Νίκος Καζάζης

Για το Στην τρέλα της Τζόυ Σορμάν

Τζόυ Σορμάν, Στην τρέλα, μτφρ. Αριάδνη Μοσχονά, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2023.

Επισκεπτόμενη επί έναν χρόνο, κάθε Τετάρτη, μία πτέρυγα ενός δημόσιου ψυχιατρείου, η Τζόυ Σορμάν συνομίλησε με ασθενείς και νοσηλευτικό προσωπικό, παρατήρησε τους χώρους, ιχνηλάτησε τις καθημερινές ρουτίνες και κατόρθωσε να σκιαγραφήσει στο βιβλίο της, Στην τρέλα, τα μοτίβα της ζωής σε ένα ψυχιατρείο με λογοτεχνική δεξιότητα και κοινωνιολογική οξυδέρκεια. Με μια δύναμη γραφής που ακτινοβολεί ειλικρινή ενσυναίσθηση, και χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό της εύπεπτης θυματοποίησης ή καταγγελίας, η Σορμάν εκθέτει τα πολλαπλά αδιέξοδα των ασθενών, εξηγεί τις δυσλειτουργίες των ψυχιατρικών δομών, κι όλα αυτά σε ένα κείμενο μυθιστορηματικά θελκτικό, με αξιοζήλευτο αφηγηματικό ρυθμό και μια γλώσσα, της οποίας η εκφραστική ακρίβεια κάποιες στιγμές σε συνθλίβει.

«Ενθάδε κείται η αλήθεια;» Το ερώτημα-πρόκληση, που προτάσσεται στο μότο του βιβλίου, συνοδεύει τη συγγραφέα σε κάθε της επίσκεψη στην πτέρυγα του ψυχιατρείου, καθώς επιχειρεί όχι μόνο να οριοθετήσει αλλά και να νιώσει με όλες της τις αισθήσεις το εύρος των συναισθημάτων που γεννά αυτός ο χώρος περίκλειστου συγχρωτισμού:

«Αυτό που σου κάνει εντύπωση όταν μπαίνεις για πρώτη φορά είναι η οσμή, αιωρείται σε απαλές στρώσεις, μια οσμή στοιβάγματος και μουλιάσματος, βραστών λαχανικών και απορρυπαντικών, σάλτσας που κρύωσε και ανησυχίας, ταγκή, επίμονη, μια οσμή εγκλεισμού. Η ζέστη, επίσης, αποπνικτική, ίσως επειδή όσοι ζουν εκεί παραμένουν σχεδόν ακίνητοι, οπότε γυρνάν τα καλοριφέρ στο φουλ, προσπαθούν να διατηρήσουν τη θερμοκρασία των αγκυλωμένων κορμιών στους 37 βαθμούς».

Με υπομονή και ταπεινότητα, η Σορμάν ανασύρει από αυτά τα αγκυλωμένα κορμιά λέξεις και συγκινήσεις, και αναμετριέται με τις κραυγές και τις σιωπές τους. Η γλώσσα της αφήγησης γίνεται έτσι ο τόπος της συνάντησης νοσηλευτών, ασθενών και συγγραφέα. Μέσα από τις συνομιλίες, αναδεικνύει η Σορμάν το λεπτό όριο που διαχωρίζει την κανονικότητα από την ψυχική ασθένεια, φωτίζοντας τις σκέψεις των ασθενών που σχοινοβατούν ανάμεσα στο παραλήρημα και την εκμυστήρευση, αλλά και τον διαρκή αγώνα των νοσοκόμων, που αντιλαμβάνονται «ότι στην ψυχιατρική, όπως άλλωστε σε κάθε ιατρική ειδικότητα, οι νόρμες, οι μέσοι όροι εξελίσσονται, ισχύει για την τρέλα ό,τι και για τη χοληστερίνη». Οι ασθενείς νιώθουν ότι δεν ανήκουν κάπου και παλεύουν να καταλάβουν τον κόσμο γύρω τους. Σε ορισμένους, μάλιστα, δεν αρέσουν οι θεραπείες με τις οποίες οι γιατροί προσπαθούν να κατανοήσουν την ψυχική τους ασθένεια, επειδή αισθάνονται ότι εισβάλλουν στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Έχουν ήδη χάσει πολλά λόγω της ασθένειάς τους και φοβούνται μήπως χάσουν και τον έλεγχο πάνω της. Οι γιατροί, από την πλευρά τους, πιστεύουν ότι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι ασθενείς μιλούν για όσα σκέφτονται και νιώθουν, μπορεί να τους βοηθήσει να καταλάβουν τι πάει λάθος και να βρουν τρόπο να τους βοηθήσουν.

