Περί το 1972; Φωτογράφος Νίκος Μήτσουρας. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Ματίνα Καλτάκη

Για τον Κώστα Γεωργουσόπουλο

Έχοντας πατέρα θεατρόφιλο και σινεφίλ, από μικρή είχα ώθηση και αφορμές για να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί η μεγάλη αγάπη μου για τις τέχνες της σκηνής και της μεγάλης οθόνης. Διάβαζα στις εφημερίδες κριτικές για παραστάσεις πολύ πριν ξεκαθαρίσει μέσα μου ότι θα ήθελα να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία και την κριτική θεάτρου.

O Κώστας Γεωργουσόπουλος (1937-2023) ξεκίνησε να γράφει κριτικές για παραστάσεις στο, καθημερινό τότε, Βήμα το 1971 – ως διάδοχος του Άγγελου Τερζάκη, ο οποίος είχε τη στήλη της θεατρικής κριτικής από το 1948 έως το 1965. Στα Νέα μετακόμισε το 1989, γράφοντας κριτικές και επιφυλλίδες σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Θαύμαζα την ευφυΐα και την πολυμάθεια, τη γλώσσα και τη γραφή του, τις γνώσεις του για το ελληνικό θέατρο στη διαχρονία του, την διεισδυτικότητα της σκέψης του και τις εμβριθείς αναλύσεις του στα σημαντικότερα κείμενα του ελληνικού και του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Δεν είχε εξειδικευμένες θεατρολογικές σπουδές – ως γνωστόν το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, της πρώτης θεατρολογικής σχολής στη χώρα μας, ιδρύθηκε το 1991. Όμως η στιβαρή σκευή του κλασικού φιλολόγου, σε συνδυασμό με τη μαθητεία του στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και τις εμπειρίες που απέκτησε δίπλα στον Δημήτρη Ροντήρη, ξεκλείδωσαν τα μυστικά της σκηνικής τέχνης επί του πεδίου και κατέστησαν τις κριτικές του πολύτιμα εργαλεία πρόσληψης για τους ανήσυχους καλλιτέχνες και θεατές. Τα κείμενά του δίνουν αφορμές για περαιτέρω διάβασμα και αναζήτηση σχέσεων και συνδέσεων των (παλαιότερων κατά κύριο λόγο) έργων με τη σύγχρονη εποχή. Κι είναι λυπηρό να το διαπιστώνει κανείς, αλλά τα πλήγματα που έχει δεχθεί η δευτεροβάθμια και η τριτοβάθμια εκπαίδευση τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρόνια, είναι ορατά στην απουσία νεότερων κριτικών φωνών με θεατρολογικές σπουδές που να μπορούν να συγκριθούν με το εύρος και το βάθος των γνώσεων του Κ. Γεωργουσόπουλου, με την αναλυτική του ικανότητα, με την εν γένει ποιότητα της γραφής του. Διότι όχι μόνο γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα στις διαφορετικές φάσεις της, αλλά είχε και την πετριά του λογοτέχνη, του ποιητή. Έγραψε άλλωστε ποιήματα, στίχους για τραγούδια και διηγήματα, αλλά στην πορεία των χρόνων ο ποιητής μέσα του βρήκε διέξοδο στην απόδοση των έργων του αρχαίου ελληνικού δράματος στη νέα ελληνική.

Η παρουσία του στα θεατρικά πράγματα ήταν σημαντική και για έναν επιπλέον λόγο: λειτούργησε ως ενδιάμεσος στην πρόσληψη ενός σημαντικού κεφαλαίου της Ιστορίας του ελληνικού θέατρου, που η δική μου γενιά και οι επόμενες γνώρισαν μέσα από διαβάσματα. Αναφέρομαι στο μεταπολεμικό θέατρο της περιόδου 1950-1987 (τέλος συμβολικό που συμπίπτει με το έτος θανάτου του Καρόλου Κουν), το ιστορικό παρελθόν της θεατρικής αγοράς όπως την γνώρισα εγώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε άρχισα να βλέπω συστηματικά παραστάσεις.

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος γνώρισε και συνομίλησε με σπουδαίες προσωπικότητες του μεταπολεμικού θεάτρου, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, καλλιτεχνικούς συντελεστές, με τις παραστάσεις των οποίων γαλουχήθηκε νέος, διαμορφώνοντας μέσα από τις σκηνικές καταθέσεις τους κριτήρια που καθόρισαν την κριτική του στάση στα χρόνια που ακολούθησαν.

