Κίρκη Κεφαλέα

Για τον «Δημοκρατικό πατριωτισμό» του Μάριου Μπέγζου

Μάριος Μπέγζος, Δημοκρατικός πατριωτισμός. Δοκίμια πολιτικής φιλοσοφίας της θρησκείας, Αρμός, Αθήνα 2019, σσ. 364.

Το βιβλίο του Μάριου Μπέγζου, Δημοκρατικός πατριωτισμός. Δοκίμια πολιτικής φιλοσοφίας της θρησκείας, δεν είναι εύκολο να ταξινομηθεί ειδολογικά. Παρότι αυτοπροσδιορίζεται –και σωστά– ως δοκίμιο πολιτικής φιλοσοφίας της θρησκείας, θα μπορούσε να θεωρηθεί και δοκίμιο ελληνογνωσίας, με την ουσιαστική σημασία της λέξης, που δεν θα πρέπει να συγχέεται με την έννοια του ελληνοκεντρισμού, ή να χαρακτηριστεί δοκίμιο κοινωνιολογικό –κοινωνικού Ανθρωπισμού, ακριβέστερα–, αφού προτείνει ένα όραμα για το σήμερα.Το βιβλίο απαρτίζεται από πέντε κεφάλαια, που συντίθενται από επιμέρους συναφή μεταξύ τους κείμενα γραμμένα και δημοσιευμένα κατά τη διάρκεια μιας εικοσιπενταετίας (από το 1983 ως το 2007). Ο Μπέγζος πραγματεύεται με το καθένα πέντε ουσιώδεις και θεμελιώδεις έννοιες για μια υγιή κοινωνία, με ειδική αναφορά στον τόπο μας και στην εποχή μας: τις έννοιες της πατρίδας, της δημοκρατίας, της Ορθοδοξίας, της κοινωνικής ζωής και της παιδείας.

Το πόνημά του λοιπόν είναι πολυδιάστατο και πολυθεματικό. Θα σταθώ σε μία παράμετρο, η οποία αγγίζει τα δικά μου ερευνητικά ενδιαφέροντα, τις σχέσεις «ταυτότητας και ετερότητας» στη λογοτεχνία, που αποτελούν έναν ιδιαίτερο κλάδο της Συγκριτικής Φιλολογίας, την «Εικονολογία», ο οποίος έχει αναπτυχθεί πολύ τις τελευταίες δεκαετίες και συνδέεται με την πολυπολιτισμικότητα και τις πολιτισμικές σπουδές. Και θα εξηγήσω τι εννοώ με αυτό παρακάτω:

 Στο πρώτο κεφάλαιο που έχει τίτλο «Πατρίδα» ο συγγραφέας επαναπροσδιορίζει τα χαρακτηριστικά αυτής της περίπλοκης και παρεξηγημένης έννοιας, η οποία έχει ‘στιγματίσει’ την ιστορία του τόπου μας: «Τα κείμενά μας», γράφει, «μπορεί να εκληφθούν ως γραπτή προφορά και προσφορά, σαν αντίδωρο στο δώρο της πατρίδας, με φρόνημα δημοκρατικό, τόσο της “εκκλησίας του δήμου”, όσο και της “εκκλησίας του Χριστού”».

