Δημήτρης Αγγελής

Για τον Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Παθιασμένος και συνάμα γλυκύτατος άνθρωπος, διαβασμένος πολιτικός αναλυτής, μαχητικός στην αρθρογραφία του φιλοευρωπαϊστής (με δυναμική παρουσία στην επώδυνη εποχή του δημοψηφίσματος), λάτρης και ακάματος πρεσβευτής της ρωσικής λογοτεχνίας (που την είχε σε βάθος σπουδάσει μαζί με τη φιλοσοφία στο Κίεβο), μέσω των δικών του εκδόσεων s@mizdat και όχι μόνο, αλλά την ίδια στιγμή φανατικός πολέμιος των σταλινικών εγκλημάτων, του πουτινικού αυταρχισμού και της επεκτατικής ιδεολογίας του «Ρωσικού κόσμου» (ένα από τα τελευταία του σχετικά κείμενα και μία μετάφρασή του φιλοξενήσαμε στο πρόσφατο, έκτο τεύχος των Ανθιβόλων), ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας ενεργός πολίτης κι ένας έντιμος άνθρωπος – κι αυτό οφείλουν να του το αναγνωρίσουν ακόμα και όσοι δεν συμφωνούσαν με τις απόψεις του. Άλλωστε οι πολέμιοί του ήταν πολλοί, όπως αντίστοιχα και οι αναγνώστες του, κάτι λογικό για οποιονδήποτε εκφράζει θέση στον δημόσιο χώρο χωρίς να στρογγυλεύει τον λόγο του. 

Ραδιοφωνικός παραγωγός στον «Αθήνα 9,84», τακτικός προσκεκλημένος σε τηλεοπτικές εκπομπές για ρωσικά θέματα, τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί στη «σκήτη» του, στην Ερέτρια, μαζί με τα βιβλία του και τ’ αγαπημένα του σκυλιά. Πρόθυμος συνεργάτης του περιοδικού, ανταποκρινόταν θετικά στις προσκλήσεις μας παρ’ όλο τον φόρτο εργασίας του (και γι’ αυτό τόσο τα κείμενά του όσο και οι μεταφράσεις του απαιτούσαν πάντοτε επιμέλεια και διορθώσεις, τις οποίες αποδεχόταν χωρίς δεύτερη κουβέντα). Θυμάμαι που αναζητούσε πληροφορίες για τη σειρά της «Ευρωπαϊκής Ηπείρου», δηλαδή για τα μεταφρασμένα τεύχη του ευρωπαϊκού περιοδικού Κontinent που είχε εκδώσει η Ευθύνη του Τσιρόπουλου και προσπαθούσε να τα συλλέξει από παλαιοβιβλιοπωλεία∙ ή τον Δ.Ν. Μαρωνίτη που ενθουσιασμένος από τον κύκλο ποιημάτων της Αχμάτοβα «Ανθίζει η αγριοτριανταφυλλιά» που είχε μεταφράσει (Φρέαρ, τχ. 6/2014), μου είχε ζητήσει να κλείσω μια βραδιά στις γειτονικές του «Πλειάδες» για να τα αναγνώσει ο ίδιος στο κοινό. Μπορώ να ανατρέξω σε πολλές δια ζώσης, τηλεφωνικές ή διαδικτυακές συνομιλίες μας, περισσότερο όμως απ’ όλα με είχε συγκινήσει ο τρόπος που συμπαραστάθηκε στον ετοιμοθάνατο σκύλο του Αζόφ, που τον είχε υιοθετήσει τις ηρωικές εκείνες ημέρες αντίστασης του ουκρανικού στρατού στο Αζοφστάλ. Παραθέτω από τη σελίδα του στο Facebook, όπου υπέγραφε και ως «ημεδαπός εξόριστος»:

«[…] Χθες το βράδυ, κατά στις 11.00, σηκώθηκε και μου έδειξε πως θέλει να βγει έξω. Άνοιξα την πόρτα. Με δυσκολία πήγε και ξάπλωσε στην αγαπημένη του λεμονιά. Πήρα ένα σκαμνί και το τελευταίο μπουκάλι ουίσκι. Μαζί μου ήρθαν η Ίρμα, η Κάλυ, η Λάσια και η Ζόγια. Κάθισα δίπλα του κι άρχισα να του λέω ιστορίες που ζήσαμε.

Την ώρα που ακούστηκε ο πρώτος πετεινός, με έναν αναστεναγμό ο Αζόφ πέταξε στον ουράνιο λειμώνα, εκεί που αγαπούν τα σκυλιά και δεν τα εγκαταλείπουν. Τώρα θα κάνει παρέα με την Πριγκηπέσσα μου που μας άφησε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Ήπια την τελευταία γουλιά ουίσκι και πήγα στην αποθήκη να πάρω την τσάπα. Πριν λίγο, βγαίνοντας οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, έβαλα και την τελευταία πέτρα στον τάφο του, εκεί δίπλα στην αγαπημένη του λεμονιά.

Έτσι απλά έρχονται κι έτσι απλά φεύγουν από κοντά μας αυτά τα πλάσματα που ζουν μαζί μας, μιλούν με το βλέμμα, σηκώνουν το πόδι για ένα χάδι και πάντα γελάνε. Όταν οι άγγελοι έφυγαν από τη γη, άφησαν στη θέση τους το σκυλί για να κρατάει παρέα στον άνθρωπο, λέει μια παροιμία.[…]»

Το τρυφερό αυτό κείμενο του 2023 συνδέεται άμεσα με τη φράση της Μαρίνας Τσβετάγιεβα που είχε καρφιτσώσει στην ίδια σελίδα από τον Αύγουστο του 2024, όταν έδινε πια την τελευταία του μάχη με την αρρώστια: «Ώρες, ώρες με πιάνει απόγνωση όταν σκέφτομαι πού θα πάει τόση αγάπη, όταν θα πεθάνω». Η υπαρξιακή αυτή διερώτηση είναι το παράπονο κάθε ανθρώπου που έχει συνείδηση ότι λίγο-λίγο αποχαιρετά τον κόσμο.

Κύλιση στην κορυφή