Για τους νεότερους κριτικούς οι μαρτυρίες του είναι πολύτιμες. Τα κείμενα του έχουν τη φλόγα εκείνου που είχε ιδία εμπειρία από πρόσωπα και παραστάσεις, εκείνου που έχει βιώσει την εν θερμώ σύνδεση καλλιτεχνών και θεατών, ως μέρος ο ίδιος του κοινού και, αναγκαστικά, σε σχέση με την εποχή του (την πολιτική και κοινωνική συνθήκη). Είδε παραστάσεις-σταθμούς για τις οποίες εμείς διαβάζουμε στα βιβλία.

Η θεατρική αγορά της Αθήνας όταν ξεκίνησε να γράφει κριτικές ο Κ. Γεωργουσόπουλος ήταν εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Τα θέατρα ήταν λίγα, με διακριτούς πόλους πρώτα και κύρια το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης, και από την άλλη πλευρά τα λεγόμενα «εμπορικά» θέατρα του κέντρου. Στα κείμενα της πρώτης περιόδου του δεν χαριζόταν σε κανέναν, ήταν αυστηρός στις κρίσεις του αλλά πάντα μέσα από ένα σκεπτικό στιβαρό και με επιχειρήματα που δεν μπορούσαν να κλονιστούν από κοινότοπους αφορισμούς τύπου «Η κριτική είναι υποκειμενική». Ναι, η κριτική είναι υποκειμενική, αλλά υπάρχουν και κάποια αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στηρίξουν μία κριτική άποψη ώστε να ξεφύγει από το επίπεδο των έωλων εντυπώσεων.

Αλλά, όπως συνήθως συμβαίνει, όταν ο άξιος αναγνωριστεί από το σινάφι και την κοινή γνώμη, δέχεται προτάσεις ανάληψης θέσεων ευθύνης. Ο Κ. Γεωργουσόπουλος διατέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1980, 1981-1983, 1990) και πρόεδρος/μέλος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού τα πρώτα χρόνια της εφαρμογής της σχετικής πολιτικής οικονομικής υποστήριξης (αρχής γενομένης από το 1979). Στην πορεία των χρόνων υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του ΔΣ του Κέντρου Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών Αρχαίου Ελληνικού Δράματος «Δεσμοί» από το 1991, καθώς και πρόεδρος του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου-Θεατρικού Μουσείου από το 2003 (και τα δύο χρηματοδοτούμενα από το Υπουργείο Πολιτισμού).

Μέσα από διάφορες θέσεις και ρόλους που μπορεί να αναλάβει δικαίως κάποιος ως σημαντική προσωπικότητα του χώρου, συμβαίνει να διαμορφώνονται σχέσεις, συμπάθειες και αντιπάθειες, εξαρτήσεις, ιδιοτέλειες, που θέτουν εν αμφιβόλω την ακεραιότητα του κριτικού λόγου. Για τον Κ. Γεωργουσόπουλο τέτοιου είδους περιπλοκές δεν ήταν ξένες καθώς, μεταξύ άλλων, μετέφρασε πολλά έργα του αρχαίου δράματος και οι μεταφράσεις του χρησιμοποιήθηκαν από κρατικά θέατρα και θιάσους ή/και σχήματα του λεγομένου ελευθέρου θεάτρου για παραστάσεις που παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Ενδεικτικά παραθέτω μεταφράσεις του που χρησιμοποιήθηκαν σε παραστάσεις κρατικών θεάτρων στα Επιδαύρια:

– Εθνικό Θέατρο: Ηλέκτρα του Σοφοκλή (1972), Ικέτιδες του Αισχύλου (1977), Αντιγόνη του Σοφοκλή (1984), Οιδίπους επί Κολωνώ του Σοφοκλή (2002), Βάκχαι του Ευριπίδη (2005) και Ορέστεια του Αισχύλου (2005, 2019).

– Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος: Αντιγόνη (1980), Ικέτιδες (1983), Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (1996), Εκάβη/Κύκλωπας του Ευριπίδη (2001), Ειρήνη του Αριστοφάνη (2005 και 2013), Ιφιγένεια η εν Ταύροις του Ευριπίδη (2006 και 2007), ΑριστοFUNης, στη χώρα της ουτοπίας (2008), Αχαρνής του Αριστοφάνη, (2010), Όρνιθες του Αριστοφάνη (2020).

– Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου: Λυσιστράτη (1997), Ιφιγένεια η εν Ταύροις (2007), Νεφέλες (2009) και Όρνιθες (2014).