Η έννοια «Πατρίδα» σε πολλούς προκαλεί σύγχυση. «Πατριώτης» θεωρείται κάποιος που είναι συγκεκριμένου φρονήματος. Ο συγγραφέας θίγει ευαίσθητες χορδές των Νεοελλήνων, όταν μιλάει για το τι σημαίνουν οι λέξεις «νεοελληνισμός», «νεωτερικότητα», «εξευρωπαϊσμός», «εξελληνισμός»: οι μεν προπαγανδίζουν ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν» και οι δε πάλι διακηρύσσουν την «καθ’ ημάς Ανατολήν». Αυτά τα διλήμματα, τα οποία βεβαίως είναι πολύ παλιά, εξακολουθούν να διχάζουν τους Νεοέλληνες και να δημιουργούν πόλωση: από τη μία οι «ευρωπαϊστές» και από την άλλη οι «ελληνοκεντρικοί». Ο Μπέγζος στο κεφάλαιο του βιβλίου του «Ευρωελληνισμός: νεοελληνισμός και νεωτερικότητα» δίνει μερικά από τα χλευαστικά επίθετα (όπως τα αποκαλεί ο ίδιος) για τις δύο πλευρές που συναντούμε συχνά στο λεξιλόγιο της καθημερινότητάς μας: «φωταδιστές» και «γραικύλοι», «ταλιμπάν» και «φονταμενταλιστές», «πατριώτες» ή «προδότες», «αντιστασιακοί» ή «μεταπράτες», «κομιτατζήδες» ή «θεούσοι». Αυτό που προσδιορίζεται διεθνώς ως σύγκρουση πολιτισμών θα έλεγε κανείς, λέει ο Μπέγζος, τελείται στον τόπο μας επιχωρίως∙ ότι στην Ελλάδα διεξάγεται μια εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών. Όλα αυτά είναι αναμενόμενο να οδηγούν τον Νεοέλληνα σε μία σύγχυση σχετικά με την πολιτιστική του ταυτότητα: «Ο εξευρωπαϊσμός του νεοελληνισμού [1] (να μοιάσουμε στους Ευρωπαίους γείτονές μας”)», παρατηρεί ο συγγραφέας «και ο εξελληνισμός του νεοελληνισμού (“να γίνουμε σαν τους Έλληνες προγόνους μας”) αποτελούν ημιτελείς απαντήσεις στα καίρια ζητήματα της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Η άλλη λύση, ο “τρίτος δρόμος” του σύγχρονου νεοελληνισμού είναι ο ευρωελληνισμός, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορεί και πρέπει να δρομολογηθεί σήμερα στον παγκοσμιοποιημένο περίγυρό μας. Ο νεολογισμός που ακούει στο όνομα “ευρωελληνισμός” δηλώνει τη σύνθεση νεοελληνισμού και νεωτερικότητας». Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας ζούμε μια έξαρση του ελληνοκεντρισμού, της οποίας βασική πηγή είναι ο φόβος της ετερότητας, ο φόβος του άλλου.

Tι σημαίνει όμως «ελληνοκεντρισμός»; Είναι όρος που έχει δεινοπαθήσει, επειδή έχει δημιουργήσει σύγχυση τόσο στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικής και της ιστοριογραφίας μας, όσο και στο πεδίο του πολιτισμού γενικότερα. Σύμφωνα με τον Νάσο Βαγενά ο όρος έχει ένα συγκεκριμένο νόημα: «αποτελεί την ελληνική έκφραση του εθνοκεντρισμού. Ως εκ τούτου σημαίνει την πεποίθηση της ιδιαιτερότητας του ελληνικού στοιχείου και την αίσθηση της υπεροχής του έναντι του ξένου, η οποία φτάνει στην αναγωγή της ελληνικότητας σε απόλυτη αξία. Η αίσθηση της υπεροχής συνοδεύεται από το αίτημα της καθαρότητας του ελληνικού στοιχείου, υπαγορευόμενο από τη βεβαιότητα ή τον φόβο ότι η ελληνική ταυτότητα απειλείται από τις προσμίξεις της με το ξένο στοιχείο, κυρίως με το δυτικό. Ελληνοκεντρικός είναι όποιος πιστεύει στα παραπάνω» [2]. Πάνω σε αυτό το επίμαχο ζήτημα υπήρξε μεγάλη συζήτηση με διχογνωμία για το εάν η γενιά του ʼ30 είναι ή όχι ελληνοκεντρική. Κάποιοι μελετητές προσπάθησαν να κολλήσουν την ετικέτα του ελληνοκεντρικού σε ορισμένους Νεοέλληνες συγγραφείς, ανακαλύπτοντας συντηρητικά, ιδεοληπτικά στοιχεία στο λογοτεχνικό τους έργο. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια παρανάγνωση. Αυτή η παρανάγνωση κορυφώθηκε με την αντίληψη ορισμένων ότι η λογοτεχνική Γενιά του ʼ30 υπήρξε ελληνοκεντρική, εξαιτίας μιας θεματικής και μορφικής αναζήτησης στο έργο της, η οποία υποτίθεται ότι αποκλείει τη συνομιλία με ξένα έργα και εστιάζει την προσοχή της αποκλειστικά στην άντληση στοιχείων από τις πηγές του λαϊκού πολιτισμού. Η άποψη αυτή καταρρίφθηκε: έγκριτοι μελετητές της θεωρίας της λογοτεχνίας, απέδειξαν ότι η Γενιά του ʼ30 δεν θεωρείται ελληνοκεντρική, προσδιορίζοντας επακριβώς τις έννοιες των κύριων όρων του ελληνοκεντρισμού και τη σχέση του με τη γενιά αυτή.

