Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, Ο Φρόυντ στην Ακρόπολη. Μια ατοπογραφία, Περισπωμένη, Αθήνα 2019
O Ηλίας Παπαγιαννόπουλος θεωρεί στο έργο του τη σύγχρονη Ελλάδα ως έναν αναστοχασμό του νεωτερικού προτάγματος της Ευρώπης με εμβύθιση στους πολιτισμικούς προγόνους της Δύσης. Για τον λόγο αυτό, αναδιφεί τις σημειώσεις από διανοούμενους που ταξίδεψαν στη χώρα μας, όπως οι Johann Joachim Winckelmann, Friedrich Hölderlin, Karl Krumbacher, Hugo von Hofmannsthal, Martin Heidegger και άλλοι, ενώ εκπλήξεις για τον αναγνώστη επιφυλάσσει η αντιδιαισθητική ματιά του στον Jacob Philipp Fallmerayer. Άξονας της τελευταίας είναι το ερώτημα που θέτει ο Γερμανός στοχαστής στους συμπατριώτες του σε ποιον πολιτισμό πρέπει να καθρεφτιστούν για να βρουν το σύγχρονο νόημά τους, με το κύριο δίλημμα να διαδραματίζεται ανάμεσα στην ελληνική και τη ρωμαϊκή εκδοχή του ευρωπαϊκού παρελθόντος. Η προτίμηση της Ρώμης από τον Fallmerayer δεν είναι άμοιρη ενός ορισμένου ιμπεριαλισμού, καθώς είναι κυρίως η δύναμη της Ρώμης να συσπειρώνει λαούς γύρω από τον νομικό πολιτισμό της και την ισχύ των όπλων που τον κάνει να τη θαυμάζει, σε αντίθεση με το κυριολεκτικό «βάλτωμα» που βιώνει στην Ελλάδα ως έναν τόπο που αδυνατεί να του επιστρέψει το βλέμμα του. Στην ανάγνωση του Fallmerayer ο Παπαγιαννόπουλος προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα χρήση μεθόδων των μεταποικιακών σπουδών (Post-colonial Studies), καθώς δείχνει μεν μία σχέση κυρίου και αδύναμου, με τη διαφορά ότι είναι ο ίδιος ο αφέντης που επιδιώκει να οριστεί από τον ασθενή. Η Ευρώπη προσπαθεί να δει στην Ελλάδα τον εαυτό της και ιδρύει έτσι τον νέο Ελληνισμό ως ένα παράδοξο σύμπτωμά της. Οι Νεοέλληνες προσπαθούν στη συνέχεια να ξαναβιώσουν την πολυποίκιλη ιστορία τους στο παρόν, με τρόπο που να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της Εσπερίας. Οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας που δεν ξέρουν ελληνικά, κατά την έκφραση του Γιώργου Σεφέρη, ήτοι ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Κ.Π. Καβάφης, ζουν σε μία no man’s land τόσο τοπικά όσο και γλωσσικά και τροπικά, προσπαθώντας να υποτάξουν μία ατίθαση γλώσσα, την οποία οι ίδιοι σμιλεύουν σε αυτήν τη συνθήκη. Το ενδιαφέρον στην ερμηνευτική ανάγνωση του Παπαγιαννόπουλου είναι ότι ο Νέος Ελληνισμός αναδεικνύεται στον μετεωρισμό του μεταξύ των διλημμάτων που δι’ αυτού θέτει η ίδια η νεωτερικότητα στον εαυτό της. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν παρουσιάζεται απλώς ως αποτυχημένος σε σχέση με ένα ιδεώδες αρχαίο, βυζαντινό ή νεωτερικό.
Ο πατέρας της ψυχανάλυσης Sigmund Freud παρουσιάζει το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι αναζητεί τη σχέση του με τις εβραϊκές ρίζες. Ο Παπαγιαννόπουλος εξετάζει μια περιήγηση στην Ακρόπολη το 1904 και αναλύει την αφήγηση που κάνει ο Freud γι’ αυτό το ταξίδι πολύ αργότερα, το 1936, σε μια επιστολή στον φίλο του Romain Rolland. Στην άνοδο στον βράχο λανθάνουν οι εκκρεμότητες του Freud με τον δικό του πατέρα, ο οποίος είχε αποτύχει να αφομοιωθεί στην κοινωνία της Βιέννης. Ο Freud ανεβαίνει στην Ακρόπολη με την σχεδόν οίηση ενός Εβραίου ενσωματωμένου στη γερμανόφωνη κουλτούρα, ο οποίος έχει εγκολπωθεί την παράδοση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με την έμφασή του στο υποκείμενο ως αρχιμήδειο στήριγμα της ηθικής με τρόπο που υποτίθεται πως απηχεί τον σχετικό αρχαίο ελληνικό διαφωτισμό. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι επί του ιερού βράχου ο Freud βιώνει μια απώλεια εαυτού, που τον προσεγγίζει στην οιδιπόδεια τύφλωση. Ο Freud ανακαλύπτει έτσι ξανά μία εναλλακτική προφητική εβραϊκή φωνή εντός του, η οποία βασίζεται στην αλλονομία και έτσι η ταυτότητά του ως Γερμανού αποδομείται με τρόπο που ξαναβρίσκει τον πατέρα του στη δική του εσωτερικότητα. Εκκινώντας από τον μετεωρισμό αυτό, ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος θα ξαναδιαβάσει έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καταθέτοντας μια πολύτιμη συμβολή στον αναστοχασμό μας με αφορμή την επέτειο των δύο αιώνων του ελληνικού κράτους και φτάνοντας ως τις σύγχρονες κρίσεις.
