Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Θάλεια Ιερωνυμάκη

Για τον Καταρράκτη του Διονύση Καψάλη

All losses are restor’d

Διονύσης Καψάλης, Ο Καταρράκτης, Άγρα, Αθήνα 2022.

Μισοξεχασμένες μακρινές στιγμές από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία, καθημερινά συμβάντα, πρόσωπα, αντικείμενα και αναγνώσματα, πλήγματα και ματαιώσεις, όσα εντέλει συγκροτούν έναν ατομικό βίο, φέρνει στην επιφάνεια, ίσως όχι με την ορμητικότητα που υποβάλλει ο τίτλος, αλλά με μια ακύμαντη συνεχή ροή, η τελευταία ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη, Ο Καταρράκτης (Άγρα, 2022). Πράγματα παλιά, κομμένα και μισά ανασύρονται στην επιφάνεια, ξεσκονίζονται προσεκτικά και λαμπυρίζουν. Μαζί και εικόνες της πόλης, αθέατες από το κοινό βλέμμα (η σκιά της κληματαριάς στο ανεστραμμένο προς τον ουρανό πρόσωπο, οι απόκληροι ανάμεσα στα βήματα της ρουτίνας), ήχοι μακρινοί, φράσεις και στίχοι που ξεπηδούν από τα βιβλία μες στην απόλυτη σιωπή της νύχτας, πρόσωπα καθημερινά που τα συνέθλιψε η ιστορία, «αισθήματα, μορφές, χειρονομίες» που «σε προλαβαίνουν στα όνειρα και σπρώχνουν / να βγουν στο φως της μέρας» (σ. 17) αναδεικνύονται με «μικρές αθόρυβες χειρονομίες / που απομακρύνουν τη θνητότητα, / όπως με το πανί παίρνεις τη σκόνη / ή σπρώχνεις κάτι στη σωστή του θέση» (σ. 13). Δεν είναι συνεπώς, η ορμή του καταρράκτη το επίκεντρο της ποίησης και της ζωής, αλλά «ίσως αυτό το ελάχιστο που λάμπει / εκεί που κελαρύζουν τα νερά» (σ. 73), αυτό το λίγο που συνιστά την ομορφιά και δίνει νόημα ύπαρξης στον καταρράκτη χρόνο. Τα μικρά και τα ασήμαντα, τα φευγαλέα και οι αφανείς λεπτομέρειες, μαζί με τις μεγάλες συντριβές, αποτιμώνται και αποκαθίστανται στην ποίηση και την ορίζουν.

Ο τίτλος της συλλογής έχει βέβαια και μια δεύτερη ερμηνεία, όπως προκύπτει από το ομότιτλο πρώτο ποίημα, όπου ο ποιητής διαβάζει, μεταγράφει και αναστοχάζεται το αντίστοιχο λήμμα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας: «ο καταρράκτης (άλλως γλαύκωμα), / η θόλωσις του κρυσταλλοειδούς» (σ. 15). Σύμπτωμα συνήθως της προχωρημένης ηλικίας, ο καταρράκτης ανοίγει τα μάτια της προς την ήρεμη ενατένιση της ζωής, τη γαλήνη απέναντι στη βεβαιότητα του επικείμενου τέλους, την ενόραση του μέλλοντος όχι με προσδοκία ή φόβο, αλλά με βέβαιη γνώση και αποδοχή. Η γήρανση των οφθαλμών θολώνει την αισθητηριακή αντίληψη, καθιστά ωστόσο διαυγέστερη τη νοητική και συναισθηματική σύλληψη και την ανάδυση στο φως αυτών που κάποτε βιώθηκαν, διαβάστηκαν, έγιναν αντικείμενο παρατήρησης ή αποτυπώθηκαν στη μνήμη. Η λήθη απωθείται όσο υπάρχει το υποκείμενο που συγκροτήθηκε από αυτά, εκείνο που αξιοποιώντας τα, δηλαδή μνημονεύοντάς τα, μπορεί να βλέπει καθαρά το μέλλον του.