Αν το ψυχιατρείο μοιάζει με ένα μεγάλο παιχνίδι λέξεων και ήχων, με πολύ θόρυβο και ησυχία, και ανθρώπους που λένε χρήσιμα πράγματα ή πράγματα που δεν έχουν νόημα, η Σορμάν αναζητά την αφηγηματική φωνή που θα λεκτικοποιήσει χωρίς προκαταλήψεις το ανείπωτο, και η δύναμη της γραφής της μας δίνει πορτρέτα σπαρακτικής ομορφιάς. Όπως του Φρανκ, που νοσηλεύεται επειδή μαχαίρωσε τον σκύλο της μητέρας του, αλλά αποκαλύπτει «πως ο ίδιος είχε ήδη πεθάνει δέκα φορές, μαχαιρωμένος στον δρόμο από περαστικούς, κι έπειτα αναστήθηκε –στην πραγματικότητα, δεν λέει ανασταίνομαι, λέει ξαναζώ, πράγμα πολύ διαφορετικό, γιατί αυτό σημαίνει πως η ζωή βρίσκεται μέσα του, δεν πέφτει από τον ουρανό, δεν αποτελεί κάποιο θαύμα αλλά φυσικό πόρο».

Όταν μιλάει με άτομα στο ψυχιατρείο, η Σορμάν ανησυχεί ότι μπορεί να μη λέει πάντα τα σωστά πράγματα. Αναρωτιέται αν υπάρχει μόνο μία σωστή διατύπωση και αν τα λόγια της μπορούν να κάνουν τους ασθενείς να νιώσουν καλύτερα ή υπάρχει κίνδυνος να τους πληγώσουν, δεν μπορεί να το πει με σιγουριά. Ανακάλυψε ότι οι νοσηλευόμενοι επηρεάζονται εύκολα από το πώς τους μιλάς. Μερικές φορές είναι δύσκολο να ξέρεις αν πρέπει να είσαι ευγενικός και κατανοητός ή αν μπορεί να ακούγεσαι συγκαταβατικός και αυταρχικός. Οι λέξεις που επιλέγουμε μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο πάνω τους, μπορούν να πυροδοτήσουν απρόσμενες συναισθηματικές εκρήξεις.

Οι νοσηλευτές λένε στη Σορμάν ότι οι ψυχωτικοί ζουν «σε ένα αέναο παρόν, έναν χρόνο δίχως στίξη, πως το παρελθόν υπερβολικά βεβαρημένο εξαλείφεται, το μέλλον μοιάζει αδιανόητο». Όλοι οι ασθενείς, όταν πηγαίνουν στο νοσοκομείο, χάνουν την αίσθηση του εαυτού τους και αντιμετωπίζονται σαν αντικείμενα. Φοράνε ειδικές μπλε πιτζάμες που έχουν σκοπό να αποτρέψουν την αυτοκτονία, αλλά είναι σαν μια στολή που αφαιρεί την ατομικότητά τους και τους κάνει να νιώθουν ακόμη πιο ταπεινωμένοι. Δίνοντας στις νοσοκόμες όλα τα ρούχα και τα προσωπικά τους αντικείμενα, τους κάνει να νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτα δικό τους πια, έχουν εγκαταλείψει την ανεξαρτησία τους και απλώς ακολουθούν αυτό που θέλει το ίδρυμα. Στο ψυχιατρείο, οι ασθενείς δεν έχουν τον έλεγχο του χρόνου τους. Πρέπει να ακολουθούν ορισμένες ρουτίνες, να βγαίνουν έξω για σύντομο χρονικό διάστημα, να τρώνε γεύματα και να παίρνουν φάρμακα. Αυτές οι ρουτίνες δείχνουν ότι το νοσηλευτικό σύστημα λειτουργεί, αλλά επίσης κάνουν τον χρόνο να βιώνεται με τρόπο αργό και άβολο, τον μετατρέπουν σε μια άμορφη μάζα, «που τη βλέπει κανείς να αιωρείται μέσα στους διαδρόμους».