Κι εδώ αρχίζει η συζήτηση για το πώς μπορεί να διατηρηθεί η αμεροληψία του κριτικού, όταν εκτός από τα κείμενά του, που μπορούν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την πρόσληψη των παραστάσεων, αναλαμβάνει θέσεις με καθοριστικό αντίκτυπο στην παραγωγή τους. Ή όταν συμμετέχει ως συνεργάτης (μεταφραστής) με υψηλή αμοιβή καθότι, ως γνωστόν, οι μεταφραστές αρχαίου δράματος για παραστάσεις των κρατικών σκηνών που παρουσιάζονται στο Φεστιβάλ Επιδαύρου δικαιούνται ως αμοιβή ένα ποσοστό επί των εισπράξεων που προσεγγίζει το 10 %.

Πώς μπορείς να κρίνεις δίκαια την επόμενη, χειμερινή παράσταση του σκηνοθέτη, με τον οποίο συνεργάστηκες το καλοκαίρι; Και δεν είναι αναμενόμενο κάποιοι σκηνοθέτες να «αγοράζουν» τη μετάφραση του ισχυρού κριτικού ώστε να εξασφαλίσουν την κατά το δυνατόν πιο ευνοϊκή μεταχείρισή του;

Η περίπτωση Γεωργουσόπουλου θέτει μια σειρά ερωτημάτων που δύσκολα απαντώνται. Διότι ο έχων ποιητική αντίληψη και εξαίρετη γνώση της αρχαίας ελληνικής φυσικά και πρέπει να δοκιμαστεί στη μετάφραση της υψηλής ποίησης των αρχαίων τραγωδιών. Όπως είναι φυσικό να επιθυμεί να τις δει να δοκιμάζονται επί σκηνής και να αμειφθεί για την κοπιώδη εργασία του. Όταν όμως ο ίδιος άνθρωπος ασχολείται και με την κριτική, οι ισορροπίες ακυρώνονται και καλλιτέχνες και υποψιασμένοι αναγνώστες αμφισβητούν την «αντικειμενικότητα» της κριτικής εκτίμησής του. Φυσικό και αυτό.

Εννοείται ότι όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που κάποιος είναι ενεργός ως κριτικός (όχι ο οποιοσδήποτε κριτικός αλλά κάποιος με τη δύναμη και τα χαρίσματα του Κ. Γεωργουσόπουλου), τόσο περιπλέκονται οι σχέσεις μεταξύ πόλων που δεοντολογικώς θα έπρεπε να βρίσκονται σε απόσταση. Πώς να αντιμετωπίσεις «αντικειμενικά», π.χ., τον πρωταγωνιστή/σκηνοθέτη στου οποίου τη δραματική σχολή διδάσκεις; Μία «λύση» είναι να μη γράψεις για τις παραστάσεις του. Αν γράψεις όμως, και δη θετικά, κρίνεσαι, και η ηθική αμφισβήτηση υπερισχύει στην τελική εντύπωση. Για να εξασφαλίσει ο κριτικός που αρθρογραφεί στα ΜΜΕ όχι μόνο το θεωρητικό/κριτικό αλλά και το αναγκαίο ηθικό κύρος του, οφείλει να είναι σε διαρκή εγρήγορση, να έχει διαρκώς ενεργό τον προσωπικό μηχανισμό ελέγχου ως προς την κριτική δεοντολογία.

Τι γίνεται λοιπόν όταν ο κριτικός γίνεται παράγων της θεατρικής αγοράς με πολλαπλές δραστηριότητες, θέσεις, δύναμη, επιρροή πολύ μεγαλύτερη απ’ όση τα ίδια τα κριτικά κείμενα μπορεί να έχουν;

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραφε κριτικές για παραστάσεις σχεδόν επί 50 χρόνια. Η δεκαετία του ’70, κατά την οποία στέριωσε ως αναγκαία φωνή αποτίμησης της θεατρικής σκηνής της Αθήνας, δεν είχε πολλές ομοιότητες με τη θεατρική αγορά της τελικής φάσης του ως κριτικός. Η Ελλάδα δεν είναι πια απομονωμένη, οι νέοι θέλουν να συναντηθούν με ό,τι συμβαίνει εκτός της ελληνικής επικράτειας και να συνδιαλλαγούν με τις καινούργιες τάσεις στη σύγχρονη τέχνη. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν νεότεροι σκηνοθέτες θέλησαν να δοκιμάσουν αιρετικούς για την ελληνική θεατρική πραγματικότητα τρόπους σκηνικής προσέγγισης, μη-θεατρικά κείμενα και μεταδραματικές φόρμες, ακολουθώντας τη μεταμοντερνιστική τάση που είχε ήδη αφυπνίσει το ευρωπαϊκό θέατρο, ο Κ. Γεωργουσόπουλος βρέθηκε να πρέπει να κρίνει σκηνικά γεγονότα, τα οποία βεβαίως και είχε τα θεωρητικά εφόδια για να τα αντιμετωπίσει αλλά όχι τη διάθεση και την αναγκαία δεκτικότητα. Τα νέα αιτούμενα για την σκηνική τέχνη ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά της δικής του γενιάς. The time is out of joint, ο αξιολογικός χάρτης επίσης. Δύσκολο.