Πολύ μεγάλη συζήτηση υπήρξε κυρίως για το αν ο Σεφέρης είναι ελληνοκεντρικός: Στο Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα ο Χρήστος Γιανναράς, επιχειρώντας να αποτυπώσει την επίγνωση της ταυτότητας των Νεοελλήνων και να δώσει ένα στίγμα μιας σύγχρονης αναζήτησης του νοήματος της ελληνικότητας, ανθολόγησε αποσπάσματα από κείμενα Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών. Από το Αλφαβητάρι του ξεχωρίζει για την απόλυτη ευστοχία του το απόσπασμα στο οποίο ο Σεφέρης στον Δεύτερο Πρόλογό του στην Έρημη Χώρα προβληματίζεται για το ζήτημα αυτό: «Το δίλημμα είναι αμείλικτο», γράφει∙ «είτε θα αντικρίσουμε το δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δε βλέπω πώς μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση∙ είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντάς τον να μας υπερφαλαγγίσει, με κάποιον τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του» (Δεύτερος Πρόλογος στην Έρημη Χώρα, 1949).

Ο Σεφέρης, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει διαβάζοντας τα Δοκίμιά του, αντιτίθεται στις απόψεις εκείνων που θεωρούν την ελληνικότητα κριτήριο αισθητικό, με το οποίο μπορούν να καταδικάσουν ή να δικαιώσουν ένα καλλιτέχνημα [3]. Ο νομπελίστας ποιητής μας βλέπει τη νεοελληνική λογοτεχνία ως μέρος της ευρωπαϊκής και δεν νιώθει καμία ενοχή για τη δυτική διάσταση του έργου του, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι μελετητές.

Τι γίνεται με τους ξένους συγγραφείς του 20ού αιώνα, οι οποίοι εμπνέονται και διαμορφώνουν τη συγγραφική τους ταυτότητα μέσα από την Ελλάδα και δε διστάζουν να μιλούν με θαυμασμό για αυτήν; Θα πρέπει μήπως να χαρακτηριστούν ελληνοκεντρικοί;

Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των ξένων συγγραφέων, οι οποίοι περιγράφουν στο λογοτεχνικό τους έργο την «ελληνική τους εμπειρία», θα μπορούσε επίσης να προσληφθεί ως μία έκφραση ελληνοκεντρισμού από εκείνες που ανακαλύπτουν οι λάτρεις της ετερότητας σε κάθε κείμενο που περιέχει στον τίτλο του το επίθετο ελληνικός. Ξένοι συγγραφείς όπως ο Αμερικάνος Χένρυ Μίλλερ, ο Ιρλανδός νομπελίστας Σέιμους Χήνυ, ο Άγγλος Τζων Φάουλς, οι Γάλλοι Ζακ Λακαρριέρ και Μισέλ Ντεόν, ο Γερμανός Εράσμους Σέφερ, οι Αμερικάνοι Έντμουντ Κήλυ και Ρέιτσελ Χέιντας, διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική τους ταυτότητα με την επαφή και την επικοινωνία τους με τον ελληνικό κόσμο: με τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, αλλά και με τον παλαιότερο –καλύτερα με τους παλαιότερους– στον βαθμό που αυτοί αποτελούν συνάρτηση της εμπειρίας τους με τον ελληνισμό [4]. Γιατί μελετώντας κανείς σύγχρονους συγγραφείς διαπιστώνει ότι πηγή έμπνευσής τους δεν αποτελεί μόνο η αρχαία Ελλάδα αλλά πολύ περισσότερο η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, το τοπίο ή ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός. Η «ελληνική εμπειρία» στη σύγχρονη δυτική λογοτεχνία του 20ού αιώνα, αποστασιοποιείται από τα παρωχημένα κλισέ και στερεότυπα της παλαιότερης φιλελληνικής παράδοσης των προηγούμενων αιώνων, που επικοινωνούσαν δημιουργικά μόνο με την αρχαία Ελλάδα.

Ας πάρουμε όμως το παράδειγμα του Γάλλου συγγραφέα Ζακ Λακαριέρ (1925-2008): Ο Λακαριέρ ήταν πραγματικός φιλέλληνας με τη νεότερη έννοια του όρου∙ συνδέθηκε δηλαδή με τον ελληνικό χώρο όχι όπως οι φιλέλληνες του παρελθόντος, από θαυμασμό για την αρχαία του κληρονομιά, αλλά κυρίως από ένα αίσθημα αγάπης για τη σύγχρονή του Ελλάδα, για το φυσικό της τοπίο και τους ανθρώπους της, η ζωή των οποίων έβλεπε ίσως να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ανθρώπινη διάσταση απ’ ό,τι η ζωή των ανθρώπων της πατρίδας του.

