Διονύσιος Σκλήρης

Για το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά για τον Χρήστο Γιανναρά

Σωτήρης Γουνελάς, Για τον Χρήστο Γιανναρά. Κείμενα πριν και μετά την εκδημία του, Ίκαρος, Αθήνα 2026.

Η εκδημία του Χρήστου Γιανναρά οδήγησε σε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μελέτη της σκέψης του και την επικαιρότητά της. Ο Σωτήρης Γουνελάς συγκεντρώνει στο νέο βιβλίο του μια σειρά από μελετήματα με τα οποία βρισκόταν σε διάλογο με τη γιανναρική σκέψη ήδη από τη δεκαετία του 1980, προσθέτοντας ορισμένα καινούργια που εξετάζουν πανοραμικά το έργο του Χρήστου Γιανναρά μετά την εκδημία του, ένα από τα οποία είχε μάλιστα δημοσιευθεί στο αφιέρωμα του περιοδικού Φρέαρ.

Ο Σωτήρης Γουνελάς καταδεικνύει πώς ο Χρήστος Γιανναράς ανέτρεπε τον ορθολογισμό δείχνοντας τις έσχατες συνέπειές του, καθώς η αφαιρετική ικανότητα της ανθρώπινης διάνοιας, η λειτουργία της μηχανής και της παραγωγικής οργάνωσης οδεύει προς μια ολοκληρωτική διάταξη της κοινωνίας. Έναντι αυτού ο Γιανναράς αναδιφεί το πρώιμο έργο του Καρλ Μαρξ, όπου ανακαλύπτει μια προσέγγιση της υλικής πραγματικότητας ως πλέγματος σχέσεων και ενεργειών. Αν και ο Γιανναράς πραγματοποιεί στο έργο του τολμηρές διασυνδέσεις ανάμεσα σε έναν αριστοτελισμό της ενέργειας στον Καρλ Μαρξ και στον αντίστοιχα μεταπλασμένο αριστοτελισμό των Ελλήνων Πατέρων με κοινό πεδίο την κατανόηση της φύσεως ως ενεργουμένης μέσα από δυναμικές σχέσεις, ο Σωτήρης Γουνελάς θέτει το υπαρξιακό ερώτημα σε τι θα μπορούσε να εδράζεται η ελευθερία εν μέσω ενός ντετερμινισμού που διακατέχει, εν μέρει, και τον Μαρξ. Μπορεί ο άνθρωπος να αγαπήσει πραγματικά τη φύση και την κτίση αντί απλώς να τις διανοείται και να τις αναπαριστά με τη σκέψη του; Διάλογος του μαρξισμού με την πατερική σκέψη έχει βεβαίως λάβει χώρα ήδη στο έργο του Νικολάι Μπερντιάεφ, ο οποίος λαμβάνει από τον Μαρξ την έννοια της πραγμοποιήσεως και αναδεικνύει τις υπαρξιακές της διαστάσεις ως μετατροπή του άλλου προσώπου σε πράγμα. Ο Γιανναράς επιμένει στον αποφατικό, αλλά και στον εκστατικό ενεργητικό χαρακτήρα της προσωπικής υποστάσεως ως αενάως αποδιδρασκούσης από κάθε πραγμοποίηση.

Παρομοίως, ο Γιανναράς, σύμφωνα με τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του Σωτήρη Γουνελά, ανιχνεύει στο ασυνείδητο της ψυχανάλυσης, λ.χ. στον πυρήνα του μη-νοήματος, για τον οποίο κάνει λόγο ο Ζακ Λακάν, έναν αντεστραμμένο αποφατισμό, μια «υπερβατικότητα από την ανάποδη», ένα μυστήριο στην καρδιά της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, που διαλέγεται με την άβυσσο του Θεού. Υπό αυτήν την έννοια, οι μεγάλοι ανατροπείς της νεωτερικότητας, όπως ο Καρλ Μαρξ, ο Σίγκμουντ Φρόιντ, αλλά και ο Φρίντριχ Νίτσε και ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, αποτελούν αποκαλυπτικούς στοχαστές που ξαναθέτουν το μυστήριο στα μύχια της ύπαρξης, αμφισβητώντας τον θετικισμό, τον επιστημονισμό και τον ορθολογισμό. Άλλωστε η «ερωτική αυθυπέρβαση», για την οποία μιλάει ο Γιανναράς, αποτελεί μία ορθόδοξη μετάπλαση της νιτσεϊκής έννοιας. Ο ηθικισμός πάντως, δηλαδή το ηθικό αντίστοιχο του ορθολογισμού, υπονομεύεται στη γιανναρική σκέψη μέσα από την αναφορά στους «διά Χριστόν σαλούς», τους αγίους που ανατρέπουν κάθε αντικειμενική έννοια ηθικής και μας διανοίγουν σε έναν άλλο χαρισματικό τρόπο του αγαπητικού ήθους, δείχνοντας ότι η σωτηρία δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά κοινοτικό: Σωζόμαστε ή περιπίπτουμε όλοι μαζί και για αυτό κάποιοι άγιοι αναλαμβάνουν τη χριστοειδή κλήση να σηκώσουν και τις δικές μας αμαρτίες, καθώς σωτηρία είναι η αλλαγή του κοινού τρόπου υπάρξεως. Μεταμορφώνεται έτσι χριστιανικώς η σκέψη του Ηρακλείτου για τον «κοινό λόγο», μετέχοντας στον οποίο αληθεύουν οι άνθρωποι.

Η γιανναρική σκέψη είναι επίκαιρη επειδή επικεντρώνει στην επιθυμία ως ένα άθλημα ανάμεσα αφενός στον ατομοκεντρισμό της εγωιστικής πραγμάτωσής της μέσα από την τεχνική και την ισχύ που αυτή προσπορίζει και, αφετέρου, στη μεταστοιχειωτική δυναμική που συνιστά η μετοχή της στη θεία πληρότητα της ζωής. Ο Σωτήρης Γουνελάς επιμένει στη φύση, τον λόγο και τον έρωτα ως τρία μεγέθη που είχε αναδείξει ο Χρήστος Γιανναράς σε υπαρξιακές του επιφυλλίδες. Ο λόγος σημαίνει την καθολικοποίηση της επιθυμίας, την άρση της μερικότητας. Ο λόγος είναι μυστηριακός και υπερβατικός, παμπεριεκτικός, καθώς αρμονίζει τα πάντα και τα ενοποιεί, ήδη στη σκέψη του Ηράκλειτου. Ο Χριστός κομίζει τον Λόγο που ενσαρκώθηκε όντας Πρόσωπο. Η φύση είναι συναφώς αυτό που φέρει ο Λόγος ως σάρκα Του και που για αυτό δεν μπορούμε να κατέχουμε ή να κατακτήσουμε. Ο έρως, συναφώς, είναι το πλήρωμα της προσωπικής σχέσης και ολοκλήρωσης, το πεδίο όπου υπερβαίνεται ο τεμαχισμός σε ατομικότητες, η υπέρβαση του εαυτού, στους αντίποδες του εγωιστικού ηδονισμού. Ο Γιανναράς μελετά τον έρωτα στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα κατ’ αρχήν ως μια θεία πραγματικότητα. Ενώ στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι κυρίως ο υποτελής και ατελής αυτός που βιώνει τον έρωτα προς την υψηλότερη πραγματικότητα, την οποία θέλει να φτάσει μέσα από την κίνησή του, στους Χριστιανούς στοχαστές είναι ο Ίδιος ο Θεός που κινείται από έρωτα προς τα κτίσματα ως Νυμφίος που στη συνέχεια τα έλκει προς Εαυτόν. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ανατροπή της ελληνικής μεταφυσικής, καθώς κινείται από έρωτα ο τέλειος, που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τις φιλοσοφικές προδιαγραφές της ελληνικής σκέψης ακίνητος. Το υπερφυές μυστήριο αποκαλείται από τον Σωτήρη Γουνελά «ερωταγάπη». Ο έρως σημαίνει την επίταση και την κίνηση, την υπέρβαση και αυθυπέρβαση της ατομικότητας, ενώ η αγάπη την αεικίνητο στάση στον αγαπώμενο. Η ερωταγάπη δηλώνει το μυστήριο του εγκεντρισμού του ανθρώπου στην τριαδική ζωή διά του εκκλησιαστικού τρόπου υπάρξεως.

Κύλιση στην κορυφή