόνια από την αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη μετανάστευση του συγγραφέα και του αδελφού του στη Δύση. Ανατρέχει, όμως, διά της μορφής του πατέρα και στην αρχή του 20ού αιώνα, στα Χανιά της Κρητικής Πολιτείας, στην εποχή του βενιζελισμού και έπειτα στη ματαίωση της Μεγάλης Ιδέας και στους εθνικούς διχασμούς που σφράγισαν τον 20ό αιώνα. Η νέα έκδοση συνοδεύεται από μία επιστολή του ηθοποιού Δημήτρη Καταλειφού και δύο άρθρα των καθηγητών Jean-Yves Masson και François Ricard.

Στον τίτλο ήδη του έργου του Γιάννη Κιουρτσάκη αντιπαλεύουν η ταυτότητα με την ετερότητα, καθώς και η μυθοπλασία με την αυτοβιογραφία. Η καταγωγική αυτή διττότητα οφείλεται στο ότι ο Γιάννης Κιουρτσάκης γράφει για τον αδελφό του, που έχει αυτοκτονήσει στα 26 του χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι ένα κείμενο που το συν-γράφουν μαζί η φωνή του νεκρού αδελφού και ο επιζήσας λογοτέχνης. Αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία πολύ πρωτοποριακή για την εποχή που πρωτογράφτηκεauto-fiction, στην πραγματικότητα ο Γιάννης Κιουρτσάκης αναζητεί τη φωνή του άλλου, του χαμένου αδελφού, μέσα από γράμματα, αλληλογραφία, ημερολόγια, και ιδιωτικά έγγραφα, εφηβικά γραπτά, που συλλέγει και συνθέτει με το δικό του γραπτό. Και μαζί εντάσσει τη σχέση αυτή στην ελληνική λαϊκή παράδοση, ιδίως του καρναβαλιού, η οποία με τη μορφή δίκωλον αισθητοποιεί τον ήρωα που φέρει στον ώμο του τον νεκρό αδελφό, σαν ένα τραγικό σιαμαίο σώμα.
Το δίκωλον προέρχεται από το ποντιακό δρώμενο Μωμόγεροι, το οποίο παιζόταν στο καρναβάλι του Δωδεκαημέρου. Πρωταγωνιστεί ένας μασκαράς που κουβαλά διηνεκώς στην πλάτη του τον νεκρό αδελφό του. Ο συγγραφέας είχε νιώσει μια ταύτιση με αυτή τη μορφή, καθώς θεώρησε πως είχε χρέος να ξαναζωντανέψει τον αδελφό του μέσα από τη λογοτεχνία. Εντέλει, εφόσον το εγώ του αφηγητή επιτελείται ως μια άλλη όψη του χαμένου αδελφού, ο συγγραφέας αφυπνίζεται στο γεγονός ότι ο αφηγητής έχει γίνει ένας άλλος, ερχόμενος από την απέναντι όχθη ενός μελλοντικού θανάτου. Η προσωπική ιστορία εντάσσεται έτσι σε ένα συλλογικό δράμα, όπου υπάρχει μία διττότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, επιτυχίας και αποτυχίας, ξενιτιάς και νόστου, υπέρμετρων συνήθως ματαιωμένων προσδοκιών και εξουθενωτικής απελπισίας. Στην προσωπική ιστορία πρόκειται για την απογοήτευση του αδελφού, που αυτοκτόνησε, από τη ζωή στη Δύση, η οποία, όμως, συνυφαίνεται με τις ελπίδες και των δύο, που στην περίπτωση του συγγραφέα αποδείχτηκαν ζωτικές και ζωηφόρες. Στην ίδια τη μορφή του χαμένου αδελφού του, Χάρη, υπάρχει μία διπλή κίνηση προς τη Δύση και προς την παράδοση, προς τα αμερικανικά μπλουζ και τα γουέστερν, αλλά και προς τα ριζίτικα, τη βυζαντινή μουσική, το δημοτικό και το ρεμπέτικο. Η δυτική ουτοπία, η απώλεια ριζώματος και ταυτότητας, που ήταν θανατηφόρα για τον ένα ήταν γονιμοποιός για τον άλλο, αλλά στη μορφή του δίκωλου, θάνατος και γονιμότητα συναιρούνται όπως στην παραβολή του σπόρου που φέρει καρπό, επειδή πεθαίνει. Το έργο πάντως δεν είναι ένας «επικήδειος» από αυτούς που γράφουμε για να πενθήσουμε και να «θάψουμε» τον τεθνεώτα αλλά, αντιθέτως, μία κλήση σε ανάσταση διά της γραφής, μια επαναβίωση των εκκρεμοτήτων σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης. Η λογοτεχνία μετατρέπεται σε ένα μνημείο κενό, όπου ο άλλος μπορεί να μας εκπλήξει διά της απουσίας του στην αντικειμενοποιητική ματιά των περιλειπομένων και διά της παρουσίας του σε μία φωνή που έρχεται από το κοινό μέλλον, ένα μέλλον όχι μόνο χρονολογικό, αλλά κατεξοχήν οντολογικό, προκειμένου να διεκδικήσει χώρο σε μία δυναμική γραφή εν τω γίγνεσθαι. Γιατί στο υπαρξιακό βάθος της η διττότητα είναι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, τη γέννηση και την ανάσταση, εντέλει τη ζωή και την τέχνη.