Ο Λακαριέρ είχε τόσο ταυτιστεί με την Ελλάδα, γνώριζε τόσο καλά τον τόπο μας και είχε διαποτιστεί τόσο βαθιά από το πνεύμα του, που το επίθετο «φιλέλληνας», πιστεύω ότι τον αδικεί. Αισθανόταν Έλληνας, και ήταν περισσότερο Έλληνας από όσο αισθάνονται πολλοί που η αστυνομική τους ταυτότητα αναγράφει ότι η υπηκοότητά τους είναι ελληνική. Με τους όρους, μάλιστα, των σημερινών κυρίαρχων αντιλήψεων περί έθνους και περί ελληνικότητας, ο Λακαριέρ θα έπρεπε να θεωρηθεί Εθνικιστής όχι Γάλλος, αλλά Έλληνας. Διότι το να δηλώνεις λάτρης μιας ενιαίας Ελλάδας, μιας γλώσσας και ενός πολιτισμού που πιστεύεις ότι ξεκινάει σαν ποταμός από την αρχαία εποχή, διασχίζοντας –κάποτε και υπογείως– τις εποχές και συνεχίζοντας τη ροή του ως σήμερα, σίγουρα θα ωθούσε κάποιους υπερβολικά προοδευτικούς να τον χαρακτηρίσουν ελληνοκεντρικό: γιατί δεν έχουν κατανοήσει ότι αυτό που αποκαλείται ταυτότητα είναι κάτι το τεχνητό, μια κατασκευή, όπως λένε [5]. Διότι διαβάζοντας τα κείμενα που ο Λακαριέρ έχει γράψει για την Ελλάδα έχει κανείς την αίσθηση ότι ο ελληνικός πολιτισμός, παρά τις μεταμορφώσεις και τις επιμιξίες του, κατά βάθος επιβιώνει και διατηρείται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, χάρη στην αδιάσπαστη πολιτισμική μας συνέχεια μέσα στον χρόνο.

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί ενυπάρχουν στο βιβλίο του Μπέγζου και συνοψίζονται, σε αυτό που αποτελεί το όραμά του, σε δύο λέξεις: «Δημοκρατικός πατριωτισμός»: μία έννοια που περιέχει τον πατριωτισμό και τη δημοκρατία πέρα από το δίπολο Δεξιάς-Αριστεράς. Που συνδυάζει την πατριωτική ευαισθησία με τη δημοκρατική υπευθυνότητα σε ένα φρόνημα δημοκρατικό τόσο της «εκκλησίας του δήμου» όσο και της «εκκλησίας του Χριστού».

Κλείνοντας δεν χρειάζεται να πούμε ότι ο Μπέγζος είναι άριστος δεξιοτέχνης της ελληνικής γλώσσας, εμπλουτίζοντάς την με εύστοχα λογοπαίγνια∙ η ευρηματική του γραφή, το λεπτό χιούμορ του, αλλά και ενίοτε το ειρωνικό του ύφος, έχει ως αποτέλεσμα τα κείμενά του να διαβάζονται απνευστί τόσο από ειδικούς όσο και από απλούς αναγνώστες που δεν είναι βαθείς γνώστες της θεολογικής ή της φιλοσοφικής σκέψης και εκτός από γνώση, κερδίζουν και στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης!

⸙ ⸙ ⸙

Σημειώσεις

  1. Βλ. Ιάκωβος Πιτσιπίος, Ο Πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος, Νεφέλη, Αθήνα 1995. Σε αυτό το πεζογράφημα του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας του σατιρίζει την έννοια του συρμού, τον ελληνικό μιμητισμό των ευρωπαϊκών ηθών, την απομάκρυνση των Ελλήνων των πρώτων μετεπαναστατικών δεκαετιών από τα γνήσια ελληνικά ήθη της προεπαναστατικής περιόδου.
  2. Νάσος Βαγενάς, «Φετιχισμός και ελληνικότητα», στο Μοντερνισμός και Ελληνικότητα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997, σ.13-14.
  3. Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, (Ε΄ έκδοση) Αθήνα 1984, σσ. 94-97
  4. Βλ. Η ελληνική εμπειρία, επιμέλεια Κίρκη Κεφαλέα, Νεφέλη, Αθήνα 2006 (Διεθνές Λογοτεχνικό Συμπόσιο Δελφών)
  5. Βλ. Ζακ Λακαριέρ, Γνωριμία με την Ελλάδα, Μετάφραση-Επιμέλεια, Κίρκη Κεφαλέα, Χατζηνικολή, Αθήνα 2008, σ. 7-8.
Κύλιση στην κορυφή