Αλλιώς γαλουχημένος, ο Κ. Γεωργουσόπουλος αντιστάθηκε στις σύγχρονες θεωρίες περί τέλους του συγγραφέα και τέλους της μεγάλης αφήγησης και της υψηλής τέχνης. Αντέδρασε μέσα από τα κείμενά του στη σύγχρονη ημιμάθεια, στον μεταμοντερνιστικό ναρκισσισμό που αποδομούσε, με ειρωνική και αυθάδη αισθητική, τους κλασικούς συγγραφείς. Τα πολλά προβληματικά σκηνικά αποτελέσματα που εκκινούσαν από μεταμοντερνιστικές/ μεταδραματικές απόψεις ευνοούσαν και ενίσχυαν τη βούλησή του να «διορθώσει», ενίοτε και με τρόπο ισοπεδωτικό, όσους εμπράκτως πετούσαν στα σκυλιά τις δικές του αξίες.

Στο σημείο αυτό η αλαζονεία του καταξιωμένου κριτικού βρέθηκε αντιμέτωπη με την αλαζονεία των καλλιτεχνών που θεωρούσαν ότι πρέσβευαν το νέο, την εξέλιξη, την απομάκρυνση από την «εθνοκεντρική» ιδιαιτερότητα και εσωστρέφεια. Πολλές κριτικές του Κ. Γεωργοσούπουλου θα μπορούσαν να επισυναφθούν, οι οποίες αποδεικνύουν ένα είδος άτυπης σύγκρουσης. Την επιβεβαιώνουν άλλωστε και οι διά επιστολών στην εφημερίδα Τα Νέα αντιπαραθέσεις του με σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Νομίζω ότι και οι αντιρρήσεις του για το νέο, επί Γιώργου Λούκου, κεφάλαιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου εντάσσονται σ’ αυτήν την αντιπαράθεση μοντέλων, παλαιού και νέου τρόπου προσέγγισης του καλλιτεχνικού γεγονότος αλλά και του, κυρίαρχου πλέον, «ανανεωτικού» πνεύματος πολιτιστικής διαχείρισης που ο Λούκος εξέφρασε με μεγάλη επιτυχία.

Κάπως, έτσι, συνυπολογιζόμενων και των εντυπωσιακών αλλαγών που συνέβησαν εντός του ιστορικού χρόνου (κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές), και της νέας συνθήκης/κουλτούρας του τεχνολογικού πολιτισμού, ο επί δεκαετίες παντοδύναμος κριτικός βρέθηκε εκτός εποχής.

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος ήταν τόσο ευφυής που δεν μπορεί να μην είχε καταλάβει ότι η γενιά του είχε χάσει πλέον τα ηνία, ότι όσα ο ίδιος εκπροσωπούσε ήταν εκτός μόδας, ότι οι αποδέκτες του λόγου του είχαν ήδη πάρει σύνταξη. Χάσμα γενεών; Όχι, νομοτελειακή εξέλιξη που εν προκειμένω συνέπεσε με μία σαρωτική αλλαγή στο μοντέλο κουλτούρας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο κριτικός ή αποσύρεται ή συνεχίζει να υποστηρίζει τις αξίες που εκπροσώπησε όλα τα προηγούμενα χρόνια, εκφράζοντας και ένα σεβαστό, πολυάριθμο κοινό που πρεσβεύει τα ίδια αλλά βρίσκεται πλέον ηλικιακά στο περιθώριο.

Ο ίδιος τα είχε γράψει όλα:

«Όπως όλες οι ενέργειες του πνεύματος, έτσι και η κριτική παλιώνει. Εξάλλου, όπως όλες οι ενέργειες κριτικής επέμβασης, ανήκουν στην εποχή τους, στα ιδεολογήματα της μόδας, στα γούστα κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας, τάξης και ηλικίας».

Έχοντας κατά νου ότι και η κριτική μέσα στον ιστορικό χρόνο δεν μπορεί παρά να διαβάζεται κριτικά, πάντα θα ανατρέχω με ενδιαφέρον στις κριτικές και στα άλλα κείμενα/βιβλία του Κώστα Γεωργουσόπουλου.

Κύλιση στην κορυφή