Η αμφισημία, όμως, είναι ενσωματωμένη ήδη στο ίδιο το μυθιστόρημα, του οποίου το ένα συστατικό είναι ο μύθος και το άλλο η ιστορία (έρευνα και γνώση η αρχική σημασία της λέξης): από τη μια η δημιουργική ελευθερία ως προς το παρελθόν και το μέλλον, από την άλλη η ζητούμενη αντικειμενικότητα του παρελθόντος, οσοδήποτε φρούδου, μαζί με την ερμηνεία του από το παρόν. Γράφοντας το Σαν μυθιστόρημα, ο συγγραφέας αναζητεί την Ελλάδα στο παρελθόν, για να την επανερμηνεύσει στο σήμερα, σε μία συνάντηση της ιδιοπροσωπίας της με τη Δύση, ακολουθώντας τις καλύτερες από τις διαισθήσεις της γενιάς του 1930 και κυρίως του Γιώργου Σεφέρη. Ο ενοπτρισμός της νεωτερικότητας προκαλεί αλλοτρίωση στον παραδοσιακό πολιτισμό, η οποία, όμως, αποτελεί ευκαιρία για μια νέα δημιουργία μέσα από την απόσταση, για έναν νέο «εαυτό ως έναν άλλο», για να θυμηθούμε την έκφραση του Αρτούρ Ρεμπώ, στην οποία έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του στοχασμού του ο Πωλ Ρικαίρ, που σημαίνει ότι κάθε αυτοπροσωπογραφία διά της γραφής είναι εντέλει μια ετεροπροσωπογραφία. Η κίνηση αυτή θυμίζει τη Νέκυια της Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας, για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, χρειάστηκε να αναδιφήσει τις χθόνιες και μητρικές δυνάμεις πριν από το εγχείρημα ενός νόστου, που στην περίπτωση πάντως του Κιουρτσάκη θεωρείται ως αδύνατος. Οι φωνές αυτές της ετερότητας δημιουργούν μία μπαχτινική πολυφωνία, όπου συναιρούνται καρναβαλικώς ο σοφός και ο τρελός, ο βασιλιάς και ο γελωτοποιός. Με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ιδιοκτησία χωρίς κοινότητα, ούτε υποκείμενο χωρίς αντικείμενο, ώστε το «σαν μυθιστόρημα» να καθίσταται όντως ένα νεωτερικό μυθιστόρημα στο κατώφλι του μεταμοντερνισμού. Ο Κιουρτσάκης ακολουθεί έναν ορισμό της νεωτερικότητας σαν αυτόν του Σαρλ Μπωντλαίρ, για τον οποίο η νεωτερικότητα είναι «η άντληση της αιωνιότητας από το φευγαλέο», με άλλα λόγια ένας πληρέστατος ενσαρκωτικός εγχρονισμός. Αυτό είναι και το νόημα του μυθιστορήματος, που είναι ένα κατεξοχήν νεωτερικό λογοτεχνικό είδος, το οποίο, όμως, με μεταμοντέρνο τρόπο ο Κιουρτσάκης το διανοίγει όχι ακριβώς στην autofiction αλλά σε μια «ετερο-αυτοπροσωπογραφία». Στη σημερινή εποχή, 28 χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του η σκέψη του συγγραφέα έχει μεταβεί περισσότερο από τα δίπολα Ελλάδα-Ευρώπη και Ανατολή-Δύση στο δίπολο Ευρώπη-κόσμος, καθώς θεωρεί τον πλανήτη ως μια παγκοσμιότητα χωρίς πλέον κέντρο και περιφέρεια. Αναζητεί, όμως, την αξιοπρέπεια ως υπαρκτικό κριτήριο για την αντιμετώπιση των νέων διλημμάτων σε σχέση με την εποχή που πρωτογράφτηκε το έργο. Και εξακολουθεί να υπάρχει σε αυτό η ίδια κινητήρια δύναμη, ένα χρέος προς τον χαμένο αδελφό, μια μελέτη θανάτου του άλλου και του εαυτού, που βιώνεται, όμως, ως χρέος ζωής και ανάστασης διά της λογοτεχνίας.