Το βιωμένο παρελθόν έχει συγκροτήσει την ταυτότητα του παρόντος εαυτού, η διαυγής καταγραφή του συνεπώς δεν μπορεί παρά να είναι στοργική και συμφιλιωτική. Άλλοτε ο ποιητής καταφεύγει στην ειρωνική απόσταση απέναντι «στη νέα εποχή που θέτει τέλος / σε όσα πρέπει να τελειώσουν» και σε εκείνους που «παρά τον φθόνο / που τρέφουν κι όλο γεύονται ενδομύχως / ο ένας για τον άλλον, συναινούν / στην αναγνώριση του επερχομένου / βασιλικού θριάμβου» (σ. 32). Στους αντίποδες του όποιου μάταιου βασιλικού θριάμβου βρίσκεται η βεβαιότητα της κοινής ανθρώπινης μοίρας, η συναίσθηση της οποίας γίνεται το μέτρο για την ουσιαστική και πλήρη βίωση της ζωής. Στους αντίποδες της ταχύτητας και της παροδικότητας του ανθρώπινου χρόνου, που κάνει να φαντάζουν ακόμη και τα τριάντα χρόνια μια στιγμή, ανθίσταται το συναίσθημα είτε πρόκειται για τη συγκίνηση από ανθρώπους και αναγνώσματα («James Earle Deese», σ. 50-52 και «Fray Luis de León», σ. 39-40) είτε για την πίκρα, το πένθος και τον πόνο της απώλειας («Εκλογή», σ. 48-49 και «La guerre est finie», σ. 75-78). Ο πόνος δεν απωθείται γιατί είναι προτιμότερο «το μάκρος το απέθαντο του πόνου / μπροστά στον τρόμο της ανυπαρξίας» (σ. 28).

Αν και ολόκληρο το ατομικό παρελθόν αναδύεται στο φως με τη μορφή των αναμνήσεων, οι αναμνήσεις στα ποιήματα της συλλογής δεν είναι νοσταλγικές ούτε αναβλύζουν με διάθεση απολογισμού. Δεν πρόκειται για «καμόντων είδωλα στην κάμαρα» (σ. 49) που έρχονται να υποκαταστήσουν τον παρόντα εαυτό και τον παρόντα χρόνο, αλλά για αυτόν τον χρυσό ζωής αέρα που πνέει ακαταπαύστως για να «ανθίζουμε σαν τ’ άνθη του αγρού» (σ. 74). Οι αναμνήσεις έρχονται στο παρόν, όπως έρχονται και οι απώλειες –ανθρώπων προπάντων–, για να διεκδικήσουν μια θέση σε αυτό, επειδή εκείνες το έχουν διαμορφώσει. Το παρόν είναι το παρόν ενός ανθρώπου που στέκεται σαν ίσκιος «στον διεσταλμένο χρόνο μιας ευχής» (σ. 61), ανάμεσα σε εκείνον που άρχισε και σε εκείνον που θα γίνει· και είναι συγχρόνως το παρόν ενός ποιητή που κρατώντας στα δάχτυλά του «τον αέρα / μιας δακρυσμένης μουσικής» (σ. 43) έχει την ευθύνη, και την αναλαμβάνει, να μην αφήσει να σβήσουν όσα έμειναν ανείπωτα, να συνενώσει «τόσα θραύσματα ζωής» (σ. 27). Εντέλει, να μεταποιήσει «το αλλοτινό στο τώρα δίνοντάς του / μια φευγαλέα αίσθηση αφθαρσίας» (σ. 45), να τραγουδήσει «μέσα στον κύκλο των λελυπημένων» (σ. 49) και να γευτεί τον πικρό πένθιμο καρπό, να αποθέσει ακόμη «μια πέτρα για έναν άταφο νεκρό» (σ. 47) και να φτιάξει βωμό «για τ’ άπλερα, / που βιάζονται κι αυτά να φτερουγίσουν / στο γύρισμα των εποχών» (σ. 56), χρησιμοποιώντας μάλιστα μια γλώσσα που συνδυάζει τη ντοπιολαλιά των παιδικών χρόνων («άπλερα»), την προσωπική ιδιόλεκτο (συνδυασμένη τώρα με τον ανομοιοκατάληκτο ενδεκασύλλαβο στίχο) και τις λέξεις αγαπημένων ποιητών.

