Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος διήνυσε μία μακρά πορεία ζωής, η οποία είναι ανεξίτηλα σημαδεμένη από τη συνεισφορά του στον χώρο των γραμμάτων, με αιχμή της παρουσίας του τις συγγραφικές του καταθέσεις στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής. Οι πολιτικές διώξεις δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Τμήμα Χημείας της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως ο μαχητικός κριτικός του λόγος άρχισε να αρθρώνεται εξ απαλών ονύχων στο περιοδικό Νέα Γενιά της ΕΠΟΝ (1944-1945), καθώς και στην εφημερίδα του ΕΑΜ Ελεύθερη Ελλάδα (1946-1947). Εξορίστηκε (1947-1952) στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, υπήρξε βασικός λογοτεχνικός κριτικός της Αυγής (1952-1967) και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του εμβληματικού περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης. Μαρξιστής, όμως σφόδρα αντιδογματικός, άνοιξε με τα κείμενά του δρόμους, ώστε να βλέπουμε τη λογοτεχνία χωρίς τις παρωπίδες της κομματικής «ορθότητας», πάντα με ματιά κοινωνική, η οποία εκτείνεται στο υπαρξιακό, στο αισθητικά λειτουργικό, στο διαχρονικό και στο πανανθρώπινο, με πεποίθηση γνώμης που προκαλεί δημιουργικά ρήγματα, τόσο στα αριστερά κομματικά στεγανά, όσο και στην ιδεολογία της πολιτικής συντήρησης και της στείρας εθνικοφροσύνης.
Μετά τη δικτατορία, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος συνέχισε να αρθρογραφεί στην Αυγή (1977-1980), εργάστηκε ως δημοσιογράφος και στην Απογευματινή (1976-1981), ενώ υπό τη διεύθυνσή του το λογοτεχνικό περιοδικό Ηριδανός σκιαγράφησε και άγγιξε κάθε νέα λογοτεχνική τάση του τέλους του 20ού αιώνα. Το απόσταγμα της κριτικής θεωρίας και πρακτικής του Δημήτρη Ραυτόπουλου ενσωματώνεται και στα βιβλία του Τέχνη και εξουσία (1985) και Κρίσιμη λογοτεχνία (1986), ενώ επιπρόσθετα, κανείς δεν μπορεί ερευνητικά και φιλολογικά να μελετήσει με εχέγγυα σοβαρότητας το έργο του Άρη Αλεξάνδρου ή τη λογοτεχνία του Εμφυλίου, χωρίς να συμβουλευτεί τις σχετικές μελέτες αναφοράς του Ραυτόπουλου (Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος – 1996, Εμφύλιος και λογοτεχνία – 2012). Αταλάντευτος προωθητής τού «και οι κρίνοντες κρίνονται» (Κριτική της κριτικής – 2017), έδωσε με το έργο του μαθήματα ευθυκρισίας και δημοκρατικής ευαισθησίας, συνδέοντας την πολιτική ιδεολογία με την αισθητική λειτουργικότητα, χωρίς να θεωρεί τη μία θεραπαινίδα της άλλης. Ανήκει στη χορεία εκείνων των ευάριθμων που δίδαξαν ύφος και ήθος με το έργο τους και τη δημόσια παρουσία τους. Θα τον θυμόμαστε!