Σε ένα μέρος όπου υπάρχει συνεχής θόρυβος, το πιο τρομακτικό πράγμα είναι όταν ξαφνικά γίνεται ησυχία. Η Σορμάν φοβάται αυτή τη σιωπή, γιατί φέρνει μαζί της ένα αίσθημα φόβου και άγχους που δεν μπορεί να εξηγήσει. Όταν κάποιος δεν μιλάει ή δεν επικοινωνεί, είναι σαν να είναι παγιδευμένος στον δικό του κόσμο πόνου και θλίψης. Οι άνθρωποι που θεωρούνται «τρελοί» ή ψυχικά άρρωστοι κρατούν τον εαυτό τους σε απόσταση, δεν αφήνουν τους άλλους να μπουν μέσα τους, η κούραση και η θλίψη υποκαθιστούν τον λόγο, οι ζωές τους μένουν σιωπηλές και απογυμνωμένες. Υπάρχουν, βέβαια, γιατροί που θεωρούν ότι είναι δικαίωμα του ασθενούς να αποφασίσει πότε θέλει να μιλήσει. Πιστεύουν ότι το να μιλάει κανείς πολύ μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μπορεί να είναι ακόμη και σημάδι ότι κάποιος δεν σκέφτεται καθαρά, πρέπει να δίνουμε, λένε, στους ασθενείς χώρο να σκεφτούν και να ανταποκριθούν. Η ησυχία τούς βοηθά να αποσυνδεθούν από τις σκέψεις και τη φαντασία τους, τους επανασυνδέει με την υλική πραγματικότητα. Τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επεξεργαστούν τα πράγματα, ο τρόπος επικοινωνίας τους είναι διαφορετικός. Μπορεί να περιλαμβάνει άλαλους ήχους, χειρονομίες και βλέμματα, που δηλώνουν άλλα πράγματα από αυτά που λέγονται. Μπορεί να μιλούν θυμωμένα ή να ομολογούν πράγματα σιωπηλά. Μπορεί να μιλάνε πολύ και να μην βγαίνει νόημα απ’ όσα λένε. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι με τους οποίους προσπαθούν να επικοινωνήσουν, γιατί νιώθουν ότι τα λόγια δεν είναι πάντα αρκετά. Το να μιλήσουν για την ψυχική τους ασθένεια μπορεί να τους είναι βαρύ και δύσκολο, να τους ανοικειώνει από τον ίδιο τους το εαυτό και να επιτείνει το αίσθημα της αποξένωσης. Μπορεί ίσως και να χρησιμοποιούν τη συμπεριφορά και τα λόγια τους, για να δείξουν ότι δεν τους αρέσει η ιατρική περίθαλψη που λαμβάνουν, και θέλουν να διαταράξουν τον τρόπο με τον οποίο γίνονται τα πράγματα στο ψυχιατρείο. Η κλειστή δομή του ψυχιατρικού ασύλου, κοινωνικά βολική, περισυλλέγει όσους δεν βρίσκουν πουθενά αλλού τη θέση τους, και καθώς έχει πέσει κι αυτή θύμα δημοσιονομικών περικοπών και πολιτικών δυσλειτουργιών, προωθεί κυρίως την εφαρμογή των πρωτοκόλλων, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια στους νοσηλευτές και τους γιατρούς, για να αφουγκραστούν πραγματικά τους ασθενείς τους.

Χάρη στην ποιητική της πρόζα, την αναλυτική της ματιά και τη βαθιά αίσθηση της ρυθμικότητας κάθε λέξης, η Τζόυ Σορμάν μετασχηματίζει αυτήν την κατάδυση στον ψυχιατρικό θεσμό σε ένα βαθιά συγκινητικό λογοτεχνικό κείμενο, πολλαπλασιάζοντας την εμβέλειά του, και αποδεικνύει ότι, όσον αφορά την ψυχική ασθένεια, «τίποτα δεν διαρκεί πολύ, ούτε η πίστη ούτε οι αμφιβολίες, ούτε τα αυτονόητα ούτε οι αρχές, είναι όλα τόσο επισφαλή και ανακλητά –η γνώση, η φροντίδα, ο λόγος των νοσηλευτών όπως επίσης και των ασθενών. Η μοναδική αρχή που έχει αξία είναι η αρχή της αβεβαιότητας».

Κύλιση στην κορυφή