Γιάννης Κιουρτσάκης, Σεφέρης και Καμύ. Ζήτημα φωτός, Πατάκης, Αθήνα 2024.
Ένα πολύ ενδιαφέρον ζεύγος «Βίων Παράλληλων» μελετά στο τελευταίο του έργο ο Γιάννης Κιουρτσάκης, αυτό του Γιώργου Σεφέρη και του Αλμπέρ Καμύ. Μεσόγειος είναι το πνευματικό τοπίο που δένει τους δύο σημαντικούς συγγραφείς. Ο Σεφέρης έρχεται στην Ελλάδα από τη Διασπορά, όπως και ο Διονύσιος Σολωμός, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο ελληνικό κράτος, ή ο Κ.Π. Καβάφης. Ο Σεφέρης επικεντρώνει στην κατάκτηση της προφορικής ελληνικής γλώσσας, όπως θα φανεί και από την εμβληματική φράση του «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η επιμονή του Σεφέρη στον Γιάννη Μακρυγιάννη, ο οποίος είχε πραγματώσει το οξύμωρο ενός «αγράμματου συγγραφέα», με παρόμοιο τρόπο που ανακαλύφθηκε και ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. Ο Σεφέρης κατάφερε έτσι με την πιο καθαρή γλώσσα του ελληνικού λαού να πλάσει μια ποίηση που θεωρήθηκε πρότυπο μοντερνιστικής πρωτοπορίας.
O Γιάννης Κιουρτσάκης αναλύει και την ταξική προέλευση των δύο συγγραφέων. Ενώ ο Καμύ είχε ταπεινή καταγωγή και κλήθηκε να συναγωνιστεί τους επιφανέστερους εκπροσώπους της γαλλικής αστικής τάξης, ο Σεφέρης εμβυθίστηκε στη λαϊκή τάξη σε μία διαλεκτική ένταση με το νεοελληνικό κράτος που ήταν δημιούργημα της δικής του αστικής τάξης. H σύνθεση του Σεφέρη ήταν μια απόκριση στην ολοένα εκβιομηχανιζόμενη κοινωνία και στην επιβολή τεχνολογικής στερεοτυπίας. Ο Καμύ από την άλλη ήταν ο συγγραφέας που στον Επαναστατημένο Άνθρωπο τοποθέτησε στο επίκεντρο του στοχασμού του το πιο τραγικό αποτέλεσμα της τεχνολογικής επανάστασης, ήτοι την ατομική βόμβα. Ο Σεφέρης πέτυχε μια μοναδική σύνθεση, μπολιάζοντας τη νεωτερική του ποίηση με ένα συλλογικό ήθος, ένιωθε, ωστόσο, την Ελλάδα ως ένα τραύμα που τον πλήγωνε διαρκώς. Το τραύμα είναι το κύριο ζήτημα και της λογοτεχνίας του Καμύ, ο οποίος αναμετράται με το μεγάλο «ναι» ή «όχι» στη ζωή, ακολουθώντας τον Νίτσε. Επιλέγει το «ναι» παρά τον παραλογισμό και την ερήμωση που είχε ήδη καταδείξει ο Τόμας Στερν Έλιοτ στην Έρημη Γη. Πρόκειται για ένα «ναι» υποψιασμένο για τον τραγικό απορφανισμό του νοήματος, αλλά γι’ αυτό περισσότερο καταφάσκον σε χθόνιες αξίες. Για τον Σεφέρη το «ναι» στη ζωή το λέει ο ελληνικός λαός, όταν πραγματοποιεί το έπος της Αλβανίας παρά την εγχώρια δικτατορία και τον διχασμό. Την ίδια στιγμή, ο Σεφέρης βιώνει ως διάψευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τον οποίο είχε τόσο πιστέψει, την «επιστημονική φρίκη» των στρατοπέδων συγκέντρωσης και μαζικής εξόντωσης.
Η παραμυθία για τους δυο καλλιτέχνες είναι το μεσογειακό φως, για τον Σεφέρη μάλιστα το αττικό φως ακόμη και εν μέσω εμφυλίου. Ο Σεφέρης, ενώ δεν μπορεί να ταυτισθεί με τους ηγήτορες των πολιτικών παρατάξεων, θα βρει στον αγώνα της Κύπρου τον δικό του τρόπο να είναι ένας «στρατευμένος διανοούμενος», όπως ο Καμύ. Κατά την τραυματισμένη περίοδο της αποαποικιοποίησης, και οι δύο λογοτέχνες θα καταφύγουν σε ένα έργο που υπερβαίνει την ατομικότητά τους. Δύο συγγραφείς με πολύ έντονη και εμβληματική προσωπικότητα θα αναζητήσουν στη συλλογικότητα της δημιουργίας την εξαφάνιση του εγώ τους. Θα ταυτισθούν με την απόκριση του Οδυσσέα στον Πολύφημο: «Είμαι ο ούτις», ο κανένας. Πρόκειται, ταυτοχρόνως, για μια μοντερνιστική ανωνυμία μετά τον «θάνατο του ανθρώπου», που ακολούθησε τον «θάνατο του Θεού», αλλά και μια υπαρξιακή ταπεινοφροσύνη έναντι του φωτός, που αποτελεί τον συνδετικό αρμό ανάμεσα στους δύο διανοητές.
Το φως αυτό είναι εντέλει ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί τον ορίζοντα του έργου και των δυο τους. Για τον Καμύ, το μεσογειακό φως είναι δραματικό και συνδέεται με τη γέννηση της τραγωδίας. Ο Καμύ αναζήτησε έναν επανελληνισμό του χριστιανισμού, δηλαδή μία συμφιλίωση ανάμεσα αφενός στην προτεραιότητα της ιστορίας, της υπερβατικότητας και της ουτοπίας (την οποία ανιχνεύει και στον κομμουνισμό ως ένα είδος χριστιανικής παραφυάδας) και αφετέρου στη σημασία της εμμένειας και της πλαστικότητας. Αυτήν, όμως, βρίσκει ο Σεφέρης, αλλά και ο οδυσσεϊκός ταξιδιώτης Καμύ, στο τοπίο του Αιγαίου, όπου στα ξωκλήσια και στον λαϊκό πολιτισμό ενσαρκωνόταν ο Θεός ή κατά την ορολογία του Καμύ «επανελληνιζόταν ο Χριστός». O Σεφέρης θα ταξιδέψει επίσης στην ελληνική Ανατολή μέσα στις επώδυνες ιστορικές στιγμές του Β΄ Παγκοσμίου και όχι μόνο. Ο άνθρωπος και η αγάπη είναι εντέλει οι δύο διαστάσεις του φωτός στη σκέψη και των δύο που απαντούν στο σαρτρικό «η κόλαση είναι οι άλλοι» με το διφυές και δίσημο «η κόλαση και ο παράδεισος είναι οι άλλοι» κατά τον Σεφέρη ή κατά τον Καμύ «το να μη σε αγαπούν είναι ατυχία· το να μην αγαπάς είναι δυστυχία».