Οι αναφορές σε συγγραφείς, από τον Δάντη, τον Σαίξπηρ και τον Μίλτον ώς τους Άγγλους Ρομαντικούς, τον Ουίτμαν, τον Γέητς, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, ακόμη και τον Βάρναλη, και από τον Κάφκα ώς τους αναπάντεχα, αλλά εύλογα παρόντες Γιόζεφ Ροτ και Μάριο Χάκκα, δεν λειτουργούν εδώ ως διαπιστευτήρια λογιοσύνης ούτε εξυπηρετούν μια σκόπιμη, συχνότατη πια στην ποίηση (όχι σπάνια ωστόσο επιδερμική), διακειμενικότητα. Τα μότο και τα παραθέματα λειτουργούν ως ερμηνευτικοί δείκτες ή ως συμπυκνωμένα προεξαγγελτικά σχόλια των ποιημάτων, ως φωνές που λένε καλύτερα ή με άλλο τρόπο αυτό που πρέπει να ειπωθεί. Συνομιλώντας με πλήθος κειμένων, έργων τέχνης και βλέμματα καλλιτεχνών, που δηλώνονται ή εισέρχονται στα ποιήματα υπαινικτικά, ακόμη και ασύνειδα (όπως εισέρχεται για παράδειγμα το αφοσιωμένο επιμελώς στο παρελθόν βλέμμα του Τέλλου Άγρα), ο Καψάλης συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Οι αναγνώσεις του τον έχουν διαμορφώσει, όπως φαίνεται από όλη την ποιητική και μεταφραστική του πορεία, και λαμβάνουν δικαίως θέση στην ανάγνωση και τη γραφή του βίου του, που είναι Ο Καταρράκτης.

Με τα λόγια άλλων ποιητών (εδώ συγκεκριμένα του Ουέρντσουερθ) επιχειρεί να διατηρήσει τις αναλαμπές που σχίζουν το σκότος της μνήμης και της πραγματικότητας: «“με τα χρόνια, / μπορεί και να μη βλέπω πια καθόλου· / και θα ’θελα, όσο γίνεται ακόμα, / όσο μπορούν οι λέξεις να το δώσουν, / υπόσταση να δώσω και ζωή / σε ό,τι αισθάνομαι, σαν σε βωμό / να κλείσω την πνοή του παρελθόντος / για τη μελλοντική του αναστήλωση”» (σ. 53). Προσβλέποντας στη μελλοντική αναστήλωση, προβαίνει σε ένα άλμα εμπρός που είναι ταυτοχρόνως και ένα «Repérage» (σ. 62-63) του τόπου, όπου «πριν φτάσεις, / από μακριά, πριν πλησιάσεις καν, / θα φαίνεται η λαμπερή του άλως / πάνω απ’ τις στέγες και θ’ ακούγεται / σαν μάγευμα του αέρα ένας ήχος / πρωτάκουστος» (σ. 79). Με αυτή την ήρεμη ενατένιση και αποδοχή του τέλους μπορεί να τα βλέπει «όλα πάλι απ’ την αρχή» (σ. 60) σαν να ξεφυλλίζει, να ξαναθυμάται και να ξαναανακαλύπτει συγκλονισμένος ένα γνώριμο αγαπημένο βιβλίο (όπως έναν Απωλεσμένο Παράδεισο: σ. 28).

 Όσα ξεχασμένα, σαν σε συρτάρι τα ξεχασμένα δώρα, επιστρέφουν, εύθραυστες ανάλαφρες πεταλούδες για να παίξουν με το φως που καθιστά πιο σκοτεινές τις «σκιές στα σκοτεινά» (σ. 18), επιστρέφουν μαζί με τις «λέξεις που γυρίζουν προς τα μέσα» (σ. 60) και γίνονται ποιήματα. Η ποιητική αφήγηση, δίνοντας ρυθμό στου χρόνου τον «άρρυθμο χρησμοδότη» (σ. 19), είναι το χαρισμένο δώρο του ποιητή, δώρο αγάπης στον τελικό λογαριασμό της λύπης, και γι’ αυτό ανεκτίμητο.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή